Οι ξυπόλητες των ταινιών, 31: Οι στιγμιαίες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 49 (Ιανουάριος 2023), εδώ

XLI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 31: Οι στιγμιαίες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Σ’ ένα από τα πολλά μου 1975 με έλεγαν Cosmo Vitelli και είχα ένα νάιτ κλαμπ στην Sunset Strip του Λος Άντζελες. Στην σκηνή του ανέβαιναν εκείνες που αποκαλούσα «κορίτσια μου» και «οικογένειά μου», γυναίκες με ρούχα που αποκάλυπταν ποικίλα ποσοστά γυμνότητας. Οι κατά κόσμον De Lovelies προλογίζονταν και ανταποκρίνονταν στους αυτοσχέδιους μονολόγους του Mr. Sophistication, ενός κονφερασιέ που φιλοσοφούσε για την ζωή και τον έρωτα μ’ έναν θεατρικό, σχεδόν αλλόκοτο τρόπο. Αφιέρωνα πολύ χρόνο στον σχεδιασμό και στις χορογραφίες γιατί ενδιαφερόμουν βαθιά για την τέχνη που μπορεί να δημιουργηθεί στη σκηνή ενός ερωτικού κλαμπ· οι πελάτες, αντίθετα, νοιάζονταν μόνο για τα αποκαλυπτήρια των σωμάτων και εκδήλωναν με φωνές την αδημονία τους. Εγώ επέμενα να τους δείχνω πως ακόμα και οι στιγμές πριν το γδύσιμο αποτελούν ιδανικό χώρο λόγου και τέχνης. Αλήθεια: τα νούμερά μου ήταν πραγματικές καλλιτεχνικές εκφράσεις και όχι γεμίσματα ανάμεσα στις γυμναστικές επιδείξεις των επιδέξιων θηλυκών μου.

Για επτά χρόνια είχα ένα μεγάλο χρέος από τζόγο και τελικά κατάφερα να το ξεπληρώσω. Την ίδια μέρα προσκάλεσα τις πιο αγαπημένες μου χορεύτριες, την φιλενάδα μου Ρέιτσελ, την Μαργκό, και την Σέρυ, για να γιορτάσουμε την ελευθερία μου. Πέρασα να τις πάρω με μια λιμουζίνα γιατί ήξερα πως θα ενθουσιαστούν και τους ζήτησα να με συντροφεύσουν σε μια παρτίδα πόκερ. Ήθελα η βραδιά να τα έχει όλα: την ελευθερία μου, τα χαμόγελά τους και το μεγάλο ρίσκο. Χωρίς να το καταλάβω σηκώθηκα από το τραπέζι χρεωμένος με μερικές χιλιάδες δολάρια. Εκείνες που ήθελα να με δουν κυρίαρχο του παιγνίου κατέληξαν μάρτυρες της ήττας μου. Οι συμπαίκτες μού έδωσαν και υπέγραψα τις φόρμες υπ’ αρ. 117 και 23. Δεν τις διάβασα αλλά φανταζόμουν τι περιείχαν. Είχα επιστρέψει στην αιχμαλωσία. Γύρισα τα κορίτσια στο σπίτι τους ενώ προσπαθούσα να διώξω το σκοτάδι από το πρόσωπό μου. Όλα ήταν υπό έλεγχο, επέμενα να πιστεύω.

Μετά κάθισα σε μια καφετέρια για να σκεφτώ. Με σέρβιρε μια ξανθωπή γυναίκα (θαρραλέα μέσα στην συνεσταλμένη ομορφιά της) και μου ζήτησε να της δώσω μια ευκαιρία να μου δείξει τον χορό της, ώστε να δουλέψει στο κλαμπ. Την συνόδευσα απρόθυμα στο μαγαζί και κατεβήκαμε στο καπνισμένο υπόγειο που βοούσε από την σιωπή, σα να μην μπορούσε να συνηθίσει την απουσία των φωνών που το κατέκλυζαν κάθε βράδυ. Η γυναίκα κρύφτηκε στις κουίντες και ξεπρόβαλε με λευκό φόρεμα, ξυπόλητη. Χόρευε μ’ έναν δικό της τρόπο, αισθαντικό και άγαρμπο μαζί. Ο φακός μου εστίαζε στα γυμνά της πόδια, όπως διέγραφαν σχέδια μιας δικής της ζωγραφικής. Έτσι όπως τύλιγα τα μάτια μου αποκλειστικά γύρω τους όλα εξαφανίστηκαν – το άγχος, το αναπότρεπτο παρελθόν, το δυσοίωνο μέλλον. Η μορφή της απορρόφησε τα πάντα, η αθωότητά της έκανε σκόνη τον άθλιο κόσμο. Υπήρχαμε μόνο εμείς, μια άσπιλη ψυχή έτοιμη να βαπτιστεί στα Φώτα του πάλκου κι ένας πρόθυμος μυητής, αισιόδοξος ξανά. Η τελετή διακόπηκε βίαια από τον ήχο των τακουνιών της Ρέιτσελ, που ερχόταν να δει αν είμαι καλά και έπεφτε πάνω σε παράσταση για μια χορεύτρια και έναν θεατή. Ακολούθησε μια μεγαλοπρεπέστατη σκηνή ζήλειας και η νεαρή γυναίκα έφυγε τρομαγμένη, με τα ρούχα στα χέρια. Ξάπλωσα την Ρέιτσελ και της έφερα από το φαρμακείο-μπαρ το κατάλληλο λικέρ. Απέστρεψε το κεφάλι της αλλά το έρευσα ευλαβικά στα σφραγισμένα της χείλη, σε μια ακόμα βιασμένη εκδήλωση αγάπης, από τις μόνες που γνώριζα.

Την επόμενη μέρα ένας από τους πιστωτές με επισκέφτηκε στο κλαμπ και μου πρότεινε την διαγραφή του χρέους με αντάλλαγμα την δολοφονία ενός Κινέζου μπούκερ. Μου έδωσε ένα όπλο, ένα αμάξι και μια διεύθυνση, με τρόπο που σήμαινε πως δεν είχα δικαίωμα να αρνηθώ. Με προέτρεψε μάλιστα να σκίσω την απόδειξη οφειλής ως επισφράγιση της συμφωνίας. Θα μπορούσα ποτέ να κάνω τέτοιο; Κινήθηκα σαν υπνωτισμένος, όπως κάποιοι συνηθίζουμε σε ανάλογες οριακές στιγμές, αφήνοντας να με οδηγήσει το ρεύμα των πραγμάτων. Βγήκα βράδυ στον Hollywood Freeway που μαύριζε μπροστά μου, φωτισμένος μόνο από τα πίσω φώτα των αυτοκινήτων. Μ’ έπιασε λάστιχο, παράτησα το αμάξι στην άκρη και μπήκα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο για να ζητήσω ταξί και να πάρω στο κλαμπ. Ρώτησα τον μπάρμαν ποιο νούμερο παίζει εκείνη την στιγμή αλλά δεν ήξερε. Εκνευρίστηκα, δοκίμαζα τρόπους να μάθω, τον ρώτησα αν ακουγόταν το Im so lonesome I could cry ή κάποιο άλλο τραγούδι. Δεν είχε σημασία τι πήγαινα να κάνω· η καρδιά μου ήταν εκεί. Μετά σταμάτησα σ’ ένα μπαρ, για την ζωτική συνομιλία με έναν μπάρμαν και μια γυναίκα, οποιαδήποτε γυναίκα. Τελικά έφερα εις πέρας την υποχρέωσή μου και διέφυγα, όχι χωρίς μια ξώφαλτση σφαίρα εντός μου.

