Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 108. Μαρία Αγγελίδου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Oι “Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα”, εκδ. Μεταίχμιο. Άλλα τέσσερα “ιστορικά παραμύθια”, προς το παρόν τα πιο αγαπημένα μου. Οι ιστορίες του Πολέμου είναι ανυπόμονες. Θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι γεμάτες φόβο, γεμάτες μαύρη βιασύνη, γεμάτες λαμπερό θρίαμβο. Οι ιστορίες της Αγάπης είναι συναρπαστικές. Δεν θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι δυστυχώς γεμάτες τρομερά ψέμματα – και τρομερές αλήθειες. Οι ιστορίες της Πέτρας είναι εύκολες. Δεν φεύγουν. Είναι γεμάτες σκέψη. Οι ιστορίες της Θάλασσας, όμως, είναι οι πιο νόστιμες και οι πιο παιχνιδιάρες απ’ όλες. Θέλουν να ταξιδεύουν, θέλουν να γυρίζουν τον κόσμο, θέλουν να βλέπουν τα παράξενα, θέλουν να σκέφτονται, ν’ αγαπάνε, να μην τελειώνουν ποτέ. Είναι γεμάτες ομορφιά.

Τα επόμενα τέσσερα παραμύθια, τις “Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος”, τώρα αρχίζω να τις σκέφτομαι.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Όλα άρχισαν με τις Μυθολογίες. Πρώτα οι τρεις των εκδ. Πατάκη: Οι άνθρωποι που δεν έβλεπαν όνειρα (Ατλαντίδα), Οι άνθρωποι που έκλεψαν τα γράμματα από τους θεούς (Παλαμήδης), Οι άνθρωποι που δεν εννοούσαν να πεθάνουν (Σίσυφος). Η λογική αυτής της σειράς ήταν ανθρωποκεντρική.

Ακολούθησε μια νέα σειρά “μυθολογικών παραμυθιών”: η τρίτομη σειρά των εκδ. Παπαδόπουλος, Πώς ξεκίνησε ο κόσμος, Από τους θεούς στους ανθρώπους, Από τους ανθρώπους στους ήρωες. Εδώ η λογική αρχίζει να προσγειώνεται σιγά-σιγά στο αυλάκι της Ιστορίας.

Ακολούθησαν οι δύο πρώτοι τόμοι της σειράς “Το Βυζάντιο των Θαυμάτων”: Το Βιβλίο των αυτοκρατόρων και το Βιβλίο των πειρατών, εκδ. Λιβάνη. Εδώ έχουμε μπει πια για τα καλά στη λογική των “ιστορικών παραμυθιών”.

Με το βιβλίο “Μύρτις, οι ζωές της”, εκδ. Παπαδόπουλος, ξεκίνησε η συνεργασία με τον καθηγητή Μανώλη Παπαγρηγοράκη, που έχει έναν δικό του τρόπο να προσεγγίζει την μελέτη και την “αναβίωση” της Ιστορίας.

Η “Οδύσσεια, η Πολυμήχανη Ιστορία”, εκδ. Βιβλιόφωνο, ήταν και είναι αγαπημένο project, ο Οδυσσέας ήταν και είναι λατρεμένος ήρωας. Ο “Ηρακλής, ο Πραγματικός Ήρωας” είναι το βιβλίο που μου έμαθε μέχρι τώρα τα περισσότερα αναπάντεχα πράγματα.

Τέλος η σειρά “Η ιστορία δεν είναι μόνο μάθημα” ξεκίνησε με τις Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα, εκδ. Αερόστατο, και συνεχίζεται στις εκδ. Μεταίχμιο, με τις Ιστορίες που τις είπε ο Πόλεμος, τις Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα, και “σύντομα κοντά σας” με τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος. Ελπίζω να πω κι άλλες Ιστορίες.

