Osamu Dazai – Όχι πια άνθρωπος

Η τραγωδία ενός «γελοίου» ( ; ) ανθρώπου

Ο Ξένος του Καμύ, ο Φύλακας στη σίκαλη του Σάλιντζερ, πολλοί ήρωες του Ντοστογιέφσκι αλλά και εκείνοι των βιβλίων Οι απόψεις ενός κλόουν του Χάινριχ Μπελ και Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας του Χένρι Μίλερ, οι ενσαρκωτές της φιλοσοφίας του Υπαρξισμού, οι μισάνθρωποι του Τόμας Μπέρνχαρντ, ο δουλοπρεπής χαρακτήρας του Ρόμπερ Βάλζερ στο Γιάκομπ Φον Γκούντεν, οι χαμένοι στο Τόκιο ήρωες του βιβλίου του Riu Murakami Σχεδόν διάφανο γαλάζιο, συνομιλούν όλοι με τον Γιόζο, κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου, που είναι βέβαια και απόλυτα διαφορετικός. Πρόκειται για το τέκνο της συγγραφικής πένας ενός άγνωστού μας εδώ αλλά απολύτως ιδιότυπου και εξαιρετικά ενδιαφέροντα συγγραφέα, που αυτοκτόνησε μαζί με την σύντροφό του λίγο μετά την δημοσίευση του έργου, ενώ η αρχική σκέψη της αυτοχειρίας του έγινε όταν αυτοκτόνησε ο Ριουνόσουκε Ακουταγκάουα, συγγραφέας που αποτελούσε ορόσημο (και) για τον Νταζάι.

Ο Γιόζο ξεκινά την ζωή του επιθυμώντας να ευχαριστεί τους πάντες αλλά σύντομα ανακαλύπτει πως η αντίληψή του για την ευτυχία είναι εντελώς διαφορετική από όλων των άλλων. Αναρωτιέται αν κάνει λάθος που σκέφτεται ότι όλοι οι άνθρωποι γύρω του έχουν γίνει τόσο μεγάλοι εγωιστές και είναι τόσο πεπεισμένοι πως είναι φυσιολογικός ο τρόπος ζωής τους ώστε να μην αμφισβητούν ποτέ, ούτε μια φορά τον εαυτό τους. Όταν καταλήγει ότι από όλο το ανθρώπινο γένος μόνο αυτός είναι διαφορετικός, αρχίζει να κάνει τον γελωτοποιό, «έναν μασκαρά που η κάθε του λέξη είναι ένα ψέμα». Όλες οι αγωνίες κλειδώνονται μέσα του και σταδιακά τελειοποιείται στο ρόλο του φαιδρού εκκεντρικού. H προοπτική να γίνει σεβαστός τον φοβίζει όσο τίποτα. Είναι πεπεισμένος πως η ανθρώπινη ζωή βρίθει λαμπρών παραδειγμάτων αυθεντικού και ανέξοδου φαρισαϊσμού – ανθρώπων που εξαπατούν αλλήλους ελαφρά τη καρδία χωρίς να πλήττονται ή ανθρώπων που φαίνεται ακόμα και να αγνοούν ότι εξαπατούν ο ένας τον άλλον.

Ο φόβος για τα ανθρώπινα όντα συνεχίζει να τον ταλανίζει και η άρνηση για την παραμικρή εμπιστοσύνη στην γνώμη τους σύντομα μετατρέπεται σε κυνικότητα και μισογυνισμό. Οι αίθουσες διδασκαλίας και οι κοιτώνες δεν του φαίνονται παρά χωματερές διαστρεβλωμένων σεξουαλικών επιθυμιών. Η γνωριμία του με τον Χορίκι, ένα «γνήσιο ρεμάλι της πόλης», του προσφέρει την αίσθηση ότι νοιώθουν και οι δυο αποπροσανατολισμένοι. Φυσικά, σκέφτεται, ο άλλος δεν έχει επίγνωση της φαιδρότητάς του. Ο Γιόζο δεν αργεί να καταλάβει ότι ο καπνός, το αλκοόλ και οι πόρνες αποτελούν «έξοχα μέσα κατευνασμού του φόβου του για τους ανθρώπους». Υποτιμά τις εκδιδόμενες γυναίκες αλλά αισθάνεται ασφάλεια στην αγκαλιά τους. Σύντομα διαπιστώνει ότι ως προς όλες τις γυναίκες γύρω του υπάρχει μια αύρα μελό ονειροφαντασίας.