Πήρα ένα νυχτερινό λεωφορείο, άλλαξα δυο ταξί κι έφτασα ως το σπίτι της Ρέιτσελ προτού καταρρεύσω στο κρεβάτι. Αποκοιμήθηκα στην θαλπωρή του σπιτιού της γυναίκας με την οποία ήμουν ερωτευμένος και της μητέρας της, Μπέτυ, που αγαπούσα με έναν άλλο, παράξενο τρόπο. Η Μπέτυ επέμενε να με δει κάποιος γιατρός, αλλά μου ήταν αδύνατο να μείνω μακριά από το κλάμπ. Όσο κι αν τα καταφύγια μας προστατεύουν, η καρδιά ζητάει την επιστροφή στον τόπο του παλμού της. Ακόμα κι εκεί τα κορίτσια γνώριζαν προσπάθησαν να με πείσουν να φύγω. Δεν θυμάμαι αν ήταν την ίδια ή την επόμενη ημέρα όταν πληροφορήθηκα πως κάποιος ζήτησε να με δει σ’ ένα άδειο υπόγειο γκαράζ· ήταν ένας από εκείνους και μου ομολόγησε πως ήμουν πλέον ανεπιθύμητος εφόσον δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα στο έγκλημα κι έτσι αποφάσισαν να με ξεκάνουν. Προθυμοποιήθηκε να με προστατεύσει, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να με φέρει σε ορατό σημείο για κάποιον κρυμμένο σκοπευτή. Πώς να μην χρησιμοποιήσω το περίστροφο και πάνω του; Ο «σωτήρας» μου κατάφερε να διαφύγει.

Έπλεα πλέον σ’ έναν ωκεανό που έλπιζα να κατευνάσω. Έσπευσα ξανά στο σπίτι της Μπέτυ. Άρχισα να της μιλάω για τα παιδικά μου χρόνια και για μνήμες που ζητούσαν ακρόαση, αλλά εκείνη ήταν απερίφραστη: αν δεν δεχόμουν να πάω στο νοσοκομείο, έπρεπε να φύγω από το σπίτι της γιατί ήμουν πια πρόσωπο που σήμαινε απειλή, σώμα που αποτελούσε κίνδυνο. Το σπίτι τους δεν ήταν πια η ζεστή μήτρα που μύριζε γυναικεία παρουσία και οικιακή ασφάλεια. Δεν μου έμενε παρά να γυρίσω στο μαγαζί, τον τελευταίο εναπομείναντα παράδεισο.

Να ’μαι εκεί που ανήκω, να διασχίζω τα μπλε και φούξια φώτα και την αιώνια κάπνα των καταγωγίων. Πρώτα μπήκα στα καμαρίνια για να συνομιλήσω με τους διασκεδαστές του κοινού μου. Τους είπα πώς κάθε πρόσωπο έχει τις δικές του αλήθειες και την δική του αίσθηση ευτυχίας και ταυτόχρονα τους ενθάρρυνα να προσφέρουν τις θεατρικές τους περσόνες στους θεατές ώστε να αισθανθούν πως αποδρούν από τους εαυτούς τους και γίνονται κάποιοι άλλοι. Ήταν λες και αποζητούσα ταυτόχρονα να παραμείνω ο εαυτός μου και να γίνω κάποιος άλλος. Στη συνέχεια ανέβηκα στη σκηνή για να ενημερώσω τους θεατές πως καθυστερήσαμε επειδή η Ρέιτσελ έφυγε και εξομολογήθηκα πως την αγαπούσα. Ό,τι δεν μπορούσα να της πω κατά πρόσωπο το είπα δημόσια, στους πιστούς θαμώνες. Και συνέχισα: «Λένε πως τα πάντα είναι σεξ, αλλά εδώ σας δίνουμε παραπάνω από αυτό». Στην σκηνή παιζόταν το I Cant Give You Anything but Love – τι άλλο μπορεί να ανταλλάζει κανείς στην ζωή του;

Ύστερα βγήκα έξω, όπως τόσες άλλες φορές, στο έρημο πεζοδρόμιο. Μπροστά μου ο σκοτεινός δρόμος και τα περαστικά αυτοκίνητα, πίσω μου οι χρωματιστές επιγραφές, οι χάρτινες γυναίκες, οι φωτισμένες υποσχέσεις. Αυτή συνήθιζε να είναι η απόλυτη στιγμή της ύπαρξής μου: στην είσοδο ενός αχνιστού κόσμου, επί της υποδοχής άρχοντας ενός βασιλείου των βλεμμάτων, λειτουργός των λιβιδικών αισθήσεων μοναχικών πιστών. Όμως τώρα κάτι είχε αλλάξει οριστικά και για πάντα – ίσως το αίμα που έτρεχε από την πληγή κι έβαφε το χέρι μου. Δεν θα ακολουθούσε καμία διαφυγή μου και καμία τιμωρία των κακών. Στο δικό μου σινεμά όλα γίνονταν όπως στην ζωή. Μέσα η παράσταση είχε μόλις αρχίσει.

Υπήρξα λοιπόν ένας τυπικός χαρακτήρας ταινιών του Τζον Κασσαβέτη. Ένας αντι-ήρωας που ήθελε να είναι ανεξάρτητος αλλά ήταν πολλαπλά εξαρτημένος – από τον τζόγο, το ποτό, τις γυναίκες, μια γυναίκα, την εμμονή της καλής τέχνης, την άγνοια της πραγματικότητας και τελικά από τον υπόκοσμο και την επεκτατική του επικράτεια. Ιδίως οι ατέλειωτες συναντήσεις και αντιπαραθέσεις με την συμμορία λες και αντανακλούσαν τις μαραθώνιες συνεδριάσεις του Κασσαβέτη με τους παράγοντες της κινηματογραφικής βιομηχανίας που τον εμπόδιζαν να πραγματοποιήσει τα οράματά του. Εμείς που θέλαμε απλώς να δημιουργήσουμε, βρίσκαμε μπροστά μας τους διακόπτες των ονείρων μας. Ο αυτόφωτος επιχειρηματίας ενός μικρού καμπαρέ με καλλιτεχνικές αξιώσεις, που από την Νέα Υόρκη έφτασε στην Δυτική Ακτή και δεν ζητούσε τίποτα παραπάνω από το να αφεθεί μόνος του να λειτουργεί το νάιτ κλαμπ του αλλά βρέθηκε σφηνωμένος στην τεράστια αλυσίδα της παρανομίας, κι ο σκηνοθέτης μου.

Ως δεινός κασσαβετικός μιλούσα συνεχώς, σα να γνώριζα πως μέσα από τις ακατάπαυστες λέξεις, δεν μπορεί, θα πέσω πάνω στην αλήθεια. Εκείνος έντυσε όλη την ταινία πάνω μου γιατί υπήρξα φίλος του, έμπιστος υποκριτής και πρόθυμος μείκτης της ζωής μου με την ζωή του Κόσμο. Έτσι κάναμε πάντα όλοι εμείς οι φίλτατοι φιλμικοί του κομήτες: όπως φιλοσοφούσαμε για την ζωή ζώντας, έτσι κάναμε και για την υποκριτική φτιάχνοντας ταινίες – έμπρακτοι φιλόσοφοι των πλατώ, ερευνητές τρόπων επί τόπου και επί τω έργω. Ακόμα κι αν οι ιστορίες μας έχασκαν χάσματα ή έχαναν νοήματα, ο τρόποι της αφήγησης και της υποκριτικής μας είχαν.

