Μαριάννα Κουμαριανού – Ο δράκος που έπλεκε λέξεις

Το παραμύθι του νερού και της αγάπης

Θυμάμαι μια αξέχαστη αφήγηση παραμυθιού στο μαγειρείο του Άγιου Ευφρόσυνου στο Λουτράκι αλλά και πολλές άλλες ανάλογες διηγήσεις – παραστάσεις σε καφενεία διαφόρων χωριών που μου μεταφέρθηκαν με ενθουσιασμό: σε όλες εντάσσονταν με περίτεχνο τρόπο τα πλούσια κοιτάσματα της παράδοσης και των λαϊκών παραμυθιών. Σε όλες τις περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν θαυματουργό και οι μικροί θεατές/ακροατές σιωπούσαν με αδημονία. Όμως η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία για παιδιά δεν αντλεί από τον παραπάνω πλούτο, ο οποίος, όχι μόνο ζει και αναπνέει αλλά και συνεχίζει να καταγράφεται αλλά και να είναι πολλαπλώς προσβάσιμος.

Ευτυχώς εδώ έχουμε μια από τις λίγες εξαιρέσεις, καθώς η συγγραφέας δεν εμπνέεται μόνο από μια ανάλογη ιστορία αλλά ήρθε η ίδια σε επαφή με τον απόηχό της, κατά την επίσκεψή της σε κάποιο ορεινό χωριό που αποκαλύπτεται σα ενδότερα. Εκεί το νερό κυριαρχεί με τον τρόπο που κυριαρχούσε τις παλιές εποχές σε ανάλογους τόπους: με βρύσες και κρήνες, με ρυάκια και ποτάμια, και φυσικά συνοδεύεται από μύθους, θρύλους και ιστορίες αγνώστου μητρός.

 

Ο δράκος αυτού του παραμυθιού είναι καλός και πλέκει λέξεις τις οποίες χαρίζει στους ανθρώπους μέσω του νερού. Πρόκειται για λέξεις χειροποίητες με αγάπη και δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνουν την αγάπη και όλες τα θετικά συναισθήματα, όπως, βέβαια, και την ευεργετική αίσθηση του νερού. Όμως το ίδιο αυτό πλούσιο σε λέξεις και νοήματα νερό λειτούργησε και ως τόπος συνάντησης των ανθρώπων όλων των ηλικιών, ένα ψυχωφελές σημείο συνύπαρξης

 Όμως, είναι γνωστό ότι οι τύραννοι και οι κακοί αφέντες απεχθάνονται τα θετικά συναισθήματα,  τα χαμόγελα και την επικοινωνία των ανθρώπων και φυλακίζουν αν δεν εξοντώνουν εκείνους που τα δημιουργούν. Η εξουσία τους δεν είναι παρά ο καλυμμένος τους φόβος. Ο δράκος βρίσκεται φυλακισμένος στα έγκατα της γης, οι άνθρωποι παύουν να γνωρίζουν νέες λέξεις, ο ποταμός στερεύει, το νερό χάνεται. Όλοι κλείνονται στα σπίτια τους, αντικοινωνικοί και φοβισμένοι, το χαμόγελο χάνεται από τα πρόσωπά τους κι ένας ολόκληρος κόσμος αλλάζει.

Ποιος μπορεί να ξεκινήσει η αλλαγή της κατάστασης αν όχι από μια νεαρή κοπέλα (η απόδοσή αποτελεί μια από τις εκθαμβωτικές ζωγραφιές των τελευταίων χρόνων) που γνωρίζει το παρελθόν και υποφέρει στο παρόν; Είναι ο δικός της θρήνος που έλκει έναν νερό άντρα τα παράγωγα της λύπης τους δάκρυα ζωογονούν τα άδεια ρυάκια και τα γεμίζουν νερό, επαναφέροντας κάθε ωφέλιμη λειτουργία του. Ο δράκος δεν ζωντανεύει, γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της λαϊκής παραμυθολογίας αποδέχεται τα συναισθήματα και κοιτάζει κατάματα την απώλεια, με γλυκά λόγια και παρηγοριά. Σημασία δεν έχει η ανάσταση ή η επιστροφή των αγαπημένων χαμένων αλλά η μνήμη και η μνημόνευσή τους, και κυρίως η έμπνευση από αυτούς. Ο δρακάκος ζει όταν συνεχίζουμε εκείνα που ο ίδιος όρισε, τις ωραίες λέξεις, τα συναισθήματα της αγάπης, τις συναντήσεις γύρω από το νερό. Κι ίσως αν κοιτάξουμε προσεκτικά με άλλου είδους μάτια ψηλά στον ουρανό, να τον δούμε ως αστερισμό γαλήνιο και χαμογελαστό.

