Τ.Σ. Έλιοτ – Οι φωνές της ποίησης

Διαπί1στωσα ότι τα δοκίμια που με ικανοποιούσαν ακόμη ήταν εκείνα που αφορούσαν σύγχρονους του Σαίξπηρ, όχι τον ίδιο τον Σαίξπηρ. Ήταν αυτοί οι ελάσσονες δραματουργοί που, κατά τη διαμόρφωση της ποιητικής σταδιοδρομίας, με έμαθαν πολλά· αυτοί ήταν, όχι ο Σαίξπηρ, που διήγειραν την φαντασία μου, άσκησαν το μουσικό μου αυτό, αύξησαν τον συγκινησιακό μου πλούτο. Του διάβασα όταν ταίριαζαν περισσότερο στην ηλικία μου, στην ιδιοσυγκρασία μου και στο στάδιο ανάπτυξής μου, και τους διάβασα με πάθος, πολύ προτού μου περάσει η ιδέα να γράψω γι αυτούς. Στην περίοδο όπου τα σκιρτήματα της επιθυμίας να γράψω ήταν πολύ επίμονο, αυτοί ήταν οι δάσκαλοί μου. [σ. 235]

Βρισκόμαστε στο όγδοο και τελευταίο κείμενο του βιβλίου, όπου ο ποιητής στοχάζεται πάνω στα νεανικά του κριτικά και συγγραφικά λάθη και ταξινομεί την κριτική του πορεία, αλλά και ολόκληρη την μύησή του στην ανάγνωση και την εκλογή των κειμένων που του πρόσφεραν πνευματική ικανοποίηση και αισθητική απόλαυση. Η διάθεσή του είναι ιδιαίτερα εξομολογητική: όπως ο νεότερος ποιητής που τον επηρέασε ήταν ο Ζυλ Λαφόργκ και όχι ο Μπωντλαίρ, έτσι και οι δραματικοί ποιητέςπου του έδειξαν μια πορεία ήταν ο Κρίστοφερ Μάρλου, ο Τζων Γουέμπστερ, ο Σύριλ Τέρνερ, ο Τόμας Μίντλτον και ο Τζων Φορντ, αλλά όχι ο Σαίξπηρ. 2Από έναν τόσο μεγάλο ποιητή όπως ο Σαίξπηρ, γράφει, δεν μπορείς να επηρεαστείς, μπορείς μόνο να τον μιμηθείς· και η διαφορά μεταξύ επίδρασης και μίμησης είναι ότι η επίδραση μπορεί να γονιμοποιήσει, ενώ η μίμηση – ιδιαίτερα η ασύνειδη μίμηση – μπορεί μόνο να στειρώσει.

Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει κείμενα δημοσιευμένα σε περιοδικά (New Statesman, The Athenaeum) ή προερχόμενα από διαλέξεις (Βιργιλιανή Εταιρεία, Ένωση Βιβλιόφιλων του Σουώνσυ και της Δυτικής Ουαλίας, Πανεπιστήμιο της Γκλασκώβης, Πανεπιστήμιο του Ληντς National Book League) και συλλογές δοκιμίων. Τα θέματά του, μεταξύ άλλων: Σκέψεις για τον ελεύθερο στίχο, Άμλετ, Η μουσική της ποίησης, Οι τρεις φωνές της ποίησης αλλά και συζήτηση πάνω σε δυο ερωτήματα: Τι είναι το κλασικό; και Τι είναι η ελάσσων ποίηση; Η ανάγνωση των δοκιμιακών αυτών … δοκιμών είναι απολαυστική. Ο τρόπος του είναι εκείνος των διανοούμενων άλλων εποχών – μια παλαιάς κοπής πραγμάτευση ενός θέματος, που επιθυμεί με την αρχικά απλή γραφή να γίνει εύληπτη και κατανοητή, ενώ στην πορεία διακλαδώνεται σε ειδικότερες υπο-πορείες και σταδιακά γίνεται σύνθετη αλλά πάντα εύληπτη και κυρίως πλούσια σε προτάσεις συλλογισμού, ερεθίσματα σκέψης και αποστάγματα σοφίας.