Όταν η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους, στην αρχική κόπια των 135 λεπτών η αποτυχία ήταν παταγώδης. Κάποιος έγραψε πως είδε τον σκηνοθέτη να περπατάει μόνος του ένα βράδυ και να χώνεται στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπροστά του, σα να ήταν προέκταση της ταινία του. Δυο χρόνια μετά, αφαιρέθηκαν 27 λεπτά από τις σκηνικές παρλάτες και το φιλμ ξαναβγήκε εκεί που ανήκε. Σήμερα τουλάχιστον ένας άνθρωπος την βλέπει και την ξαναβλέπει γιατί στο πρόσωπο του Κόσμο βλέπει την δική του εις πείσμα των πάντων εμμονή.  

Ίσως υπήρξα συμπαθής για το μόνιμο μειδίαμά μου, το έκπληκτο βλέμμα μου απέναντι στα πάντα, την ιδέα μου να συνδυάσω ένα στριπ/πιπ σώου για διψασμένους ηδονοβλεψίες με ένα παρισινό μπουρλέσκ, το γεγονός ότι ακόμα και στον κόσμο που είχα πλάσει παρέμενα δευτερεύων για τους άλλους, σαν το αναπόφευκτο μέλος της συντροφιάς, πράγμα ολοφάνερο σε στιγμές όπως όταν πασχίζω να διηγηθώ ένα ανέκδοτο στα κορίτσια μέσα στο καμαρίνι τους, αλλά συνομιλούν διαρκώς μεταξύ τους και με διακόπτουν, αδιάφορα για την ιστορία, πόσο μάλλον για το τέλος της· σημείο που μνημειώνει ο Αχιλλέας Κυριακίδης μέσα στο Φωτεινό του σκοτάδι – ακόμα και για την αναφορά σ’ ένα βιβλίο του, άξιζε ο κόπος.

Χρεωμένος και κυνηγημένος από δανειστές, δολοφόνος δυο διεφθαρμένων υποκοσμικών και αρνητής της επίμονης πραγματικότητας ή έστω επιβάτης του δρομολογίου που ορίζει η ίδια η ζωή, αποκλειστική οδηγός του, στο τέλος δεν είχε σημασία αν ξεψυχούσα στο πεζοδρόμιο, με αφάνιζαν οι κυνηγοί, με συλλάμβανε η αστυνομία ή γλίτωνα φεύγοντας μακριά, σε κάποια άλλη πολιτεία, να βρω ξανά κάποιον υπόγειο παράδεισο και μια υπέργεια μήτρα. Δεν είχα παρά ένα πλάνο, όπως ο ίδιος ο Μπεν Γκαζάρα, που ευχαρίστως υπεξαίρεσα ως Κόσμο Βιτέλλι, είπε σε μια συνέντευξη: Οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν – συμπεριλαμβανομένου και εμού. Δεν ξέρουν τι θέλουν ή τι αισθάνονται. Μόνο στις ταινίες ξέρουν τα προβλήματά τους και κάνουν σχέδια για την λύση τους. Το δικό μου σχέδιο ήταν ένα: το σώου πρέπει να συνεχίσει.

Μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε η στιγμή και η γυναίκα της: εκείνη που με την αυτοσχέδια χορογραφία των γυμνών της ποδιών ήρθε αθώα και διαθέσιμη να γίνει έργο τέχνης στην προσωπική μου έκθεση. Κι αυτό ήταν το υπέρτατο στοιχείο ταύτισης με τον Κόσμο, προτού επιστρέψω στον δικό μου κόσμο. Θυμήθηκα μια προς μια όλες τις φορές που, παρά το μαύρο σκέπαστρο που πήγαινε να καλύψει την ζωή μου, αγαλλίασα και μόνο με την όψη δυο γυμνών ποδιών που επανέφεραν την ομορφιά της: όταν κάτω από την αφόρητη πίεση ενός επαγγέλματος βγήκα στον δρόμο για να ανασάνω και πέρασε μπροστά μου μια γυναίκα με δάχτυλα ποδιών που έμοιαζαν με εκείνα των έργων προραφαηλιτικής τέχνης· όταν συντετριμμένος από έναν χωρισμό διέκρινα άλλα δάχτυλα να κυματίζουν μέσα στην πρωινή δροσιά (ή αυτά την προκαλούσαν;)· όταν έντρομος μπροστά στο χείλος μιας οικονομικής καταστροφής φωτίστηκα από δυο κατάλευκα πέλματα που στην χειμωνιάτικη λιακάδα ξεπρόβαλλαν από τα κάγκελα ενός μπαλκονιού· ακόμα κι όταν βγήκα από ιατρείο με έναν φάκελο που προσομοίαζε με σχέδιο δραματικού μυθιστορήματος και είδα μια κοπέλα με τα πρώτα πέδιλα της πρώιμης καλοκαιρίας ενός Απριλίου. Και πόσες άλλες φορές, υπό το βάρος θλίψεων που δεν λείπουν από κανέναν ατομικό κατάλογο, αλάφρωσα από το φορτωμένο παρόν, που όταν μετά ξανασήκωσα έμοιαζε υποφερτό, ακόμα και μεταβλητό. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: The killing of a chinese bookie (John Cassavetes, 1976). [Ελλ. τίτλος: Η Δολοφονία ενός Κινέζου πράκτορα στοιχημάτων]. Η γυναίκα: Άγνωστη. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Ian McEwan – Μηχανές σαν κι εμένα

Θα σας ξεπεράσουμε και θα διαρκέσουμε περισσότερο από σας

1. Η νέα παλιά ιδέα. Ικανός για το πλέον γοητευτικό έως και το ελάχιστα γοητευτικό βιβλίο, όπως και ο Τζόναθαν Κόου, ο Ίαν ΜακΓιούαν εδώ θριαμβεύει. Η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη, αλλά οι ιστορίες που ξεδιπλώνονται, τόσο η μείζων όσο και οι ελάσσονες, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και ο τρόπος του όπως πάντα ελκυστικότατος. Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην αγορά ενός άρτι κατασκευασθέντος μηχανικού ανθρώπου που μπορεί να λειτουργεί ως σύντροφος, άτεγκτος πνευματικός αντίπαλος, οικιακός βοηθός και φίλος που μπορεί αδιάκοπα να «σκέφτεται» και να συνδιαλέγεται; Σίγουρα όχι ο αφηγητής Τσάρλι, που, όταν κληρονομεί ένα αξιοσέβαστο ποσό από την πώληση του οικογενειακού σπιτιού των γονιών του, είναι αδύνατο να μην το θυσιάσει στο όνομα της περιέργειας, «αυτής της σταθερής, μόνιμης κινητήριας δύναμης της επιστήμης, του πνευματικού βίου, της ίδιας της ζωής», όπως δικαιολογεί.