Έχω ακόμα τα Τετράδια της Αυτοβιογραφίας του Ηλία Μακρή (Συμπτώσεις και Ορισμοί), το Δέντρο με τα ψέμματα, την Τρίτη Μάγισσα, την Άσπρη Ποδιά… Τους Αλλοιώτικους… κ.α.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τις ίδιες απαιτήσεις σε σοβαρότητα, ευθύνη, εργατικότητα, αφοσίωση και ταλέντο, που έχει και η συγγραφή “ενήλικης” λογοτεχνίας. Στο πολλαπλάσιο, όμως.

Δεν πιστεύω καθόλου στον ηλικιακό διαχωρισμό. Αν μια ιστορία θέλει να είναι καλή και όμορφη, πρέπει να είναι καλή και όμορφη για όλες τις ηλικίες. Δεν μου αρέσει η “παιδική” λογοτεχνία, που είναι μόνο για παιδιά. Την αποφεύγω και δεν την διαβάζω. Είμαι άλλωστε σίγουρη οτι τα παιδιά μπορούν να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν κάθε καλή και άξια ιστορία, ακόμα κι αν δεν είναι “παιδική”.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω σε διάφορα σημειωματάρια, έχω πλήθος. Γράφω σε τετράδια και σε μπλοκ. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο κομμάτι, η τελευταία φάση της δουλειάς. Η πρώτη φάση, που κρατάει πολύ περισσότερο και είναι η ωραιότερη, είναι όταν σκέφτομαι τις ιστορίες. Όταν έχω όλες τις ιδέες ανοιχτές να παίζουν κι εγώ διαλέγω. Ή δεν μπορώ να διαλέξω. Κι αυτό μ’ αρέσει.

Οι ιδέες έρχονται, όταν τρέχω. Και τρέχουν μαζί μου για παρέα. Το συνηθίζουν αυτό οι ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κρατάω τις πρώτες σημειώσεις πάντα με το χέρι. Μ’ αρέσουν οι λεπτοί μαρκαδόροι, οι χρωματιστές ξυλομπογιές. Τα καινούργια τετράδια. Αλλά βολεύομαι και με μαύρο απλό μολύβι. Μουσική ακούω μόνο όταν μεταφράζω, όχι όταν γράφω. Πολύ συχνά τζαζ, παλιά τζαζ και πιο καινούργια. Μ’ αρέσει επίσης πολύ και η μουσική από κινηματογραφικές ταινίες. Δεν ξέρω πολλά πράγματα από μουσική. Έχω, όμως, αγαπημένους και φίλους που ξέρουν. Και τους χρωστάω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Σεμνύνομαι πως δεν έχω γράψει δυο βιβλία στο ίδιο σημείο. Ακόμα κι όταν γράφω στο γραφείο μου… Έχω αλλάξει πάμπολλες φορές σπίτι. Και αλλάζω θέση το τραπέζι μου τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Ανείχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Ησίοδο. Με κεντρίζει αυτός ο αγρότης που σήκωσε τα μάτια του και έγραψε για τους Θεούς, σαν να τους ήξερε προσωπικά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Να πω εδώ ότι το έργο της μετάφρασης δεν το βρίσκω κοπιώδες. Το βρίσκω συναρπαστικό. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, που κάνω αυτή τη δουλειά. Αν ρωτάτε εμένα, είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου.

Έχω μεταφράσει πολλά βιβλία “ενήλικης” και “παιδικής” λογοτεχνίας. Κανένα δεν ήταν ίδιο με κάποιο άλλο. Άρα η κάθε περίπτωση ήταν και είναι διαφορετική, ξεχωριστή. Υπάρχει, ωστόσο, μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται (στα βήματά της, τουλάχιστον).

Πρώτα διαβάζω. Πολύ και πολλά και διάφορα. Διαβάζω όλα τα έργα του συγγραφέα που πρόκειται να μεταφράσω. Διαβάζω και μερικά συγχρόνων του. Διαβάζω ο τι μπορώ από κείμενα που να με βάλουν στο πνεύμα του συγκεκριμένου βιβλίου (αυτό το κομμάτι είναι πολύ ενδιαφέρον, είτε πρόκειται για ιστορικά, είτε για επιστημονικά δοκίμια). Διαβάζω μεταφράσεις του βιβλίου σε άλλες γλώσσες. Διαβάζω ο τι άλλο δικό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν.