3Ίσως το πιο ενδιαφέρον κείμενο τιτλοφορείται Θρησκεία και λογοτεχνία. Ο ποιητής εδώ εκκινεί από την σκέψη ότι η λογοτεχνική κριτική θα έπρεπε να ολοκληρώνεται με κριτική που ασκείται από συγκεκριμένη ηθική και θεολογική σκοπιά. Είναι λοιπόν η εφαρμογή της θρησκείας στην κριτική κάθε λογοτεχνίας και η σχέση μεταξύ θρησκείας και λογοτεχνίας – και όχι η θρησκευτική λογοτεχνία – που αποτελούν το αντικείμενο του προβληματισμού του. Ο Έλιοτ αρνείται τον χαρακτηρισμό της Βίβλου ως μνημείου του αγγλικού πεζού λόγου και δέχεται την λογοτεχνική της επίδραση στην αγγλική λογοτεχνία όχι διότι θεωρήθηκε λογοτεχνία αλλά διότι θεωρήθηκε αναφορά του Λόγου του Θεού. Αργότερα παραδέχεται πως θα επιθυμούσε μια λογοτεχνία που θα ήταν ασύνειδα μάλλον παρά σκόπιμα και επιθετικά χριστιανική.

Αναφερόμενος στην βαθμιαία εκκοσμίκευση της λογοτεχνίας στην διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων [1932] ο ποιητής συνολικά διακρίνει τρεις κύριες φάσεις: στην πρώτη το μυθιστόρημα θεώρηση την Πίστη δεδομένη και την παρέλειψε από την εικόνα της ζωής (Φήλντινγκ, Ντίκενς, Θάκεραιη)· στην δεύτερη το μυθιστόρημα αμφιβάλλει, ανησυχεί ή αμφισβητ4εί την Πίστη (Τζωρτζ Ελιοτ, Τόμας Χάρντυ)· και στην τρίτη, του παρόντος, ανήκουν όλοι οι σύγχρονοι μυθιστοριογράφοι εκτός του Τζόυς.

Το κοινό έδαφος θρησκείας και μυθιστορήματος είναι η συμπεριφορά. Η θρησκεία μάς επιβάλλει την ηθική μας, την κριτική μας αντίληψη, την συμπεριφορά προς τους άλλους. Τα μυθιστορήματα επηρεάζουν την συμπεριφορά προς τους συνανθρώπους μας και επηρεάζουν το πρότυπο που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας. Όταν διαβάζουμε ια ανθρώπους που συμπεριφέρονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την επιδοκιμασία του συγγραφέα, που ευλογεί αυτή τη συμπεριφορά με τη στάση του απέναντι στο αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς που ο ίδιος καθόρισε, μπορούμε να επηρεαστούμε και να συμπεριφερόμαστε και εμείς με τον ίδιο τρόπο. [σ. 199]

Σε άλλο κείμενο ο Έλιοτ προτρέπει: Ας κρίνουμε τον κριτικό και διακρίνει διάφορους τύπους λογοτεχνικού κριτικού: τον Επαγγελματία Κριτικό ή «Σούπερ Βιβλιοκριτικό», που έχει πρότυπο τον Σαιν – Μπεβ, άρα μπορεί να είναι ένας αποτυχημένος συγγραφέας, τον Κριτικό με Γούστο που συνήθως είναι συνήγορος των συγγραφέων T.S.E.για τους οποίους μιλάει και ενίοτε έχει ακόρεστη δίψα για ανακάλυψη λησμονημένων ή περιφρονημένων έργων αλλά και βιβλία δεύτερης διαλογής, τον Ακαδημαϊκό και Θεωρητικό Κριτικό, όπου συμπεριλαμβάνονται φιλόλογοι και φιλόσοφοι, και, τέλος, τον κριτικό που γράφει κριτικές ως παραπροϊόντα της δημιουργικής του δράσης. Ο ποιητής υποστηρίζει πως θα έπρεπε όλοι να προσπαθούμε να είμαστε κριτικοί και να μην αφήνουμε την κριτική σε όσους κάνουν βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες. Καλός κριτικός είναι εκείνος που διαθέτει οξυμμένη και αδιάπτωτη ευαισθησία, ενώ τα διαβάσματά του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα χωρίς ο ίδιος, ως αναγνώσεις, να παύει να είναι ολοένα και πιο εκλεκτικός.