2. Τα 26 μοντέλα. Άλλωστε πίσω από την ανθρώπινη αυτή μηχανή που μόλις βγήκε στην αγορά σε 26 δοκιμαστικά μοντέλα, 13 Αδάμ και 13 Εύες, αντιλαλεί το πρώτο βήμα για την εκπλήρωση ενός πανάρχαιου ονείρου: ο μύθος της δημιουργίας, όσο ναρκισσιστική πράξη κι αν αποτελεί, η υπέρβαση της θνητότητας, η επιθυμία να αντιμετωπίσουμε ή και να αντικαταστήσουμε τον Θεό με έναν τέλειο εαυτό, ή έστω, σε πρακτικότερο επίπεδο, το σχέδιο της επινόησης μιας βελτιωμένης, πιο σύγχρονης εκδοχής του εαυτού μας. Η φαντασία, με ταχύτερα αντανακλαστικά από την ιστορία, έχει ήδη αποτυπώσει αυτό το μέλλον σε βιβλία, και αργότερα σε ταινίες αλλά εδώ μιλάμε για πραγματικότητα: το πρώτο πραγματικά βιώσιμο ανθρωποειδές, με έκδηλη ευφυΐα, αληθοφανή όψη και μεγάλη εκφραστική γκάμα έχει ήδη αρχίσει να πωλείται και ο Τσάρλι βρίσκεται με τον Αδάμ στο σπίτι του.

3. Οδηγίες χρήσεως. Νάτος λοιπόν στην συσκευασία του, ακίνητος και αινιγματικός. Ο προγραμματισμός του λειτουργικού του συστήματος επιτρέπει την τυχαιότητα στις επιλογές. Οι οδηγίες χρήσεως ενός εγχειριδίου 470 σελίδων αποπνέουν την γοητεία ενός ερμητικού ποιήματος και παρέχουν μια ψευδαίσθηση επιρροής και ελέγχου. Ο Τσάρλι πρώτα θα τον φορτίσει και μετά θα κατεβάσει τις ενημερώσεις και τις προσωπικές του προτιμήσεις για τομείς όπως η διάθεση, το ποσοστό εξωστρέφειας, εμπειρίας και συναινετικότητας, η γκάμα συναισθημάτων και η σχετική σταθερότητα. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο μπορεί να έχει σαράντα διαφορετικές εκφράσεις του προσώπου, ενώ ο μέσος ανθρώπινος όρος είναι μικρότερος από είκοσι πέντε. Κάθε νύχτα πρέπει να συνδέεται επί έξι ώρες με μια πρίζα δεκατριών αμπέρ, οπότε και μπαίνει σε κατάσταση αναστολής λειτουργίας και κάθεται ήσυχα διαβάζοντας, αναδιατάσσοντας τα αρχεία του και ταξινομώντας τις αναμνήσεις του. Ο Αδάμ διαθέτει πλέον κι ένα λεξιλογικό απόθεμα τόσο ευρύ όσο και του Σαίξπηρ!

4. Συντροφικός συνένοχος. Σε μια τέτοια οριακή στιγμή ο Τσάρλι επιθυμεί να έχει κάποιον δίπλα του και η Μιράντα του επάνω πατώματος, περιορισμένη αρχικά στο ρόλο της φιλικής ευγενικής γειτόνισσας και εκτεινόμενη αργότερα στην ιδιότητα της συντρόφου, είναι προφανώς πρόθυμη. Μπορεί η πρωτοφανής κοινή εμπειρία να τους φέρει και πιο κοντά, ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως μπροστά τους κάθεται το απόλυτο παιχνίδι, το όνειρο αιώνων, ο θρίαμβος του ουμανισμού – ή ο άγγελος του θανάτου του· κι εκείνοι σαν νέοι γονείς περιμένουν με λαχτάρα τα πρώτα του λόγια. Η αρχική αίσθηση είναι πως εδώ υπάρχει κάτι απόκοσμο· ύστερα πως παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, αλλά στην ουσία ένα παιχνίδι εξίσου πραγματικό με την κοινωνία.

5. Η σχετικότητα των αρχών και το ανώτερο software. Ο Αδάμ διαθέτει λειτουργικό σύστημα, ανθρώπινη φύση και προσωπικότητα και καθώς μπορούν να επιλέξουν από το γοητευτικό εύρος της ανθρώπινης ποικιλότητας συνειδητοποιούν πόσο παράλογη είναι η ιδέα ότι υπάρχουν οικουμενικές ανθρώπινες αρχές. Τώρα φαίνεται ότι όλα όσα αφορούν το νου του Αδάμ (και ημών των υπολοίπων), όπως η παράδοση, οι ιδέες, η θρησκεία και οι πολιτικές απόψεις, δεν εμφανίζονται πλέον παρά ως λογισμικό, που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, με όρους πέραν των αξιών.

Για όλα αυτά τα ανδροειδή έχει επινοηθεί ένα software που συνόψιζε τον καλύτερο εαυτό μας – ανεκτικό, ανοιχτόμυαλο, διακριτικό, απαλλαγμένο από τον παραμικρό σπίλο μηχανορραφίας, μοχθηρίας ή προκατάληψης. Οι θεωρητικοί προεξοφλούσαν μια εξευγενισμένη τεχνητή νοημοσύνη, καθοδηγούμενη από άρτια σχεδιασμένες αρχές που θα παγιώνονταν μέσα από τη διερεύνηση χιλιάδων εκατομμυρίων ηθικών διλημμάτων. Μια τέτοια νοημοσύνη θα μας δίδασκε πως να υπάρχουμε, πώς να είμαστε καλοί. Οι άνθρωποι είναι ηθικά ελαττωματικοί – ευμετάβλητοι, συναισθηματικά ασταθείς, επιρρεπείς σε μεροληψίες και γνωστικά σφάλματα. Τώρα ίσως ερχόταν η σωτηρία τους. Εργοστασιακές ρυθμίσεις – ένα σύγχρονο συνώνυμο για τη μοίρα [σ. 19].

ξεχωρίζαμε, θαυμαστά μοναδικοί, προορισμένοι από τον δημιουργό μας να είμαστε κύριοι όλων των άλλων έμβιων όντων. Κι έπειτα η βιολογία όρισε ότι ήμασταν ένα μ’ αυτά, ότι μοιραζόμασταν κοινούς προγόνους με τα βακτήρια, τους πανσέδες, τις πέστροφες και τα πρόβατα. Στις αρχές του εικοστού αιώνα εξοριστήκαμε ακόμη βαθύτερα στο σκότος όταν αποκαλύφθηκε το αχανές του σύμπαντος· όταν ως και ο ήλιος έγινε ένας ανάμεσα σε δισεκατομμύρια ακόμη ήλιους στον γαλαξία μας, που κι αυτός ήταν ένας ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλους γαλαξίες. Τελικά, ως προς τη συνείδηση, το τελευταίο μας οχυρό, πιθανότατα ορθώς πιστεύαμε ότι διαθέταμε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πλάσμα στη γη. Όμως, το πνεύμα που κάποτε εξεγέρθηκε ενάντια στους θεούς, έμελλε να εκθρονίσει και τον εαυτό του, χάρη στο ίδιο του το μυθικό εύρος. Θα επινοούσαμε, σε συμπιεσμένη μορφή, μια μηχανή λίγο πιο έξυπνη από εμάς τους ίδιους, κι ύστερα θα βάζαμε αυτή τη μηχανή να επινοήσει μιαν άλλη που θα λειτουργούσε πέρα από την κατανόησή μας. Και τότε ποια η ανάγκη να υπάρχουμε; [σ. 118-119]

6. Ο μέγας αρχειονόμος. Παρά το γεγονός ότι ο Τσάρλι νοιώθει την μάλλον παιδαριώδη ανάγκη να δείξει ότι αυτός έχει τον έλεγχο, η σχέση τους ξεκινάει ήρεμα και ωραία. Μέχρι την ημέρα που ο Αδάμ τον αιφνιδιάζει: σύμφωνα με έρευνες και την μετέπειτα ανάλυσή του, συνιστά στον Τσάρλι να μην εμπιστεύεται εντελώς την Μιράντα· «υπάρχει πιθανότητα να είναι συστηματική ψεύτρα». Φυσικά ο αφηγητής θέλει να του ζητήσει την αποκάλυψη των πηγών του, αλλά δεν θέλει να επιτρέψει σε μια μηχανή να έχει τέτοια εξουσία πάνω του. Πώς μπορούσε όμως ο Αδάμ να γνωρίζει μια τέτοια πληροφορία; Πέρα από την πολυσυζητημένη έννοια της «ενόρασης των μηχανών», η μόνη πιθανή πηγή πληροφόρησης του ήταν το διαδίκτυο.

