Νέα Ευθύνη, τεύχος 24 [Ιούλιος – Αύγουστος 2014]

ΥπουργΝΕΑ ΕΥΘΥΝΥΗ - ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2014_είο Κρατικής Ασφάλειας τής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. /  Φάκελος όρ. XIS14/68, Kunze, Reiner… , συγγραφέας. / 17. 03.1976: τι είναι γνωστό γιο την φύλαξη τού χειρογράφου; // Κάτω από πέτρες χωραφιού βρισκόταν / στο παλαιό τριβείο των ασπρόρρουχων / στο γεροντοκομικό της αγρότισσας / Frieda D. στο L // Ασφαλισμένο από / τον δόλιο επιτετραμμένο τής πυροπροστασίας, / τον δόλιο ελεγκτή τής γείωσης, / τον δόλιο φίλο

 Μη λησμονώντας / τη μητέρα, που όταν ήμουνα παιδί, / έσερνε τους βαρείς ξύλινους κύλινδρoυς / μετά τη μεγάλη μπουγάδα / στο δώμα τού τριβείου και, / με τα δυο χέρια στη λαβή του θηριώδους σιδηροτροχού /έβαζε το μαγγάνι / εμπρός / για να ’ναι ο κόσμος κατοικήσιμος

… γράφει ο Reiner Kunze στο ποίημά του «Εκεί πού ήταν το χειρόγραφο», ένας ιδιαίτερος γερμανός ποιητής δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ο Ράϊνερ Κούντσε αφοσιώθηκε στην υπόθεση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Γερμανία και έζησε όλες τις διαψεύσεις του μέχρι την φίμωση κάθε ατομικής και ανήσυReiner Kunzeχης φωνής, που κορυφώθηκε το 1976 με την «Υπόθεση Μπίρμαν» (Wolf Biermann) και την δραματική «μετανάστευσή» του στη Δυτική Γερμανία.

Η ιδιαίτερη ποιητική του φωνή δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί σωστά, καθώς, όπως συνέβη με τους περισσότερους ανεπιθύμητους ποιητές της πρώην Ανα­τολικής Γερμανίας, ο δυτικός κόσμος περιέφερε την εικόνα τους και ερμήνευσε το έργο τους αποκλειστικά υπό το πρίσμα της ενεργητικής αντίστασης και αντιρρητικών τους θέσεων· άλλωστε η επανένωση των δύο Γερμανιών οδήγησε στον παραμερισμό των φωνών τού ενοχλητικού παρελθόντος, όπως γράφει ο Συμεών Σταμπουλού που παρουσιάζει και μεταφράζει ποιήματά του. Ο ποιητής μεταφράστηκε ελάχιστα στη χώρα μας – θυμάμαι μια παλιά έκδοση που αγόρασα από το περίφημο υπόγειο με τα μεταχειρισμένα βιβλία δίπλα στον Άγιο Παντελεήμονα της Θεσσαλονίκης, από τις εκδ. Εγνατία, μτφ. Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, και, ακόμα, στο Ausblicke, στο Τραμ και στο Πλανόδιον. Oι ποιητές δεν ανέχονται δικτάτορες, όπως τιτλοφορείται κι ένα πρόσφατο βιβλίο για τον Kunze.

san-ta-pragmata-apo-pilo.full nodeΤο δεύτερο κείμενο που μου τράβηξε την προσοχή από έναν εκ διαμέτρου αντίθετο δρόμο αφορά το Ημερολόγιο προσευχής [A Prayer Journal] της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης διαβάζει το μικρό αυτό βιβλίο που εκδόθηκε πέρσι για πρώτη φορά και περιέχει τις ημερολογιακές καταγραφές της από το 1946 έως το 1947, όταν ήταν εικοσιένα και είκοσι δύο χρονών και σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα δημοσιογραφία και, κυρίως, γράψιμο στο εκεί Writer’s Workshop. Θερμή Καθολική στην καρδιά δηλαδή του αμερικανικού προτεσταντικού Νότου [Σαβάννα / Τζώρτζια], η συγγραφέας εκδήλωσε δυο χρόνια αργότερα το πρώτο σύμπτωμα του ερυθηματώδους λύκου, της ασθένειας που θα την ταλαιπωρήσει όλα τα επόμενα χρόνια και θα την οδηγήσει στον θάνατο στα τριάντα εννιά της.