Περίεργος, αρνητικός και κυνικός για οτιδήποτε, ακολουθεί τον φίλο του σε μια μυστική Κομμουνιστική συγκέντρωση κάποιας αδελφότητας, όπου βρίσκει «ξεκαρδιστικά διασκεδαστικό να βλέπει τους “συντρόφους” του, με τα πρόσωπά τους γεμάτα ένταση λες και συζητούσαν ζητήματα ζωής και θανάτου, απορροφημένους στη μελέτη θεωριών τόσο στοιχειωδών ώστε να εμπίπτουν στην κατηγορία του “ένα κι ένα κάνουν δυο”». Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο συγγραφέας υπήρξε κομμουνιστής και κάποτε συνελήφθη, αλλά η πολιτική του εμπειρία δεν μείωσε στο παραμικρό την απέχθειά του για τους ανθρώπους.

Αν οι άνθρωποι αρέσκονται συνειδητά ή μη να γελοιοποιούνται, γιατί να μην πράξει και αυτός την έσχατη γελοιοποίηση ως παράσταση ενώπιόν τους; Αν οι άνθρωποι είναι τόσο σκάρτοι, είναι δυνατόν ο εαυτός να αποτελεί εξαίρεση; Κατακλυσμένος από τα βασανιστικά ερωτήματα περί της ζωής που παραμένουν εσαεί αναπάντητα, συνεχίζει να βυθίζεται στον κόσμο των παράνομων γυναικών και της μέθης και σταδιακά εθίζεται στη μορφίνη και στην σκέψη της αυτοχειρίας. Η σχέση του με μια ιδιαίτερη γυναίκα, η είσοδος σε ψυχιατρική κλινική και ο ύστατος πλησιασμός της αυτοκτονίας αποτελούν τους επόμενους σταθμούς της ζωής του μέχρι τον Τερματικό.

Ο άντρας που εσκεμμένα προκαλούσε το γέλιο των ανθρώπων στην απεγνωσμένη του επιθυμία να διατηρήσει τον ελάχιστο σύνδεσμο μαζί τους, που θέλησε να βρει διέξοδο στην τέχνη και να ζωγραφίσει τα δαιμόνιά του αλλά στα έργα του έρχονταν ακόμα πιο εφιαλτικά, αναζητά απεγνωσμένα μια ζωή έξω, έξω από κάθε οικογένεια ή ανθρώπινο δεσμό. Όμως μήπως το περιβάλλον της μεταπολεμικής Ιαπωνίας είναι καλύτερο; Είναι εχθρικότερο από ποτέ: είναι ένας κόσμος που κλυδωνίζεται μεταξύ παλαιάς και νέας εποχής, αρχαίας αξιοπρέπειας και σύγχρονης παρακμής. Και τι μπορεί να του προσφέρει η απάνθρωπη Ιαπωνία που γνωρίζει από την πίσω της πλευρά;

Ο Γιόζο, που συνεχίζει μέχρι σήμερα να εισχωρεί σε διάφορα manga, έχει πλείστα κοινά σημεία με τον συγγραφέα [λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Tsusima Shuji, 1909 – 1948], ο οποίος επιδόθηκε σε ανάλογη ζωή, υπήρξε μορφινομανής έκανε δυο απόπειρες αυτοκτονίας (στην μία από τις οποίες έχασε την ζωή της η φίλη του) και τελικά αφαίρεσε την ίδια του την ζωή στην ηλικία των τριάντα εννιά. Η ταύτιση των δυο σε πολλά σημεία είναι απόλυτη και παραμένει το ερώτημα του ποσοστού λογοτεχνίας και αυτοβιογραφίας στην εν λόγω νουβέλα. Αλλά τι σημασία έχει; Η ζωή του, όπως όλων μας, χωρίστηκε σε τρεις φάσεις – «παιδική ηλικία, εφηβεία, ενήλικη φάση» και στην αναπότρεπτη πορεία προς την εύρεση ενός κέντρου όπου ο εαυτός μας μπορεί να βρει αυτό που αναζητά.