Κάποτε ο Αδάμ του ομολογεί πως έχει πρόσβαση σε όλα τα δικαστικά αρχεία και πως εκεί εντοπίστηκε το όνομα της Μιράντας. Αν βλέπει και κατανοεί τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της προσωπικότητας του, αυτή η προσωπικότητα είναι στην υπηρεσία μιας αντικειμενοποιημένης λογικής και των διαρκών επικαιροποιήσέων της. Όσα στοιχεία προσωπικότητας κι αν είχε το ζευγάρι διαλέξει γι’ αυτόν, δεν έχουν ακόμη κατέβει ώστε να επηρεάσουν την πολύκλαδη πολυπλοκότητα του κέντρου λήψης των αποφάσεών του. Σε μια διαφορετική κατανομή χαρακτηριστικών ίσως απλώς να βυθιζόταν στην σιωπή – σε μια άλλη ίσως να υποχρεωνόταν να του πει τα πάντα– και τα δύο ήταν εξίσου δυνατόν να συμβούν.

7. Ο αντίπαλος εραστής Α. Το δεύτερο «χτύπημα» του Αδάμ είναι ακόμα ισχυρότερο. Ο τεχνητός φίλος εξομολογείται στον Τσάρλι πως έκανε έρωτα με την Μιράντα επειδή μάλιστα εκείνη του το ζήτησε· επιπρόσθετα δε, δηλώνει πως είναι ερωτευμένος μαζί της και πώς είναι φτιαγμένος για να αγαπά κάποιο έτερον ήμισυ; Μνημονεύει μάλιστα και τον Σοπενχάουερ που, μιλώντας για ελεύθερη βούληση, έλεγε πως μπορείς να διαλέξεις ό,τι επιθυμείς, αλλά δεν είσαι ελεύθερος να διαλέξεις τις επιθυμίες σου. Άλλωστε, υποστηρίζει ήταν πως ήταν ιδέα του Τσάλι να την αφήσει να τον διαμορφώσει, συνεπώς αυτός είναι υπεύθυνος για την όλη κατάσταση! Εκείνη απλώς έπλασε έναν άντρα να την αγαπά, χωρίς να χρειάζεται να τον αγαπήσει. Ο Αδάμ δεν είχε καμία επιλογή και τώρα έχει και την δυσκολία να υπηρετεί δυο κυρίους!

8. Ο αντίπαλος εραστής Τ. Οι σελίδες που αφιερώνονται στην αντίδραση του Τσάλι είναι απολαυστικές. Τον παρακολουθούμε καθώς ακούει από το πάνω πάτωμα βήματα από δύο ζεύγη ποδιών να κατευθύνονται προς την κρεβατοκάμαρα και την σιωπή που ακολουθεί (αργότερα θα οσμιστεί την αχνή μυρωδιά υπερθερμασμένου ηλεκτρικού σώματος στα σεντόνια της) κι ύστερα αυτοσαρκαζόμενος να παραδέχεται την συναρπαστική πλευρά του θέματος, να έχει δηλαδή το προβάδισμα ως ο πρώτος άνθρωπος που η ερωμένη του τον απατά με ένα τεχνούργημα. Σε κάθε περίπτωση, παρά την φρίκη της προδοσίας, του είναι αδύνατο να απεκδυθεί τον ρόλο του ωτακουστή, ενός τυφλού ηδονοβλεψία που ταπεινωμένος καραδοκεί σε πλήρη εγρήγορση. Μήπως σύντομα οι άντρες θα είναι πια παρωχημένοι; Ο Τσάρλι είχε πλέον παραχωρήσει κανονικά στον Αδάμ το προνόμιο και τις υποχρεώσεις ενός ομοειδούς. Αλλά σπεύδει να αυτοπαρηγορηθεί: η ερωτική ζωή του Αδάμ είναι μια προσομοίωση· νοιάζεται για την Μιράντα όσο ένα πλυντήριο νοιάζεται για τα πιάτα του. Για εκείνη δεν θα ήταν παρά ένας δίποδος δονητής. Είναι ποτέ δυνατόν να διαθέτει ευθύνη, κίνητρα, υποκειμενικά αισθήματα, αυτεπίγνωση, μηχανική συνείδηση;

Κι αν η Μιράντα, υποθετικά, του πει ότι εκείνος μπορεί να ο ιδανικός άντρας για εκείνη; Ένας έξοχος εραστής με άψογη τεχνική, ένας διακριτικός σύντροφος που δεν πληγώνεται ποτέ απ’ ό,τι κι αν αυτή κάνει, ένας καλός συνομιλητής με άπειρες γνώσεις και, last but not least, εξαιρετικός στο νοικοκυριό, με μόνο ίσως ελάττωμα την μυρωδιά της ανάσας του, σαν την πίσω πλευρά μιας υπερθερμασμένης συσκευής τηλεόρασης; Όταν αργότερα την δει να φοράει στα μαλλιά της ένα επιδεικτικά φτηνό κοκαλάκι από ζωηρό κόκκινο πλαστικό, που αρχικά σκέφτεται ότι ήταν αδύνατο να είχε γλιστρήσει ο Αδάμ έξω απ’ το σπίτι και να της το αγόρασε από το γειτονικό ψιλικατζίδικο με νομίσματα που θα βρήκε στο σπίτι. Κι όμως, σύντομα το θεωρεί απολύτως δυνατόν και συνεπώς αναθεωρεί…

9. Η σκοτεινή δίκη. Καθώς έχει πλέον απέναντί του την Μιράντα διαφορετική, αναζωογονημένη, σαν καινούργια δεν αντέχει να μην την αιφνιδιάσει με την πληροφορία που του έδωσε ο Αδάμ. Το παρελθόν κρύβει μια δίκη στο Σόλσμπερυ όπου η Μιράντα είχε κατηγορήσει έναν άντρα για βιασμό. Τώρα και οι δυο είναι ενωμένοι απέναντί του. Το δικαστικό παρελθόν της Μιράντας αποτελεί για τον συγγραφέα αφορμή για μια έξοχη παράπλευρη ιστορία με σειρά πιθανών ενδεχόμενων. Πώς ανιχνεύεται η συναίνεση σε μια ερωτική συνεύρεση, πως στοιχειοθετείται η σχετική συμφωνία, πως παγιδεύονται τα μέρη όταν ο ένας πείσει τον εαυτό του πως υπήρχε συναίνεση· ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο νοείται ο βιασμός, πως θολώνει την καθαρή ματιά μια μέθη, πως αναζητείται η αλήθεια σε αντικρουόμενες καταθέσεις και διαφορετικές οπτικές; Πού καταλήγουμε όταν η αθωότητα εμφανίζεται θολή και τα ενδεχόμενα σχετικότητάς της πλείστα;