Όλες σχεδόν οι εγγραφές του Ημερολογίου αρχίζουν με (ή περιέχουν) μια προσευχητική επίκληση προς τον Θεό, συνήθως ένα «My dear God», αλλά εκτός από ουσιαστικές προσευχές είναι ταυτόχρονα και στοχασμός πάνω στην προσευχή, την χριστιανική σκέψη, την θρησκευτική ζωή. Η Ο’ Κόννορ κατευθύνει τα λόγια της σ’ αυτό που επιθυμεί περισσότερο: προσεύχεται να γίνει καλή συγγραφέας, να της χαριστούν … ιστορίες για να τις κάνει εκείνη διηγήματα και μυθιστορήματα! Όπως γράφει ο Ζουμπουλάκης. δo' connorεν γνωρίζουμε άλλον σύγχρονο συγγραφέα που να έχει γράψει προσευχές ικετεύοντας να γίνει καλός συγγραφέας: Θέλω να γίνω ο καλύτερος καλλιτέχνης που είναι δυνατό για μένα να γίνω, κάτω από τη σκέπη του Θεού.

Το τεύχος περιλαμβάνει συνέντευξη της Κικής Δημουλά στον Δημήτρη Κοσμόπουλο και αφιέρωμα στην ποίησή της. Ποιητές, δοκιμιογράφοι και κριτικοί αναφέρονται στο σύνολο του έργου της με αφορμή την έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της ποιήτριας Δημόσιος Καιρός. Γράφουν οι: Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Βαρθαλίτης, Αλέξης Ζήρας, Τασούλα Καραγεωργίου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κώστας Κουτσουρέλης, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλου, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Αθηνά Παπαδάκη, Γιάννης Παπακώστας, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Αναστάσιος Στέφος.

 Ένας μικρότερGerard Manley Hopkinsος φάκελος αφιερώνεται στον Γιώργο Σαραντάρη, με μετάφραση των ιταλικών ποιημάτων του από τον Τηλέμαχο Χυτήρη και δοκίμια των Άγγελου Καλογερόπουλου και Δημήτρη Καραμβάλη, ενώ μια άλλη, απρόσμενη μετάφραση των Νησιών της Ελλάδας του Byron, σε έμμετρο στίχο από τον Αργύρη Εφταλιώτη παρουσιάζεται από τον Νάσο Βαγενά. Σε περιβάλλοντα ποιητικά πεδία, μεταφράζονται ποιήματα των Gerard Manley Hopkins [τα Τρομερά Σονέτα] και W. Szymborska από τους Γιώργο Βαρθαλίτη και Αντώνη Μακρυδημήτρη αντίστοιχα, και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος αναφέρεται στην ποίηση των Ψαλμών του Δαυίδ. Το τεύχος κοσμούν έργα του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη, ο οποίος μιλά για τη ζωγραφική του τέχνη.

Στις εικόνες: Reiner Kunze, Flannery O’ Connor, Gerard Manley Hopkins.

Πιερ Μισόν – Ρεμπώ ο γιός

ΑναφέροMichonυμε ότι η Βιταλί Ρεμπώ, το γένος Κυΐφ…αυτή είναι αρχή αλλά και ο τίτλος του πρώτου από τα επτά κεφάλαια μιας ιδιαίτερης, διαφορετικής βιογραφίας· της εξιστόρησης του βίου ενός γιου που έγινε ποιητής αλλά και ενός ποιητή που υπήρξε γιος. Από τις πρώτες του λέξεις ο Μισόν γράφει τι «γνωρίζουμε» και τι «δεν γνωρίζουμε» υποσκάπτοντας κάθε παραδεδομένη αλήθεια και αναζητώντας κάθε απαράδοτη πτυχή του Ρεμπώ. Ας πούμε, τι ξέρουμε για τον ελαφρόμυαλο λογαχό πατέρα του; Ότι έγινε ολοζώντανός ένα φάντασμα, στο πουργατόριο των μακρινών φρουρίων όπου δεν υπήρξε πάρα ένα όνομα». Και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Αν με το δίκιο του εγκατέλειψε τη ζοφερή ύπαρξη του γιου για να μην παρασυρθεί στο ζόφο της ή αν εκείνη έγινε τόσο ζοφερή εξαιτίας της αναχώρησής του. Είναι από την αρχή φανερό πως όλες αυτές οι λέξεις των πιθανοτήτων και των [μη] εικασιών θα έχουν την πλέον πυκνή και ποιητική εκφορά. Μισόν είναι αυτός!