Χωρισμένο σε τρία σημειωματάρια, ένα για κάθε μια από τις παραπάνω περιόδους της ζωής του, τα οποία παραδόθηκαν, υποτίθεται, μαζί με αντίστοιχες φωτογραφίας, από μια γυναίκα προς τον συγγραφέα, τυπικό εύρημα αφηγηματικής «αληθοφάνειας», το βιβλίο εκδόθηκε στα ελληνικά το 2022 και από άλλους δυο εκδοτικούς οίκους, τις εκδ. Gutenberg – Δαρδανός με τίτλο Δεν ήμουν πια άνθρωπος (μτφ. Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος) και από τις εκδ. Bibliotheque με τίτλο Όχι άνθρωπος πια (μτφ. Πάνος Σταθόγιαννης).

Εκδ. Διόπτρα, 2022, μτφ. Έφη Τσιρώνη, σελ. 174. [Ningen Shikkaku / No longer human]. Πρόλογος: Φιλήμων Πατσάκης.

Για το Γιάκομπ Φον Γκούντεν του Ρόμπερ Βάλζερ, διαβάστε εδώ.

Για το Διάφανο, σχεδόν γαλάζιο του Riu Murakami, διαβάστε εδώ.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 250, εδώ.

Deborah Marcero – Σ’ ένα βάζο μέσα

Η ωραιότερη συλλογή του κόσμου

Ο Λουέλιν είναι ένας ιδιαίτερος κούνελος που έχει μια ωραία και σπάνια συνήθεια. Κουβαλάει παντού μαζί του ένα γυάλινο βάζο και τοποθετεί εκεί οτιδήποτε κρίνει πως αξίζει να βλέπει και να διατηρεί. Ένα φύλλο, ένα φτερό, ένα μανιτάρι. Καρποί, κοχύλια, λουλούδια, πετρούλες, όλα έχουν το βάζο τους. Τι γίνεται όμως με τα ζωάκια που θαυμάσαμε σε μια βόλτα μας; Δικαιούμαστε να αιχμαλωτίσουμε ένα έντομο, ένα σαλιγκάρι, μια κουκουβάγια; Ο Λουέλιν δεν θα το έκανε ποτέ, άρα πώς γίνεται να εμφανίζονται και αυτά στα βάζα του; Και, ακόμα, πώς είναι δυνατόν να αποθηκεύει στα δοχεία του το ίδιο το ουράνιο τόξο, τον ήχο της θάλασσας ή την μαγεία του χειμώνα; Πώς χωράει μέσα τους ένα  ολόκληρο ανοιξιάτικο λιβάδι με παπαρούνες;

Τότε διαπιστώνουμε ότι ο Λουέλιν δεν «αιχμαλωτίζει» αντικείμενα που άγγιξε αλλά οτιδήποτε είδε και θαύμασε και τώρα θέλει να κρατήσει ζωντανό στο μυαλό του. Φυλάσσει έναν κατακλυσμό φθινοπωρινών φύλλων κι όταν ανοίξει το καπάκι, αυτά γεμίζουν τον χώρο του· το σμήνος των πουλιών που γέμισαν τον ουρανό θα πετάξει και στο δωμάτιο. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να συλλέγονται οι αναμνήσεις, να μπαίνουν σε κουτάκια ή βαζάκια και να είναι πρόσφορες σε κάθε ζήτηση; Φυσικά και είναι, το βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας!

Και είναι δυνατόν, μετά από όλα αυτά, να δει το βυσσινί χρώμα ενός ηλιοβασιλέματος και όχι μόνο να μην το αποθηκεύσει αλλά και να μη δώσει ένα από τα πρόσθετα βαζάκια του σε μια λαγουδίνα, την Έβελιν, που το θαυμάζει κι εκείνη; Μια φιλία γεννιέται αλλά και κοινές εξορμήσεις για περισυλλογή όλων των αξιοθαύμαστων που συμβαίνουν παντού. «Μάζευαν πράγματα που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι χωράνε καν σε βάζο. Με κάποιον τρόπο όμως χωρούσαν». Χοροί στο χιόνι και κούπες με ζεστό ρόφημα, μισοφέγγαρα και έναστροι ουρανοί. Μια από τις εκδηλώσεις της φιλίας, το μοίρασμα μιας ιδέας και η μετάδοση μιας συνήθειας έχει ήδη συμβεί.