Διευρύνουν άραγε τα βιβλία άμεσα τη γνώση μας για τη ζωή; Όχι· Αυτή η άμεση γνώση σχετίζεται άμεσα με μας, είναι γνώση του πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, πόσο μοιάζουν ή δεν μοιάζουν· η γνώση που μας παρέχουν τα έργα δημιουργικής φαντασίας είναι δυνατή μόνο ενός άλλου πεδίου αυτοσυνειδησίας: είναι γνώση της γνώσης που έχουν για τη ζωή άλλοι άνθρωποι, όχι γνώση της ίδιας της ζωής.

Ο συγγραφέας ενός έργου δημιουργικής 5φαντασίας προσπαθεί να μας επηρεάσει συνολικά, ως ανθρώπινα όντα, είτε το ξέρει αυτό είτε όχι. Και εμείς επηρεαζόμαστε από το έργο του, ως ανθρώπινα όντα, είτε θέλουμε είτε όχι. Υποθέτω πως οτιδήποτε τρώμε έχει πάνω μας κάποιο άλλο αποτέλεσμα, πέρα από την απόλαυση της γεύσης και της μάσησης· επιδρά πάνω ας μέσω της πέψης και της αφομοίωσης· και πιστεύω το ίδιο ακριβώς ισχύει και για ό,τι διαβάζουμε. [σ. 201]

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012, [Οι ποιητές μιλούν για την ποίηση, 3], μτφ. Άρης Μπερλής, 263 σελ. Περιλαμβάνεται δισέλιδη βιβλιογραφία με τις αρχικές δημοσιεύσεις των κειμένων και εννιασέλιδο ευρετήριο [T.S. Eliot, Selected Essays, 1932 / On Poetry and Poets, 1957 / To Critisize the Critic and other writings, 1965].

David Sedaris – Ας συζητήσουμε για το διαβήτη με κουκουβάγιες

Γύμνωμα ΑΣ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ_2μέχρι ξεκαρδίσματος

Παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκα αυτό το κάτι μεταξύ μας, όχι απλώς πόθο, αλλά ένα είδος στιγμιαίου έρωτα, κάτι που μπορεί, σαν τα στιγμιαία δημητριακά, να φτιαχτεί σε μερικά λεπτά και είναι εξίσου θρεπτικό με το πρωτότυπο. Θα φιληθούμε….τώρα, σκεφτόμουν διαρκώς. Και μετά, Εντάξει…τώρα. Και η κατάσταση συνεχιζόταν έτσι… [σ. 152]

To απραγματοποίητο ειδύλλιο που δεν λαμβάνει χώρα αφορά τον αιωνίως αυτοσαρκαζόμενο αφηγητή και τον Μπασίρ, σιδηροδρομική γνωριμία στο ταξίδι Ρώμη Μπρίντιζι κάποτε στα 80’ς – αλλά προφανώς κάτι θυμίζει σε όλους μας. Τώρα το ξαναφέρνει στο νου του αφηγούμενος μια άλλη αποτυχημένη μικροσχέση στο τρένο από το Ράλεϊ για το Σικάγο. «Ένας άντρας μπαίνει στο μπαρ ενός τρένου», όπως αναφέρεται και στον τίτλο του σπαρταριστού διηγήματος, λοιπόν· στο μπαρ όπου αρχικά οι φωνές φαίνονται εύθυμες, με τον ζεστό τόνο μεταξύ των ξένων που γίνονται φίλοι. Προοδευτικά βέβαια οι πότες χάνουν τις λέξεις τους για να καταλήξουν τελικά με αλλήθωρα μάτια στον ακατάληπτο μονόλογο που περνιέται για μεθυσμένη ειλικρίνεια.