Ο νεαρότατος Ρεμπώ είχε εξαρχής μια ζωντανήarthur-rimbaud01 ελκτικότητα για το αρχαίο παιχνίδι των στίχων· από τρυφερή ηλικία δοκίμαζε στίχους στα γαλλικά και τα λατινικά, με σύμπλεκτες την οργή και την ευσπλαχνία, έτοιμες να σκάσουν σαν πυροτέχνημα στα χέρια του. Κάλυπτε ολόκληρες σελίδες διατετραγωνισμένες ενώ στεκόταν αποστασιοποιημένος μπροστά στο φωτογράφο ο οποίος εκείνες τις εποχές «έμπαινε κάτω από μια μαύρη κουκούλα, για να μηχανευτεί το μέλλον από το παρελθόν». Μα στην ζωή εκείνης της εποχής ήταν οι ζωγράφοι που εμπορεύονταν τον χρόνο φτιάχνοντας τα πορτρέτα των ανθρώπων (άρα και των συγγενών του ποιητή) και όχι ακόμα τα άλατα του αργύρου στο μαύρο θαυματουργό κουτί του φωτογράφου.

5Στην πρώτη στροφή θα τον περίμενε ο Κανόνας και ροκάνι της δοκιμασίας θα αποτελούσε ο δωδεκασύλλαβος της γαλλικής, με όλες του τις πανουργίες. Μέσα στην σχολική αίθουσα θα έχει δάσκαλο – ποιητή τον Ζωρζ Ιζαμπάρ, «έναν από τους ανθρώπους εκείνους χάρη στους οποίους ο κόσμος μπορεί να διαρκεί, για τους οποίους το κακό είναι αλλού, πάρα πολύ κοντά αλλά έξω, πανταχού παρόν αλλά ιάσιμο, από τους ανθρώπους εκείνους παλαιάς κοπής», κάποιος που αν …

… τον είχες ρωτήσει τι κατά τη γνώμη του ήταν η ποίηση, θα αποκρινόταν χωρίς άλλο κοκκινίζοντας, σαστίζοντας, βγάζοντας ίσως τα γυαλιά του για να τα σκουπίσει απ’ το θάμπωμα μRimbaud_by_COVOε το μαντήλι του, και μάλλον κοιτώντας έξω από το παράθυρο παρά εσένα, θα αποκρινόταν θρασύς και πανικόβλητος ότι ήταν μια υπόθεση της καρδιάς χάρη στην οποία η γλώσσα στολίζεται σαν νύφη ή από τον Μπωντλαίρ και ύστερα τα μάτια της φτιασιδωμένα, συφιλιδική, αλλά επιφανής και λαμπροστόλιστη, σαν επηρμένη πόρνη…[σ. 30]

Στο άλλο άκρο η μητέρα του Βιταλί, έκβλητη από την υική στοργή, αποκλεισμένη και χλευασμένη, εξαφανίζεται από την σύναξη των ορατών υπάρξεων και καταφεύγει εντελώς μέσα στο γιο της, στην σκοτεινή εκείνη κρύπτη όπου δεν έχουμε συνείδηση των πράξεών μας. Και στην επόμενη ιστορία, ο παρνασσιστής και συμβολιστής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, στον οποίο ο έφηβος Ρεμπώ έστειλε στίχους γεμάτους από θηριώδη φιλοδοξία, δεινότητα ή εργασία, από εκείνο το δαιμόνιο, εκτός αν ήταν…