Μετά τ’ αφήνω για λίγο καιρό. Δεν διαβάζω, αλλά το σκέφτομαι. Αυτή η φάση μ’ αρέσει, γιατί χωρίς βιβλία στα χέρια μου αρχίζω και σκέφτομαι το βιβλίο στα ελληνικά. Σιγά-σιγά.

Μετά μεταφράζω. Εδώ δεν έχω κανόνες ή τελετουργικά. Το μόνο που κρατάω με επιμονή: όταν αρχίζω ένα βιβλίο, μεταφράζω καθημερινά ώσπου να το τελειώσω.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις είναι σαν τις γέννες: δεν θυμάσαι τον πόνο τους μετά. Σαν τα παιδιά, όμως, άλλες τις χαίρεσαι περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Αυτή που ακόμα θυμάμαι και χαίρομαι είναι “Οι δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”, εκδ. Άγρα. Αυτό το βιβλίο αστράφτει -με πολλούς τρόπους.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ε, τις “Δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”. Του Walter Moers. Εκδόσεις Άγρα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Έχω μεταφράσει πάνω από 600 βιβλία. Ελπίζω να μεταφράσω πολλά ακόμα, για πολύν πολύν καιρό. Το καλύτερο κομμάτι της δουλειάς είναι η ζωντανή σχέση με τη γλώσσα μας. Την ελληνική, θέλω να πω. Μεταφράζω από αρκετές ξένες γλώσσες. Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σουηδικά, νορβηγικά, ισπανικά. Ξέρω και μια γλώσσα προφορική: ελβετογερμανικά. Ξέρω καλά αρχαία και λατινικά. Αλλά το γλέντι όλο είναι για μένα τα ελληνικά που μιλάμε. Δεν παίρνουν καν απομάγευση. Είναι μια διαρκής και για μένα πανίσχυρη μαγεία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μεταφράζω εδώ και πολλά χρόνια απ’ ευθείας στον υπολογιστή. Δεν έχω PC. Χρησιμοποιούσα και χρησιμοποιώ φορητούς, όλο και μικρότερους. Εξακολουθώ να αγαπώ και να μαζεύω χάρτινα λεξικά.

Για τη μουσική τώρα: αν υπάρχει σύνθεση, που να σχετίζεται με κάποιο (έστω και χαλαρό, μακρινό) τρόπο με το βιβλίο που έχω και δουλεύω, τότε φυσικά την ακούω. Αλλά όχι την ώρα που δουλεύω. Την ακούω σε πρώτη φάση, όταν διαβάζω και ετοιμάζομαι για τη μετάφραση. Όταν μεταφράζω ακούω τζαζ. Ή ραδιόφωνο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ευτυχώς πολλοί. Τώρα αναμετριέμαι με την Τούβε Γιάνσον. Με τα Μούμιν της. Κι ετοιμάζομαι ήδη (δηλαδή διαβάζω και σκέφτομαι και ακούω) για τον Μπατσιγκαλούπι.

Υπάρχουν βέβαια βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει, αλλά τα πρόλαβαν άλλοι.

Κάποια από τα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ. Το δεύτερο βιβλίο του Walter Moers που κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Η Δηλητηριώδης Βίβλος, της Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ, είναι το τελευταίο που θυμάμαι.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι συγγραφέας και ο μεταφραστής μεταφραστής.

Ο μεταφραστής εργάζεται έτσι ώστε τα φώτα να στραφούν ακριβώς στον συγγραφέα.

Ο μεταφραστής “κάνει” Έλληνα έναν ξένο συγγραφέα.

Δυστυχώς μερικές φορές τον “ξεκάνει”.

Η κριτική βέβαια εστιάζει σ’ αυτές τις φορές.