Αλλά ο εξομολόγος μας πάντοτε David_Sedaris 2ένιωθε μια έλξη για ανθρώπους που μοιάζουν κατεστραμμένοι ακόμα κι αν τα πράγματα που έχουν κοινά είναι όλα καταθλιπτικά.  Έτσι η γνωριμία με τον Τζόνι: συζητούν αν η μητέρα του τού κάνει έκπτωση στα ναρκωτικά, στριφογυρίζουν το πλαστικό ποτήρι με τη βότκα σαν να είναι κάποιο εκλεκτό κονιάκ και αναζητούν μια αξιοπρεπή τουαλέτα να τα πιουν και να τα πουν με την ησυχία τους, ενώ στα ενδιάμεσα ένας μαύρος θαμώνας εκτοξεύει στην ομήγυρη μερικά θανατηφόρα ανέκδοτα. Κι όταν οι ευκαιρίες χάνονται, δεν μένει παρά να φιλοσοφήσεις τα γλυκόπικρα και τα ελεεινά:

Όταν είσαι νέος, εύκολα πιστεύεις ότι μια τέτοια ευκαιρία θα εμφανιστεί ανά. Αντί για ένα Λιβανέζο στην Ιταλία, ίσως συναντήσεις έναν Νιγηριανό στο Βέλγιο ή έναν Πολωνό στην Τουρκία. Πείθεις τον εαυτό σου ότι αφού ταξίδεψες μόνος στην Ευρώπη φέτος το καλοκαίρι, θα μπορούσες σίγουρα να το κάνεις πάλι του χρόνου και του παραχρόνου. Φυσικά δεν γίνεται έτσι και, προτού το καταλάβεις, είσαι πλέον ένα όχι και τόσο νεαρό, άνεργο ξωτικό, τόσο απελπισμένος για αγάπη, που περνάς την βραδιά σου ποθώντας έναν στρέιτ αλκοολικό. [σ. 153]

ds3Ο Σεντάρις είναι ένας ανεξάντλητος χιουμορίστας· θαρρείς και ο σάκος με τις ιστορίες του δεν τελειώνει ποτέ. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ιστορίες που αν δεν είναι, σε πείθουν πως είναι προσωπικές οικογενειακές, επαγγελματικές, ερωτικές, κοινωνικές, και που όπως σωστά μαντεύετε καταλήγουν σε ματαιώσεις, αποτυχίες, ήττες μεγαλειώδεις – ή έτσι ισχυρίζεται. Μόνο που στα ενδιάμεσα ο αυτοσαρκασμός φτάνει σε θεαματικά υψίπεδα, προκαλώντας το γέλιο – ομολογώ πως τα τελευταία χρόνια είναι ο μόνος που με κάνει σταθερά να γελάω σχεδόν σε κάθε του διήγημα – ενώ οι περιγραφές καταστάσεων και συμπεριφορών μετατρέπονται σε ευφυή ανέκδοτα.

David_SedarisΕίναι, άραγε, όντως αυτοβιογραφικές οι σπαρταριστές διηγήσεις του; Αν είναι έτσι, τότε είναι απορίας άξιον πώς επιβίωσε στον κωμικοτραγελαφικό κόσμο που περιγράφει. Ο πατέρας του αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αυτού του κόσμου. Στους «Τόπους ευτυχίας» επιμένει μέχρι εμμονής στην κολονοσκόπηση που οφείλει να κάνει ο γιος του, κατορθώνοντας να την εντάξει σε κάθε είδους συζήτηση, αλλά είναι στους «Κύκλους της μνήμης» που τα παιδικά τραύματα μπορούν σήμερα να γράφονται και διαβάζονται απολαυστικά, χωρίς ίχνος θλίψης. Εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει στην ηλικία των έντεκα, στο μίζερο κάντρι κλαμπ του Σαββατοκύριακου, με την πισίνα («λάκκοι με χλώριο, χημικά μπάνια»), τα γελοία μετάλλια, τους μισομεθυσμένους γονείς που φωνάζουν ενθαρρυντικά και τον τυπικό πατέρα που εκθειάζει τον καλύτερο αθλητή εις βάρος του γιου του. Η συμπεριφορά του δεν αλλάζει ούτε τα επόμενα χρόνια: όταν ο συγγραφέας τον ενημερώνει για την πρωτιά του βιβλίου του στους Times, ο πατέρας του αντιτείνει πως δεν είναι πρώτο στη λίστα του Wall Street Journal. Αιώνιοι ανθρωποφάγοι και τεκνοφάγοι γονείς! Μέχρι και ήρωες ωραίων διηγημάτων γίνεστε! Κι ας περιπλέκονται τα πράγματα όταν μεγάλο μέρος του βιβλίου εκείνου έχει να κάνει μ’ εσένα και με το πόσο γελοίος μπορείς να είσαι.