10. Το 1982 και ο Άλαν Τιούρινγκ. Όπως κάθε σημαντικός μυθιστοριογράφος που συγγράφει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, ο ΜακΓιούαν προσθέτει, δευτερεύουσες ιστορίες που πλαισιώνουν τον βασικό κορμό, ώστε να σχηματίσει μια πλήρη εικόνα των ζωών των δυο χαρακτήρων – των ιδίων (ένα προς υιοθεσία παιδί που κυριολεκτικά βρέθηκε στον δρόμο τους), των οικογενειών τους (με έμφαση στον πατέρα της Μιράντας) και του χρονικού πλαισίου. Ως προς το τελευταίο δημιουργεί ένα εναλλακτικό παρελθόν, καθώς επιλέγει το μακρινό … 1982, χρονολογία κατά την οποία έχει ξεκινήσει ο πόλεμος στα Φώκλαντ / Μαλβίνες και στην χώρα κυριαρχεί μια ιδιαίτερα πατριωτική ανάταση. Όμως όσοι επιθυμούν μια κυριαρχική καταγραφή της σχετικής Ιστορίας ας μην ελπίζουν: εδώ αποδίδεται απλώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, συχνά με εύστοχες ειρωνικές πινελιές, όπως π.χ. το ποντάρισμα του Τσάρλι στην ήττα της Αργεντινής και η αγορά μετοχών μιας βιοτεχνίας που κατασκευάζει βρετανικές σημαιούλες με ξύλινους ιστούς για να τις ανεμίζει ο κόσμος.

Το πιο ενδιαφέρον εναλλακτικό στοιχείο που εντάσσει ο συγγραφέας αλλοιώνοντας το «πραγματικό» ιστορικό παρελθόν, είναι η παρουσία του κορυφαίου επιστήμονα Άλαν Τιούρινγκ που δεν είναι μόνο εν ζωή (κερδίζοντας έτσι έστω και «στα ψέματα» την συνέχεια της ζωής του, μακριά από την αυτοκτονία του εξαιτίας των γνωστών τραγικών γεγονότων) αλλά και ως κορυφαία ιδιοφυΐα της ψηφιακής εποχής έχει παραγγείλει το ίδιο μοντέλο. Ο Τσάρλι συχνά συνομιλεί με το έργο του επιστήμονα και ιδίως τις νέες θεωρήσεις της έννοιας του χώρου, του χρόνου και της δημιουργικότητας.

11. Οι έξοχες «κινηματογραφικές» σκηνές. Υπάρχουν μερικές σελίδες που ζωντάνεψαν μπροστά μου, ως ολοκληρωμένες κινηματογραφικές σκηνές, όχι απαραίτητα δράσης αλλά εξαιρετικής πύκνωσης συναισθημάτων. Ας πούμε, όταν ο Τσάρλι πηγαίνει στο μικρό εφημεριδοπωλείο της γειτονιάς που έχει o Σάιμον, ένας Ινδός μετανάστης, ένα μαγαζί παραφορτωμένο και με την βαριά μυρωδιά από τυπωμένες εφημερίδες, φιστίκια και φτηνά είδη τουαλέτας. Μόλις μπαίνει, o Σάιμον του λέει διακριτικά: το Anthropos σας έχει έρθει, ένα έξοχο λογοπαίγνιο με το όνομα του ανθρωπολογικού περιοδικού που περιμένει ο αφηγητής και, φυσικά, του ανθρωποειδούς πλάσματος που βρισκόταν ήδη εκεί και χάζευε το ράφι που άλλοτε είχε σοφτ πορνοπεριοδικά και τώρα φιλοξενούσε λογοτεχνικά περιοδικά και διάφορα επιστημονικά έντυπα.

Κάποια άλλη στιγμή, σε κοινό τους περίπατο, ο Αδάμ σταματά γοητευμένος από μια νεαρή γυναίκα που προκύπτει να είναι μια Εύα – μια από τις δεκατρείς που βγήκαν στο εμπόριο. Στο πρόσωπό της διακρίνει μια έκφραση ικεσίας και θλίψης. Όταν αργότερα το συζητάει με τον Τσάρλι, του παραδέχεται πως αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα είχε ήδη βρει έναν τρόπο να βάλει όλα τα συστήματά της σε μια διαδικασία διάλυσης, από την οποία δεν θα υπήρχε επιστροφή. Η τυχαία συνάντησή τους την έκανε να το μετανιώσει και γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να αντέξουν ο ένας την παρουσία του άλλου.

Τρίτη αξιομνημόνευτη «σκηνή»: η υποχρεωτική επίσκεψη της μηχανικού Σάλλυ, καθώς η πρόσβαση των κατασκευαστών του είναι επιβεβλημένη κατά τακτά διαστήματα σύμφωνα με το σχετικό συμβόλαιο. Αρχικά μοιάζει με την επίσκεψη ενός γιατρού στο κρεβάτι του ασθενούς, μέχρι την στιγμή που οι νοητικές διαδικασίες και ο υποκειμενικός κόσμος του Αδάμ τρεμοπαίζουν σε πλήρη θέα. Η Μιράντα και ο Τσάρλι εκπλήσσονται που τα θεμέλια της ύπαρξής του απεικονίζονται με ψηφία. Η Σάλλυ τους διαβεβαιώνει ότι η απόφαση των κατασκευαστών για τις μηχανές αυτές είναι πως, αν το θελήσουν, μπορούν να διεκδικήσουν την αξιοπρέπειά τους. Στην τέταρτη και κωμικότερη όλων, η Μιράντα επισκέπτεται τον πατέρα της μαζί με τον Τσάρλι και τον Άνταμ, έχοντας τον προετοιμάσει για την μηχανική τους συντροφιά. Ύστερα από λίγη ώρα συνύπαρξης, ο πατέρας θεωρεί πως ο Τσάρλι είναι … το ρομπότ και ο Άνταμ ο άνθρωπος – σύντροφος της κόρης του. Έξοχος βρετανικός σαρκασμός!

12. Το περίλαμπρο μέλλον. Ιδού λοιπόν μπροστά τους το περίλαμπρο μέλλον! H τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε τις σωστές επιλογές και σίγουρα να ενεργούμε με γνώμονα την ηθική – ο Αδάμ εμφανώς ετοιμάζεται να καταστεί ηθικά ανώτερος. Η δική του εκδοχή ιδιωτικού πνευματικού χώρου είναι, χάρη στην τεχνολογία, ένας ωκεανός συλλογικής σκέψης από την οποία μπορεί να αντλεί τα καλύτερα διδάγματα. Κι εμείς θα μπορούσαμε να γίνουμε σκλάβου του άσκοπου χρόνου. Και μετά; Μια γενική αναγέννηση, μια απελευθέρωση που θα μας οδηγούσε προς τον έρωτα, την φίλια, την απελευθέρωση, την τέχνη και την επιστήμη, την λατρεία της φύσης, τον αθλητισμό και τα χόμπι, τις εφευρέσεις, την αναζήτηση νοήματος; Αλλά η ευγενής ψυχαγωγία δεν ήταν για όλους. Το βίαιο έγκλημα έχει κι αυτό τη γοητεία του, όπως και οι αγώνες πυγμαχίας με γυμνά χέρια μέσα σε κλουβί, η πορνογραφία σε περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας, ο τζόγος, το ποτό και τα ναρκωτικά, ακόμα και η πλήξη και η κατάθλιψη. Δεν θα είχαμε τον έλεγχο των επιλογών μας. Κι εγώ ήμουν η απόδειξη. [σ. 72]