Προτείνω να σκεφτόμαστε πρώτοι εμείς οι μεταφραστές τα παραπάνω. Και να πορευόμαστε ανάλογα. Βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα την παρατήρηση: ας παρατηρήσουμε ποια θέση αναγνωρίζουν στους μεταφραστές άλλες κοινωνίες και/ή άλλες εποχές. Διότι όλες οι κοινωνίες και όλες οι εποχές έχουν χρησιμοποιήσει και χρησιμοποιούν μεταφραστές.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Νομίζω πως λίγοι πια είναι οι άνθρωποι, που πιστεύουν ότι ένα βιβλίο φτιάχνεται αποκλειστικά από τον συγγραφέα του. Ο συγγραφέας είναι ίσως το πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Αλλά σημαντικοί συνεργάτες του είναι πλέον και όλοι όσοι συμμετέχουν στη διαδικασία της “έκδοσης” και της κυκλοφορίας ενός βιβλίου. Στην εποχή μας, που η λογοτεχνία έπαψε να είναι μόνο χάρτινη, υπάρχουν φυσικά κι άλλες κατηγορίες δημιουργών και εργατών της εικόνας και του λόγου, που κρατούν σπουδαίους ρόλους στη γέννηση των βιβλίων. Αυτά όλα σιγά-σιγά αναγνωρίζονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω κρατήσει επαφή με όσους εν ζωή συγγραφείς έχει τύχει να μεταφράσω. Τους ήρωες των βιβλίων τους ξέρω όπως ξέρω τους παλιούς μου φίλους – που δυστυχώς δεν τους βλέπω πια. Τους σκέφτομαι, είναι κομμάτια της ζωής μου, παραμένουν για μένα ζωντανοί κι αληθινοί. Αλλά τα βιβλία δεν τα ξαναδιαβάζω ποτέ.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ων ουκ έστιν αριθμός, δόξα τω Θεώ!

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου ήταν μια έκδοση της Οδύσσειας για παιδιά, εκδ. Ρούγκα, σε κείμενο Μαρίας Ρούγκα. Στη συνέχεια λάτρεψα μέχρι τρέλλας τον Βερν, τον Μαρκ Τουαίην, την Περλ Μπακ κι αμέτρητους άλλους και άλλες. Μεγαλώνοντας μπήκα μέσα σε συγγραφείς και δεν ξαναβγήκα ποτέ: Μπόρχες, Σεφέρης, Βιρτζίνια Γουλφ, ο Χόφμαν, ο Χάντκε, … και … και… και…

Ντρέπομαι που δεν μπορώ να τους αναφέρω έστω όλους. Αισθάνομαι άσχημα. Είμαι πιστή αναγνώστρια. Αν αγαπήσω, αγαπώ για πάντα. Και διαβάζω τα άπαντα.

Είμαι από τους μεγάλους που διαβάζουν συστηματικά αστυνομικά και ιστορικά μυθιστορήματα. Απ’ αυτούς που περιμένουν πώς και πώς το επόμενο βιβλίο του Ρεβέρτε. Που θα διαβάσουν ό,τι κι αν γράψει ο Μάρκαρης, ο Μακριδάκης, ο Λιάκος, ο Eco, η Γαλανάκη, ο Ζουργός, ο Nadolny, ο Nesbo, η Maria Tatar, …και… και… και…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σώγερ, Χωκ Φιν, Γκριμμ και Άντερσεν. Πρέπει, όμως, να ομολογήσω ότι ήμουν από τα παιδιά που διάβασαν πολλές φορές και το “Πώς δενότανε τ’ ατσάλι” και τους “Τρεις Σωματοφύλακες” και τον “Μοντεχρήστο” και την “Καλύβα του Μπαρμπά Θωμά”.

Έχω ξετρελαθεί με το Game of Thrones. Περιμένω πώς και πώς τη συνέχεια.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού. Τον πρωτοδιάβασα φέτος το καλοκαίρι κι ενθουσιάστηκα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Ισμήνη Καπάνταη. Ο Ζουργός. Ο Παλαβός φέτος το καλοκαίρι. Ο Μακριδάκης. Η Γαλανάκη παλιότερα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τεν Τεν. Ο φοβερός και τρομερός Ντόναλντ Ντακ.