dsΣτο διήγημα «Μια φιλενάδα από το γκέτο» ο ήρωας είναι τηλεφωνητής σε γραμμή αλληλοβοήθειας, που όπως σωστά ίσως μαντέψατε, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ο ίδιος για την δική του βοήθεια, και κυρίως για να ακούσει όσο πιο μίζερες καταστάσεις γίνεται ώστε να αισθανθεί καλύτερα. Η ίδια νοοτροπία των ωθεί να συνάψει σχέση με την Ντελίσια, την ευτραφή μαυρούλα της γειτονιάς του, με μερικές ενδιαφέρουσες συνέπειες. Το Καναδικό Σύστημα υγείας μοιάζει με γενοκτονία, αλλά τα ευρωπαϊκά συστήματα είναι ακόμα χειρότερα, μας προετοιμάζει ο αφηγητής στους «Οδοντίατρους χωρίς σύνορα». Ας τον φέρουμε και κατά δω, θα γράψει ολόκληρη συλλογή μόνο στα νοσοκομεία μας. Εδώ ο ασθενής, εθισμένος στην ελεεινή ιατρική συμπεριφορά, ανησυχεί όταν του φέρονται ευγενικά και όλα πάνε καλά. Αναζητά κάποιο πτυχίο κρεμασμένο στον τοίχο, απορεί μήπως το Γιατρός είναι απλά το μικρό τους όνομα και επιθυμεί τις γνωστές ακατανόητες και εντυπωσιακές λέξεις που χρησιμοποιούν οι γιατροί ώστε να νοιώσει σημαντικός και τραγικός.

David-S__5«Ο συγγραφέας» περιγράφει τις περιοδείες προώθησης ενός βιβλίου, όπου ο καθένας πλέον χρησιμοποιεί την φωτογραφική μηχανή του κινητού – εφόσον υπάρχει, κάπου πρέπει να την στρέψουν. Πρώτη έκπληξη για τον τιμώμενο αποτελούν οι παρόντες έφηβοι, που αντί να καπνίζουν μπάφους μέσα σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο ή να μένουν έγκυες στο παράσπιτο του γείτονα, προτιμούν να ακούσουν έναν μεσήλικα άντρα να διαβάζει δυνατά. Μπροστά δε στην αναγνώστρια που τον ενημερώνει πως εργάζεται με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, εκείνος ρωτάει: Δεν είναι όμως πολλοί από τους μαθητές σου απλώς μαλάκες; Είναι εμφανές πως ο Σεντάρις έχει γράψει τις θεωρίες περί πολιτικής σωστότητας στα παλιά του τα μολύβια.

David_Sedaris_2_2014Μαρκ Τουέιν, Μπορίς Βιαν, Γούντι Άλλεν, Ντόροθι Πάρκερ, αλλά και ολόκληρη η σειρά των φλεγματικών βρετανών κωμικογράφων, όπως και η εκλεκτή ομήγυρη των αμερικανών κωμικών της σκηνής, όλοι έχουν επηρεάσει τον Σεντάρις που έχει όμως εξαρχής κατασκευάσει μια δική του χιουμοριστική γραφή που σε εκπλήσσει σε κάθε γύρισμα της παραγράφου. Ο ελληνοαμερικανός κάτοικος της Αγγλίας χειρίζεται περίτεχνα την ειρωνεία, βγάζει διαρκώς ατάκες από την τσέπη του και τις πετάει σαν σαΐτες, καυτηριάζει καλόπιστα και τρυφερά, απομυθοποιεί ολοκληρωτικά, ξεγυμνώνεται ελεύθερα – Γυμνός άλλωστε είναι και ο τίτλος παλαιότερης συλλογής του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 151 υπό τον τίτλο Laughing clowns.

Εκδ. Μελάνι, 2014, μτφ. Μυρσίνη Γκανά, σελ. 209 [Let’s explore diabetes with owls, 2013]