Η ηχώ της παράδοσης, το παράδειγμα της ήρεμης ροής του ποταμού και των ρυακιών, που ορίζει έναν ιδανικό ρυθμό ζωής, η σημασία της φύσης και ειδικότερα του νερού στην καθημερινότητα αλλά και την ψυχολογία μικρών και μεγάλων, ο ύμνος της αγάπης και της συνύπαρξης, όλα γεμίζουν αυτό το βιβλίο που διαβάζεται ως σύγχρονο και παλιό συνάμα παραμύθι, με τις παύσεις, τις προσφωνήσεις και την έντονη αίσθηση προφορικότητας. Ως προς την εικονογράφηση, ουδέν σχόλιο – οι λίγες ενδεικτικές εικόνες αρκούν. Η δουλειά της Ρένιας Μεταλληνού αποτελεί μοναδική περίπτωση, καθώς απογειώνει κάθε βιβλίο που εικονογραφεί.

Εικονογράφηση: Ρένια Μεταλληνού

Ηλικία: 6+
Εκδ. Καλέντη, 2022, σελ. 40. Μεγάλο μέγεθος [23×33 εκ.]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Αλεσσάντρο Μπαρίκκο – Προς Εμμαούς

Όλοι εμείς, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων

Μυθιστορήματα «ενηλικίωσης» υπάρχουν αμέτρητα, όμως είναι πάντα εντελώς διαφορετικό να διαβάζεις μια ανάλογη ιστορία από τον Αλεσάντρο Μπαρίκο. Το σχήμα της μύησης του νεαρού αφηγητή συμπεριλαμβάνει τους τρεις φίλους με τους οποίους αποτελεί μια αχώριστη συντροφιά από τότε που θυμάται τον εαυτό του, δεκαέξι-δεκαεφτά χρονών εκκολαπτόμενοι άντρες, που μεγαλώνουν σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου η καθολική χριστιανική πίστη αποτελεί έναν αυτονόητο κορμό στήριξης, και ένα κορίτσι που ονομάζεται Άντρε. Οι Λούκα, Σάντο, Μπόμπι και ο ανώνυμος αφηγητής πιστεύουν γιατί δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη δυνατότητα και πρόκειται για μια πίστη με πάθος, «σαν φυσική ανάγκη, σαν σπέρμα κάποιας τρέλας». Όλοι οι άλλοι που δεν πιστεύουν μοιάζουν σιλουέτες στον ορίζοντα και προχωρούν μεγαλόπρεποι και ατιμώρητοι. Είναι ένας διαφορετικός κόσμος και η Άντρε έρχεται από αυτόν.

Η Άντρε είναι το κορίτσι που συμπυκνώνει και ταυτόχρονα εξατομικεύει την κυριαρχική θηλυκή παρουσία στον αρσενικό εφηβικό κόσμο. Ο νεαρός αφηγητής εκφράζει πρώτα ένα καθολικό παράπονο: «Εμείς την βλέπουμε αλλά είναι δύσκολο να πεις αν μας βλέπει ποτέ εκείνη». Ύστερα καταγράφει τα πρώτα σημαντικά δεδομένα: Τονίζεται στο άλφα, οπότε είναι ένα όνομα που υπάρχει μόνο για εκείνη. Είναι ωραία με ξεχωριστό τρόπο και χωρίς να το θέλει. Αντροφέρνει λιγάκι, έχει μακριά μαλλιά αλλά με την παραφορά Ινδιάνας, ποτέ δεν τα μαζεύει ή τα βουρτσίζει, απλώς τα έχει. Φαντάζει αρχέγονη· κινήσεις και μισόλογα μοιάζουν προεκτάσεις της ομορφιάς της. Για την μητέρα της η ομορφιά της είναι σαν μαχαιριά στο πλευρό – όλοι ξέρουν πως έτσι είναι και πως τίποτα δεν μπορεί να γίνει γι’ αυτό.