Ο Μικρός Σερίφης και ο Μικρός Ήρωας.

Αυτός ο Νάνος στο Game of Thrones….

Ο Μπλε Αρκούδος.

Ο Ζορό.

Ο κύριος Μπένεντικτ στη σειρά του Στιούαρτ.

Ο Λονγκ Τζων Σίλβερ.

Ο Ροβινσώνας (και στην εκδοχή των Ελβετών Ροβινσώνων).

Η Ερμιόνη του Χάρυ Πότερ.

Η Μις Μαρπλ.

Κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προδόθηκα ήδη, έτσι; Διαβάζω κόμικς με μανία σταθερή και πειθαρχημένη. Και Κλασσικά Εικονογραφημένα. Διαβάζω φυσικά και ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Αλλά τα διαβάζω επειδή κάνω τη δουλειά που κάνω. Ενώ χωρίς τον Αστερίξ, τον Τεν Τεν, τον Τζιμ Άνταμς, το Μίκυ, ειλικρινά δυσκολεύομαι να φανταστώ τη ζωή μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Οι σημειώσεις της Φιλοσοφίας και των Βυζαντινών μέσα σε λεωφορεία και τρόλεϋ και ΗΣΑΠ. Επειδή τα διάβαζα για πολύν καιρό. Και όρθια. Και στριμωγμένη.

Διαβάζω πάντα μέσα στα τραίνα και στα αεροπλάνα. Μέσα στην πόλη δεν μπαίνω πια συχνά σε ΜΜΣ.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω τελειώσει το βυζαντινό νεοελληνικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών. Εξακολουθώ να θαυμάζω με πάθος τη γλωσσολογία, τη γραμματική, τη σύνταξη, την ιστορία, τη φιλοσοφία. Εξακολουθώ να λατρεύω το Βυζάντιο και την Αρχαιότητα. Σπούδασα Ιστορία Θρησκειών στη Ζυρίχη. Η Μυθολογία είναι (και μάλλον θα είναι για πάντα) ένας χώρος ζωής για μένα.

Καλή ευκαιρία να πω ότι έχω μάθει πολλά και πολύτιμα πράγματα από πολλούς δασκάλους. Τα χρέη γνώσης τα τιμώ ιδιαίτερα.

Μ’ αρέσει να ξέρω. Μ’ αρέσει να μαθαίνω. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι και να αναδιατάσσω αυτά που ξέρω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζω βιβλία. Γράφω βιβλία. Διδάσκω θεωρία μετάφρασης και παιδικού βιβλίου.

Εδώ κι ένα χρόνο συνεργάζομαι σταθερά με τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Είμαι εδώ μαζί με την Ελένη Σβορώνου η Ομάδα Δημιουργικής Σχέσης με το Παιδικό Βιβλίο, που φέτος στεγάζεται στη KNOT Gallery.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Εντουάρντο Γκαλεάνο, τους Καθρέφτες.

Τον πέμπτο τόμο του Game of Thrones.

Λιάκο, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία.

Ben Haggarty-Adam Bfockbank, Mezolith

Νέσμπο, Χιονάνθρωπος.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού.

Γράφω τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος και τον Ηρακλή.

Μεταφράζω τα Μούμιν της Τούβε Γιάνσον και τον δεύτερο τόμο της σειράς Ρίκο και Όσκαρ, του Andreas Steinhoefel. Ετοιμάζομαι να μεταφράσω το Shipbreakers του Baccigalupi.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω αχόρταγα κινηματογράφο και θέατρο. Είναι από τις σταθερές και αδιάπτωτες σχέσεις της ζωής μου. Η ταινία που δεν ξεχνάω ποτέ μα ποτέ είναι Ο Λώρενς της Αραβίας.