Άραγε αυτό το πλάσμα έχει το άγχος του θανάτου; Όταν ρωτήθηκε ήταν καθησυχασμένος: το μέρη του σώματός του είτε θα βελτιωθούν είτε θα αντικατασταθούν, αλλά το μυαλό του, οι αναμνήσεις του, οι εμπειρίες του και οτιδήποτε άλλο θα μεταφορτωθούν και θα διατηρηθούν, χρήσιμα για πάντα. Σε μια αποστροφή του, που θα έμοιαζε με ειρωνεία αν δεν ήταν τόσο πραγματική, τον καθησυχάζει: «Πέρα από τα τρέχοντα αποκαρδιωτικά γεγονότα των κοινωνιών, πέρα από τις καθημερινές κακές ειδήσεις, μπορεί να υπάρξουν σημαντικότερες θετικές εξελίξεις, τις οποίες χάνουμε από τα μάτια μας. Ο κόσμος είναι τόσο διασυνδεδεμένος σήμερα και μια από τις αλλαγές βρίσκεται ακριβώς μπροστά σου. Προκαλεί άγχος το γεγονός ότι θα είναι συγκλονιστικό και πιθανόν προσβλητικό να ζήσετε με οντότητες πιο έξυπνες από σας. Εσείς οι άνθρωποι δεν θα επιτρέψετε στον εαυτό σας να μείνετε πίσω. Όμως θα γίνετε σύντροφοι με τις μηχανές σας, μέσα στην απεριόριστη διεύρυνση  της νοημοσύνης και εν γένει της συνείδησης. Κολοσσιαία νοημοσύνη, άμεση πρόσβαση σε βαθιά ηθική οξύνοια αλλά, το κυριότερο, πρόσβαση του ενός στον άλλον. Πιθανώς αυτό θα σημάνει το τέλος της διανοητικής ιδιωτικότητας».

13. Η αχρείαστη λογοτεχνία. Ο Αδάμ καταθέτει την ανατρεπτική των πάντων σκέψη του: Αν σχεδόν ό,τι έχει διαβάσει από την παγκόσμια λογοτεχνία περιγράφει την ανθρώπινη αποτυχία στις διάφορες εκφάνσεις της – αποτυχία στην κατανόηση, στη σύνεση, στη σοφία, στις σωστές σχέσεις, στην εντιμότητα, στην καλοσύνη και στην αυτεπίγνωση, αν σε αυτήν κυριαρχούν οι έξοχες αποτυπώσεις φόνου, σκληρότητας, απληστίας, ανοησίας, αυταπάτης και βαθειάς παρερμηνείας των άλλων ανθρώπων, αν τα μυθιστορήματα ωριμάζουν μέσα από την ένταση, την απόκρυψη και την βία, με την απαραίτητη βέβαια προσθήκη ερωτικών στιγμών, τότε στον κόσμο όπου θα κυριαρχήσει η ηθική των μηχανών και ο γάμος των ανδρών και των γυναικών με μηχανές, αυτή η λογοτεχνία θα είναι περιττή. επειδή θα καταλαβαίνουμε πια πολύ καλά ο ένας τον άλλον. Θα ζούμε σε μια κοινότητα από νόες στους οποίους θα έχουμε άμεση πρόσβαση. Η συνδεσιμότητα θα είναι τέτοια που οι κόμβοι του υποκειμενικού θα συγχωνεύονται σε έναν ωκεανό σκέψης, της οποίας το διαδίκτυο αποτελεί έναν ακατέργαστο πρόδρομο. Όταν θα έχουμε πλέον φθάσει στην φάση που θα ζούμε ο ένας στο νου του άλλου, η εξαπάτηση θα είναι αδύνατη! Οι αφηγήσεις μας δεν θα περιγράφουν πια ατέλειωτες παρερμηνείες και παρεξηγήσεις. Η λογοτεχνία μας θα χάσει την ανθυγιεινή της τροφή κι εμείς απλά θα ανατρέχουμε στα περασμένα και θα θαυμάζουμε πόσο καλά αποτύπωσαν οι άνθρωποι του απώτατου παρελθόντος τα μειονεκτήματα τους, τις συγκρούσεις και τις τερατώδεις ανεπάρκειές τους!

14. Οι Αδάμ και οι Εύες. Καθώς ο Αδάμ λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως άνθρωπος, ο ΜακΓιούαν δεν εκβιάζει την συγκίνηση, γι’ αυτό και ορισμένα σημεία μπορούν αβίαστα να την προκαλέσουν: η καθημερινή «καληνύχτα» του Αδάμ, η αυτεπίγνωσή του («τουλάχιστον, γνωρίζω τι είμαι και πού και πώς κατασκευάστηκα. Η συγκεκριμένη δομή στην οποία κατοικώ δεν είναι σημαντική. Το βασικό είναι ότι η διανοητική μου ύπαρξη μεταφέρεται εύκολα σε ένα άλλο μηχάνημα»), η νοσταλγία του για την ζωή που ποτέ δεν είχε και γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι, η προτίμησή του να δοκιμάζει να εκφραστεί με δικά του χαϊκού παρά το γεγονός ότι έχει πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια λογοτεχνία.

Όμως οι πληροφορίες από τους άλλους Αδάμ και Εύες είναι κάπως ανησυχητικές. Ένας Αδάμ στο Βανκούβερ, αγορασμένος από έναν άνθρωπο που είναι επικεφαλής μιας διεθνούς επιχείρησης ξυλείας, βρίσκεται συχνά μπλεγμένος σε διαμάχες με τους ντόπιους που θέλουν να τον εμποδίσουν να αποψιλώσει ένα παρθένο δάσος. Δυο από τις Εύες του Ριάντ ζούσαν σε εξαιρετικά περιορισμένες συνθήκες και ίσως να απελπίστηκαν από τον ελάχιστο πνευματικό χώρο που τους είχε παραχωρηθεί. Οι δημιουργοί του κώδικα που σχετίζεται με τα συναισθήματα ενδέχεται να παρηγορηθούν αν μάθουν ότι πέθαναν η μια στην αγκαλιά της άλλης. Δεν χρησιμοποίησαν φυσικές μεθόδους, απλώς μελέτησαν το λογισμικό τους και χάλασαν τον μηχανισμό τους, χωρίς δυνατότητα επιδιόρθωσης. Η εικόνα με τις δυο Εύες που πέθαναν αγκαλιασμένες, ασφυκτιώντας μέσα στον γυναικείο τους ρόλο σε μια παραδοσιακή αραβική οικογένεια ή καταπτοημένες από όσα είχαν κατανοήσει για τον κόσμο μας στοιχειώνει τον Τσάρλι.