Για την παρέα του το γυναικείο σώμα είναι το αντικείμενο μιας συστηματικής αναβολής. Σαν να μην είναι ανάγκη να κοιτάξεις και άλλο, το σώμα της είναι μόνο ένας τρόπος να στήνεται ή να φεύγει. Την Άντρε φαίνεται να την απασχολούν άλλα πράγματα, πιο περίπλοκα. Έτσι δεν είναι κανενός η Άντρε, όμως εμείς ξέρουμε πως συνάμα είναι ολωνών. Στην πραγματικότητα δεν έχουν παρά το σκοτάδι, το ίδιο που την καταπίνει κάθε βράδυ και τις φήμες, σύμφωνα με τις οποίες πως περιμένει στις τουαλέτες των σινεμά οποιονδήποτε την επιθυμεί. Μέχρι που μαθαίνεται ότι είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει αλλά κάποιος την έσωσε.

Ο μύθος της Άντρε μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Η συντροφιά των τεσσάρων πηγαίνει στο σημείο να δει το μαύρο νερό, αυτό που αντίκρισαν τα μάτια της και ύστερα το αναζητούν μέσα στα ίδια της τα μάτια. Αν υπήρχε δύναμη που σε σπρώχνει να πηδήξεις, εμείς δεν την γνωρίζαμε. Επιπρόσθετα, η Άντρε βγήκε από την κοιλιά της μητέρας της ακριβώς την στιγμή που εκείνη που θα ήταν η μεγαλύτερη αδελφή της ξεψυχούσε – τα πνευμόνια της Άντρε πήραν για πρώτη φορά εισπνοή την στιγμή ακριβώς που τα πνευμόνια της αδελφής της άφηναν την ύστερη πνοή, σαν από μια φυσική δυναμική συγκοινωνούντων δοχείων, σαν δυο κοριτσάκια που αντάλλαξαν μεταξύ τους ζωή.

Αυτός ο άλλος κόσμος από τον οποίο προέρχεται η Άντρε είναι χωρισμένος από τον δικό τους με ένα ταξικό χάσμα. Οι άλλοι είναι φαινομενικά ανώτεροι αλλά έχουν όλοι τους τραγική μοίρα. Αντίθετα εμείς έχουμε παππούδες που ζουν αιώνια κάθε Κυριακή, ακόμα και την τελευταία προτού πεθάνουν, πηγαίνουν στο ίδιο ζαχαροπλαστείο ν’ αγοράσουν τις ίδιες πάστες. Παράλληλα και αυτονόητα: Έχουμε τυφλή εμπιστοσύνη στους γονείς μας, αυτό που βλέπουμε στο σπίτι είναι η σωστή και ισορροπημένη πορεία των πραγμάτων, το πρωτόκολλο αυτού που θεωρούμε ψυχική υγεία. Όμως αντιλαμβάνεται ότι η δική τους τάξη ζει σε ένα περιβάλλον καμωμένο από καταπιεσμένο πόνο και καθημερινές λογοκρισίες και σαν ζώα του έλους γνωρίζουν μόνο τον κόσμο εκείνο, και για εκείνους αυτό το έλος είναι φυσιολογικό. Γι’ αυτό είναι σε θέση να μεταβολίζουν, σκέφτεται, απίστευτες δόσεις δυστυχίας εκλαμβάνοντάς τες ως την υποχρεωτική πορεία των πραγμάτων και ούτε τους περνάει από το μυαλό η υποψία ότι κρύβουν πληγές που πρέπει να αναταχθούν.