Φετεινό θεατρικό: Χάνσελ και Γκρέτελ, στη KNOT Gallery, σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, ένα είδος θεατρικού αναλόγιου για παιδιά, με σκηνικά κυριολεκτικά εμπνευσμένα, κίνηση αφάνταστη, και ταπεινή αφηγήτρια-μάγισσα κακιά εμένα!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Τρομερά εντυπωσιακές και δυστυχώς περιορισμένες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μ’ αυτό το αντίτιμο μετά χαράς. Το αντίτιμο που θα με σταματούσε αδιαπραγμάτευτα και χωρίς δεύτερη σκέψη θα ήταν άλλο: αν η αιώνια νιότη ήταν μόνο για μένα και όχι για τους άλλους, όχι για τον υπόλοιπο κόσμο μου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν φτάνει που μου κάνετε τόσες ερωτήσεις για τη δουλειά μου και για μένα, θα σας γκρινιάξω κι από πάνω;

Στις εικόνες: E.T.A. Hofmann, J.L. Borges, V. Wolf, P. Handke.

Εντευκτήριο, τεύχος 96 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2012)

Η ακόρεστη τραγική, όχι περιέργεια, μα επαφή με τη ζωή και με τα μεγάλα προβλήματα του καιρού μας είναι το κέντρο του εσωτερικού μου στρόβιλου. Κ’ επειδή είμαι “ελέφτερος άνθρωπος” μπορώ και διακρίνω πως κ’ οι πιο παράταιρες σήμερα προσπάθειες, από τον μπολσεβικισμό ίσαμε το φασισμό, συνεργάζουνται χωρίς να το ξέρουν και να το θέλουν. Γι’ αφτό ό,τι κι αν γράψω δεν μπορεί ν’ αρέσει σε καμιά παράταξη. Παρακαλώ και τους φασίστες και τους μπολσεβίκους να με διαγράψουν από τα τεφτέρια τους. Είναι ολότελα αντίθετο στη φύση μου ν’ ανήκω σε συμορία ή σε κοπάδι…

έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης προς τον φίλο του, νομικό και λόγιο Νικόλαο Πάτρα σε μία από τις πέντε επιστολές του (1931-1933) που μαζί με τρία ακόμα σχέδια επιστολών δημοσιεύονται για πρώτη φορά εδώ, παρουσιασμένες από τον Χρήστο Καββαδά. Σε άλλο, εφαπτόμενο σύμπαν, το κείμενο της Κατερίνα Κωστίου «Ο κριτικός λόγος μεταξύ πολιτικής και τέχνης» αφορά την περίπτωση του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ο κριτικός λόγος του οποίου διακρίνεται από διπλή λειτουργία, ενδεχομένως και σκόπευση: στη φυγόκεντρη εκβολή του συνιστά λόγο πολιτικό, ο οποίος προϋποθέτει κεντρομόλο διαδικασία: την εσωτερική αναμέτρηση με την λογοτεχνία. Άλλωστε ο ίδιος στο εμβληματικό του κείμενο «Υπεροψία και μέθη, ο ποιητής και η ιστορία», γραμμένο στην καρδιά της δικτατορίας και δημοσιευμένο στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970), αναφερόταν στην «αμηχανία του έγκλειστου πολιτικού λόγο που προσφεύγει στην ποίηση, για να αποφύγει την ασφυξία».

«Με αφορμή τη μορφή» ο Άκης Παπαντώνης διατρέχει δισέλιδα την αρχιτεκτονική του έργου του Ζωρζ Περέκ, ο θάνατος το οποίου το 1982 ουδόλως θεωρήθηκε επαρκής λόγος για την διαγραφή του από τη λίστα των μελών της OuiLiPo [Εργαστήρι Δυνητικής Λογοτεχνίας], το δε όνομά του δόθηκε στον αστεροειδή 2817. «Ο τρόπος με τον οποίο ο Περέκ συνθέτει μάταιους κόσμους μέσω κυκλοτερών ή αδιέξοδων αφηγήσεων, κόσμους οι οποίοι έχουν ως συνθήκη δημιουργίας τους την αναπόφευκτη καταστροφή τους, οδήγησε τελικά στην επιβίωση αυτών των λογοτεχνικών ουτοπικών, έστω ως αδιέξοδων εξόδων» λέει ο ερευνητής και θυμάται τα λόγια του συγγραφέα για την πολυπόθητη οικείωση: αυτόείναι για μένα το μόνο μέσον για να συμφιλιωθώ με τον κόσμο, να είμαι ευτυχής ή ακόμα απλούστερα να ζήσω.