Rimbaud_in_Harar [Ethiopia]… η υπερφυσική εκείνη ιδιότητα η οποία δεν εκδηλώνεται ποτέ καθαυτή, γύρω από το κεφάλι του ανθρώπου ή μέσα στο σώμα του ζωντανή και ορατή, ούτε φωτοστέφανο, ούτε αλκή, ούτε ομορφιά, ούτε νεότητα, αλλά που εκδηλώνεται ωστόσο σε μηδαμινά αποτελέσματα και την εξακριβώνουμε στην τελειότητα μικρών κομματιών οργανωμένης γλώσσας περισσότερο ή λιγότερο μακροτενών, γραμμένων μαύρο πάνω σε άσπρο. Ξέρουμε ότι τα κομμάτια αυτά είναι εν γένει μηδαμινά. Ποτέ δεν ξέρουμε αν είναι τέλεια, εμείς που τα διαβάζουμε, ή αν στην παιδική μας ηλικία μας το σφύριξαν ότι ήσαν τέλεια, κι εμείς με τη σειρά μας το σφυρίζουμε σε άλλους χωρίς τέλος· εκείνος που τα γράφει δεν το ξέρει περισσότερο, μάλλον λιγότερο, δεν το ξέρει παρά τη στιγμή που ζευγαρώνει τους δωδεκασύλλαβους, τη στιγμή που συναρμόζοντας χωρίς περιχείλωση, σαν εγκοπή και τόρμος αναγαλλιάζουν τραχιά, κλειδώνουν μεταξύ τους με τον θριαμβευτικό κρότο των γνάθων, και τελείωσε·… [σ. 39 – 40]

La_tronche_à_machin_par_Ernest_DelahayeΑν λοιπόν υπάρχει το αόρατο εκείνο φωτοστέφανο που φημίζονται πως έχουν ορισμένοι στο κεφάλι τους και που μεταβιβάζεται σαν μόσχευμα από τους γεροντότερους στους νεώτερους, τότε ήταν ο Μπανβίλ εκείνος από τον οποίο το ζήτησε ο Ρεμπώ. Κι ύστερα, η ορμή προς την ζωή, η αμφιβολία αν πολέμησε μαζί με εκείνους της Κομμούνας, αν είχε την ευχαρίστηση ή την φρίκη να σημαδεύει με το τουφέκι του έναν πρόδηλο εχθρό ή το κακό αυτοπροσώπως, και ξανά στοχασμός και εικασίες πάνω στις φωτογραφίες, η είσοδος του Βερλαίν στην ιστορία, ο έρωτας «που έγινε βλαβερός όπως το συνηθίζει», οι δυο ποιητές κυνηγημένοι από τον συζυγικό παράδεισο στο σπίτι του Κρο ή στο Ξενοδοχείο των Ξένων, αψέντι και ανάθεμα, και στο τέλος ο αλληλοσπαραγμός γιατί οι χαρακτήρες τους ήταν «ιδανικά ενάντιοι όπως είναι ο ήλιος και το φεγγάρι», το μεθυσμένο καράβι που έγραψε σαν να επρόκειτο να πεθάνει, ο αποχαιρετισμός στην Ευρώπη…

Ένα michon 1πυκνό βιβλίο στον γνώριμο, ξέχειλο λογοτεχνικότητας λόγο του Μισόν, που διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με πλοκάμια υποπροτάσεων και παρεκβάσεων, αυτοαναφορικό και ποιητικό, γεμάτο χρονικές παλινδρομήσεις μέσα στη ζωή του ποιητή αλλά και μεταξύ του τότε και του συγγραφικού τώρα, μια ασφυκτική σύνθεση που προσπαθεί στις λιγότερες δυνατές σελίδες να χωρέσει όλες τις εποχές στην κόλαση, όλες τις φυγές και τις επιστροφές του, τα ποιήματά του μέσα του και τα ποιήματά του μέσα μας.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 145 [Pierre Michon, Rimbaud le fils, 1991]. Στις  ασπρόμαυρες εικόνες ο Ρεμπώ στο Χαράρ της Αιθιοπίας και σχεδιασμένος από τον Ernest Delahaye [La Tronche à Machin, 1875].