Η ιστορία προχωράει ένα βήμα παραπέρα: τι γίνεται όταν η καθημερινή επαφή των φίλων διακόπτεται για λόγους ανωτέρας βίας; Οι οικογένειες μετακομίζουν, μετοικούν, μεταναστεύουν και οι μικροί αποχωρίζονται. Η οικογένεια της Έβελιν αναχωρεί από την γειτονιά, Ένα βάζο του Λουέλιν θα μείνει άδειο γιατί μέσα του λάμπει δια της απουσίας της η χαρά. Τώρα, λοιπόν, η φιλία των δυο κουνελιών θα χαθεί; Όχι, θα συμβεί το ακριβώς αντίθετο γιατί όχι μόνο θα συνεχιστεί η συνήθεια αλλά θα αποτελέσει το ομορφότερο μέσο επικοινωνίας: με την … ταχυδρομική ανταλλαγή βάζων οι εμπειρίες γίνονται αντικείμενο μοιράσματος και επικοινωνίας όσο μακρινή κι αν είναι η μεταξύ τους απόσταση.

Με τον τρόπο αυτό ο ένας «βλέπει» και «αισθάνεται» την καθημερινότητα του άλλου. Αυτά που δεν μπορούν να διηγηθούν ζωντανά, μπορούν να τα ανταλλάξουν με τον τρόπο που ξέρουν, καθώς τα πάντα χωράνε στα βαζάκια, και όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και της πόλης: τα πολύχρωμα φώτα της, οι ήχοι της, οι αμέτρητοι άνθρωποί της. Και η ιστορία θα παραμείνει ανοιχτή: ένας νέος ανυποψίαστος κούνελος, ο Μάξ, βρίσκεται στο δάσος φίλος, ο Λουέλιν έχει πάντα ένα περίσσιο βάζο μαζί του και η αλυσίδα της φιλίας και των συλλογών συνεχίζεται.

Ακόμα κι αν γνωρίζαμε ή υποψιαζόμασταν τα πολύτιμα δώρα του Λουέλιν, τώρα που τα μοιράζεται με τους αναγνώστες του τα βλέπουμε καθαρά και ανάγλυφα: μας προτρέπει να ζούμε στο παρόν, να μην προσπερνάμε στις ωραίες μας στιγμές, αλλά να επιστρέφουμε σε αυτές, να τις ξαναχαζεύουμε και να τις συλλογιζόμαστε. Να μην αγνοούμε τα «αυτονόητα» του φυσικού κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, από το χρώμα ενός ηλιοβασιλέματος ή ενός λουλουδιού, τον ήχο ενός πουλιού, την λάμψη ενός αστεριού. Να γινόμαστε κι εμείς συλλέκτες αγαθών, όχι των υλικών αλλά όλων όσων φιλοξενούνται στη μνήμη μας. Και να κρατάμε τους δεσμούς της φιλίας με ανάλογα μοιράσματα, ακόμα κι αν η ζωή μας χωρίζει σε διαφορετικούς τόπους.

Από την βορειότερη άκρη των Ηνωμένων Πολιτειών η Μαρσέρο, με ανήσυχες σπουδές στην Ζωγραφική, την Χαρακτική, την Φωτογραφία και την Ποίηση, και με επαγγελματική δοκιμασία ως Δασκάλα, δεν γράφει μόνο όλα τα παραπάνω αλλά και τα εικονογραφεί με χρώματα που τους προσδίδουν μια εντύπωση ονειρική, σα να ζωγραφίζονται συναισθήματα και μνήμες. Είναι, τέλος, ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε πολλά κάδρα επιλέγει να φτιάξει τους αξιαγάπητους κούνελους σε μικρό μέγεθος μέσα σε μεγάλο φόντο, ακριβώς, υποθέτω, για να αποδώσει όλο το θαύμα που βρίσκεται γύρω μας αλλά δεν το βλέπουμε.

Ηλικίες: 3+

Εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ. 40, μτφ. Μάρω Ταυρή [In a jar, 2020].

Ιστοσελίδα της συγγραφέως και εικονογράφου εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Σημείωση: Εννοείται ότι οι δυο εικόνες με το κείμενο στα αγγλικά είναι από την αντίστοιχη έκδοση.