Στις Σελίδες για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο οι Χ. Λ. Καράογλου, Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Γεωργούσης και Νικήτας Παρίσης γράφουν για τον ποιητή, κριτικό και βιβλιογράφο, και ο ίδιος τιμώμενος προδημοσιεύει σελίδες από ανέκδοτο αυτοβιογραφικό χρονικό, με αναφορές στις σχέσεις του με τον Στρατή Τσίρκα, τον Γ. Π. Σαββίδη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον Τίμο Μαλάνο, τον Δ. Ν. Μαρωνίτη και τον Οδυσσέα Ελύτη. Στον πεζογραφικό πεζόδρομο, ο Θανάσης Θ. Νιάρχος μοιράζεται αποσπάσματα από ανέκδοτο ημερολόγιο (με ορισμένες απολαυστικές σκωπτικές καταγραφές), ο Χρήστος Μπήτσικας δυο θεατρικούς μονολόγους και ο Πάμπλο Γκουτιέρεθ ένα συγκινησιακό διήγημα παιδικών ηλικιών και γιγαντομαχιών.

Το τεύχος διανθίζεται με την ποίηση των Γιώργου Βέλτσου, Μιχάλη Γκανά (και άρθρα της Πάολα Μαρία Μινούτσι και Κούλας Αδαλόγλου για το έργο του), Γιάννη Κοντού, Νατάσας Χατζιδάκι, Νάκη Σκορδίλη, Μεχμέτ Αλή Οτσομπανλάρ [Τουρκία], Θοδωρή Ρακόπουλου και Ρέζα Σιρμάζ [Ιράν], ένα ακόμα κείμενο για τον Δ. Ν. Μαρωνίτη από τον Άρη Στυλιανού. Στην Camera Obscura παρουσιάζεται το φωτογραφικό πορτφόλιο της Τζίνας [Τρισεύγενης] Άρχοντα «Λίγο πιο κοντά».

Και η ομορφότερη εικόνα μας παραδίδεται από τον Δημήτρη Νόλλα, στο εκτενές του απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, ανάμεσα σε «διαστρωματώσεις μιας προσωπικής αφήγησης» [Ταξίδι στην Ελλάδα]:  Πέρασε μπροστά τους ένα φορτηγάκι, όπου ο πραματευτής είχε στοιβάζει πάνω του ό,τι μπορούσε να χρειαστεί κανείς σ’ εκείνη την ερημιά, από κατσαρολικά μέχρι σεντόνια και κάθε είδους υφάσματα, γι’ αυτό και στο κούτελο του παρμπρίζ κάποιος μερακλής είχε καλλιγράψει με λαμπερά μπλε γράμματα ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ σχεδιάζοντας και μιαν αφύσικη τελική τελεία, έχοντας πιθανόν να υπογραμμίσει το προσωπικό του στυλ, όπως έδειχνε το υπερβολικό της μέγεθος. Λίγα μπαλόνια ανέμιζαν  δεμένα στο πίσω μέρος της καρότσας. Έβαλαν τα γέλια σαν παιδιά, βλέποντάς τα να υψώνονται ένα μπουκέτο γαλάζια, κόκκινα, κίτρινα και λευκά, που άρχισαν να στροβιλίζονται όπως χαρταετοί στον αέρα, σαν να προσπαθούσαν να μετατρέψουν το φορτηγάκι σε αερόστατο, σαν να μπορούσαν τα προικιά ν αναληφθούν στα ουράνια… [σ. 18]

[176 σελ.]

Παρουσίαση του τεύχους στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου (απ’ όπου και οι φωτογραφίες) εδώ. Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.