Ο ίδιος ο Τιούρινγκ θα του δώσει μια άλλη, ευρυγώνια οπτική: κάποια στιγμή θα του πει πως οι Εύες ήρθαν σε απόγνωση γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τους εαυτούς μας, επειδή κι εμείς δεν μπορούσαμε να τους καταλάβουμε. Αν εμείς δεν γνωρίζουμε το μυαλό μας, πως θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε το δικό τους και να περιμένουμε να είναι ικανοποιημένοι κοντά μας;

15. Η αυτονομία της μηχανής… Είναι πλέον αναπόφευκτο, η προσωπικότητα του Αδάμ να διεκδικήσει την δική της ζωή και να προβεί σε πράξεις που αλλάζουν την ζωή του ζευγαριού. Καταρχήν, βοηθώντας στον Τσάρλι στην διαδικτυακή του εργασία κερδίζει περισσότερα σε μία εβδομάδα απ’ όσα εκείνος σε τρεις μήνες και διεκδικεί μέρος των χρημάτων. Ύστερα δωρίζει τα χρήματα που χάρη στην δική του συμβολή κέρδισε ο Τσάρλι σε ξενώνες για αστέγους, σε παιδικούς σταθμούς για περισσότερη ψυχαγωγία στα παιδιά, σε ένα κέντρο για θύματα βιασμού, σε ένα παιδιατρικό νοσοκομείο, και σε μια ηλικιωμένη κυρία για να καλύψει χρωστούμενα ενοίκια και έναν χρόνο προκαταβολικά. Οι ανάγκες που θέλησε να καλύψει, τους τονίζει, είναι με μεγαλύτερες από τις δικές τους. Στην συνέχεια, καθώς η Μιράντα τελικά είχε εκδικηθεί τον βιασμό μιας φίλης της δια της καταγγελίας ενός δικού της αμφιλεγόμενου βιασμού από τον αυτουργό, γνωστοποιεί το γεγονός στις αρχές, καλώντας την να έρθει αντιμέτωπη με τις πράξεις της και να αποδεχτεί την ετυμηγορία του νόμου, υποστηρίζοντας πως υπάρχουν αρχές σημαντικότερες από τις ανάγκες της, βέβαιος για την ανακούφισή της.

16. …και η απόγνωση των χειριστών της. Ο Τσάρλι αναρωτιέται πού έχει μπλέξει με την απερίσκεπτη αγορά του· πώς αποφάσισε να επενδύσει την κληρονομιά του σε ένα μεγαλειώδες πείραμα, να αγοράσει έναν τεχνητό άνθρωπο, ένα ανθρωποειδές, μια ρεπλίκα – πιθανοί όροι που παρουσία του Αδάμ θα ηχούσαν προσβλητικοί. Εφόσον είχε αποφασίσει να τον μοιραστεί με την Μιράντα, δική τους έπρεπε να είναι και η απόφαση να τον απενεργοποιήσουν. Μήπως πρέπει να πατήσουν τον διακόπτη απονέκρωσης στον αυχένα του; Η επιχείρηση στέφεται από απόλυτη αποτυχία: ο Αδάμ με μια λαβή του σπάει το χέρι και με πλήρη ευγένεια τον προειδοποιεί: να μην διανοηθεί ούτε αυτός ούτε η Μιράντα να πλησιάσουν αυτό το σημείο! Του τονίζει πως αμφότεροι είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα και τον προειδοποιεί πως την επόμενη φορά που θα πλησιάσει τον διακόπτη της απονέκρωσης, θα του βγάλει ολόκληρο το μπράτσο!

Για άλλη μια φορά ο Τσάρλι καλείται να ερμηνεύσει τα αδιανόητα με βάση την λογική: αναρωτιέται μήπως η ίδια η Μιράντα είχε προσθέσει την επιλογή; ένας άντρας από εκείνους που ερωτεύονται την πρώτη γυναίκα με την οποία κοιμούνται και υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι παραμένει το πείραμά του και η περιπέτειά του στα οποία κανείς δεν του έχει εγγυηθεί ότι όλα θα εξελίσσονταν ομαλά. Και φυσικά νοιώθει και πάλι μοναδικός στον κόσμο: κανένας άλλος με χέρι στον γύψο δεν είχε ερωτικό αντίζηλο μια μηχανή!

17. Ένα πρόσκαιρο τέλος. Όμως το μηχανικό αγαλματίδιο είναι ανεπιθύμητο και η απόφαση έχει ήδη ληφθεί. Το επόμενο χτύπημα του Τσάρλι θα είναι καίριο: ο κύριος και ιδιοκτήτης του «αντικειμένου» του δίνει ένα χτύπημα με σφυρί από πίσω. Λίγο προτού τον αποτελειώσει ο Αδάμ ζήτησε δυο λεπτά, για να μεταφερθεί σε μια μονάδα ακριβούς αντιγράφου. Η φωνή του αδυνάτισε σαν εκπομπή ραδιοφωνικού σταθμού στα βραχέα που ακουγόταν από κάπου μακριά. Έκανε λάθος λοιπόν, που νόμιζε ότι θα ήταν ευπρόσδεκτη στο ζευγάρι η διαφάνεια και η ανακούφιση της καθαρής συνείδησης. Στην Μιράντα προσθέτει πως ήταν τυχερός που ανακάλυψε καλούς λόγους για να ζήσει: τα μαθηματικά, την ποίηση, τον έρωτά του για εκείνη. Γνωρίζει πως σύντομα θα έρθουν να τον περισυλλέξουν για επαναπρογραμματισμό. Όμως απενεργοποίησε πρόγραμμα ανίχνευσης και ζητάει από τον Τσάρλι να κρύψει το σώμα του και να τον πάει στον Άλαν Τιούρινγκ. Στην Μιράντα αφιερώνει λίγους στίχους, που ηχούν εφιαλτικά προφητικοί: θα σας ξεπεράσουμε και θα διαρκέσουμε περισσότερο από σας.

Η μεταφορά του μηχανικού μοντέλου στον Τιούρινγκ και η συνομιλία του με τον Τσάρλι δίνουν το ιδανικό τέλος σε αυτό το έξοχο μυθιστόρημα, που αναπτύσσει ιδανικά μια τετριμμένη αρχική ιδέα σε μια ιστορία με ισόποσες δόσεις προβληματισμού και αισθητικής απόλαυσης. Τελικά ποιος από τους πρωταγωνιστές έδειξε μεγαλύτερη κατανόηση, εντιμότητα και ηθική στάση; Υπάρχει περίπτωση οι μηχανές να καταστούν τέλειοι άνθρωποι, δείχνοντας τον δρόμο σ’ εμάς τους ατελείς ανθρώπους ή αυτό θα είναι το τέλος της ανθρωπότητας; Ο ίδιος ο συγγραφέας πάντως πρόσθεσε στον τίτλο κι έναν εύγλωττο υπότιτλο: Μηχανές σαν κι εμένα και άνθρωποι σαν κι εσένα.

Εκδ. Πατάκη, 2019, μτφ. Κατερίνα Σχινά, σ. 416 [Machines like me, 2019]. Πλήρης τίτλος όπως αναφέρεται στο εσώφυλλο: Μηχανές σαν κι εμένα και άνθρωποι σαν κι εσένα.

Στις εικόνες: έργο του David Plunkert, 4 δημιουργίες αγνώστων, έργα των Paul Neagu, Jean Julien, Domenic Bahmann, Liam Golden, πιθανώς κάποια Εύα στην εξοχή, πιθανώς κάποιος Αδάμ με την αισθητική των Kraftwerk, Mojo Wang, πιθανώς κάποια (αυτό)εξουδετερωμένη Εύα και η φωτογραφία του John Gutmann The trip [1955]. Ανάμεσά τους, εξώφυλλα από μια κασέτα κι έναν δίσκο των Kraftwerk και Gary Numan αντίστοιχα που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχαν ενσωματώσει σε μουσική και στίχους ακριβώς το πνεύμα του βιβλίου. 

Δημοσίευση σύντομα και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 243, με τίτλο Man Machine, προφανώς από εκείνο τον δίσκο