Η τετράδα των φίλων προσφέρει εθελοντική εργασία στο τοπικό νοσοκομείο κυρίως δίπλα σε ανήμπορους γέροντες και είναι με κάποιο τρόπο σταρ στην ενορία τους: έχουν έναν παπά διάσημο για τον τρόπο που κηρύττει κι ένα συγκρότημα με το οποίο παίζουν στην λειτουργία του. Η μουσική τους είναι ωραία μόνο εκεί – δεν θα έμενε τίποτα από αυτήν, αν γινόταν βορά του έξω κόσμου. Ο ιερέας είναι τυχερός αφού οι παπάδες σώζονται γιατί είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν, με τον τρόπο που ζουν σώζονται κάθε στιγμή, γιατί την κάθε στιγμή αυτοί δεν ζουν, οπότε δεν μπορεί να ξεσπάσει η καταστροφή. Όσο για την Άντρε, τώρα μαθαίνει την ύπαρξή τους, καθώς της προτείνουν να τραγουδάει μαζί τους κι έτσι ο έρωτάς τους μπορεί να έχει περισσότερο αντίκρισμα – έστω και απλώς κυριολεκτικά. Σ’ έναν σχεδόν παράλληλο κόσμο, ο αφηγητής μοιράζεται με μια άλλη φιλενάδα ένα υπέροχο μυστικό παιχνίδι: μια αλληλογραφία κρυφά από τον εαυτό τους. Παράλληλα με αυτό που λένε και ζούνε, ανταλλάσσουν σημειώματα, σαν να είναι εκείνοι οι δυο, αλλά μια άλλη, δεύτερη φορά. Μαγκώνουν τα μπιλιετάκια σ’ ένα παράθυρο του σχολείου όπου κανείς δεν πλησιάζει και η πιθανότητα να τα διαβάσει κάποιος άλλος είναι περιορισμένη, όση ακριβώς χρειάζεται για να προσδώσει λίγη ένταση στην υπόθεση.

Ο αφηγητής θέλει να δει πώς είναι ο έρωτας για τους ανθρώπους του Θεού κι έτσι, όπως αναφέρει για την παρέα των συντρόφων, πολύ πριν πιστέψουν στον Θεό πίστεψαν στον άνθρωπο. Για εμάς, γράφει, για εμάς είναι πολύτιμα όσα οι άλλοι περιφρονούν, είμαστε ενάντιοι και διαφορετικοί. Μεγαλώνουμε με την ιδέα πως είμαστε ήρωες ενός παράξενου είδους όμως, που δεν παράγεται από την κλασική τυπολογία του ήρωα, δεν αγαπούν τα όπλα και την βία, είναι ήρωες γένους θηλυκού, και εισβάλλουν στην κοσμοχαλασιά χωρίς εφόδια, με μια παιδιάστικη αθωότητα, με τον ίδιο σταθερό και ταπεινό βηματισμό, όπως ο Ιησούς της Ναζαρέτ περπάτησε τον κόσμο, ορίζοντας ένα πρότυπο συμπεριφοράς αήττητο, όπως έδειξε η ιστορία. Κάπου στο βάθος αυτής της ανεστραμμένης εποποιίας αναζητούν και βρίσκουν τον Θεό και στην ουσία καταλήγουν στην δημιουργία που της γίνουν το όνομα Θεός.

Ο έρωτάς τους με την Άντρε φτάνει ως την ένσαρκη πραγματοποίησή του, καθώς θα εγκυμονήσει τον βλαστό κάποιου από τους φίλους επισπεύδοντας την πορεία των πραγμάτων, απομακρύνοντάς τους ακόμα περισσότερο από την ανηλικότητα. Η εξαφάνιση του Σάντο φέρνει τους φίλους στην μητέρα του, που, περισσότερο σαν ικεσία παρά ερώτηση, αναζητά να μάθει για την μυστική τους ζωή, η οποία πλέον περιελάμβανε περάσματα από τα στέκια των αγοραίων γυναικών. Δε φανταζόμασταν πως θα έφτανε σε τέτοια άκρα κι όμως βρήκε το θάρρος να το κάνει – γιατί στην άβυσσο των μανάδων μας, απαρατήρητη υποβόσκει πάντα μια απαράμιλλη τόλμη. Τη συντηρούν σε λανθάνουσα κατάσταση, ανάμεσα στις συνετές κινήσεις μιας ολάκερης ζωής, για να μπορούν να την διαθέσουν ολοκληρωτικά τη μέρα που υποψιάζονται ότι είναι προορισμένες από η μοίρα να το κάνουν.

Η βιβλική ιστορία της εμφάνισης του Ιησού στους Εμμαούς στοιχειώνει τον αφηγητή καθώς διαπιστώνει την εφαρμογή της στην ίδια του την ζωή. Ο Ιησούς περπατούσε στον δρόμο προς την κωμόπολη Εμμαούς ως ένας άγνωστος διαβάτης δίπλα σε δυο άντρες ή μαθητές του και συζητούσαν για όσα συνέβησαν στο Γολγοθά και για όσα φημολογούνταν για την συνέχεια. Τον προσκάλεσαν να μοιραστούν το φαγητό τους και μόνο όταν έφυγε συνειδητοποίησαν ότι πρόκειται για εκείνον, έκπληκτοι που δεν κατάφεραν να τον διακρίνουν. Σε εκείνη την ιστορία όλοι δεν ξέρουν. Στην αρχή και ο ίδιος ο Ιησούς φαίνεται να μην ξέρει για τον εαυτό του, για τον θάνατό του. Έπειτα, οι μαθητές του δεν ξέρουν γι’ αυτόν. Ακριβώς η ίδια αίσθηση κατακλύζει τον κεντρικό ήρωα: καθώς η ζωή κυλάει προς την ενηλικότητα, καθώς βιώνει την απώλεια των φίλων και την ενδεχόμενη πατρότητα, αυτός που δεν πρόλαβε να καταλάβει πώς να είναι ο ίδιος ένας γιος, καθώς η Άντρε παύει να είναι η αδιαφιλονίκητη βασίλισσα του κόσμου της, αναρωτιέται:

Πώς μπορέσαμε να μην ξέρουμε, για τόσο πολύ καιρό, τίποτα από όσα ήταν, και παρ’ όλα αυτά να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι με ό,τι και όποιον συναντάμε στον δρόμο μας; Μικρές καρδιές- τις τρέφουμε με μεγάλες ψευδαισθήσεις και στο τέλος της διαδικασίας περπατάμε σαν απόστολοι στην Εμμαούς, τυφλοί δίπλα σε φίλους και έρωτες που δεν αναγνωρίζουμε- δείχνοντας εμπιστοσύνη σ’ ένα Θεό που δεν ξέρει παραπάνω απ’ τον εαυτό του. Γι’ αυτό γνωρίζουμε την πορεία των πραγμάτων κι έπειτα δεχόμαστε το τέλος τους, χάνοντας πάντα την ουσία τους. Είμαστε χάραμα αλλά επίλογος – αέναη αργοπορημένη ανακάλυψη [σελ. 66]. Σκεφτόμουν ότι δεν έχουμε καμία δυνατότητα να καταλάβουμε τίποτα, για τίποτα, καμία στιγμή. Για τους γονείς μας, για τα παιδιά μας – για όλα ίσως [σελ. 134].

 

Η πένα του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο μετατρέπει κάθε ιστορία, χιλιοειπωμένη ή μη, σε μοναδική αναγνωστική εμπειρία. Θα συνεχίσουμε με αυτόν τον σπάνιο συγγραφέα, παρουσιάζοντας και όλα τα υπόλοιπα έργα του.

Εκδ. Πατάκη, 2010, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, σελ.156 [Alessandro Baricco, Emmaus, 2009].

Στις εικόνες έργα των: 1. Montserrat Guidol, 2. Remed, 3. Αγνώστων, 4. [Crimson Crayon aka Shane Superman]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 256.