Οι ξυπόλητες των ταινιών, 29: Οι ουτοπικές, Α΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 47 (Νοέμβριος 2022), εδώ

XXΧΙΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 29: Οι ουτοπικές, Α΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Γνωρίστηκα με την Εουτζένια στο Σαν Τζιμινιάνο, μια μεσαιωνική πόλη με ψηλούς στενούς πύργους που ξεχωρίζουν από μακριά, σαν πέτρινα άνθη χωρίς πέταλα, ακίνητο και παραμυθικό φόντο για τους εραστές που μόλις μαθαίνουν τι σημαίνει έρωτας. Οι δρόμοι είναι στενοί και η πλακόστρωτη πλατεία μικρή αλλά αρκετή για ένα ζαχαροπλαστείο, ένα οπωροπωλείο, το τέρμα του λεωφορείου και λίγο χώρο μπροστά, να βουτάει ο ήλιος ελεύθερος από τις γύρω στενωπούς. Έφτασα εδώ για να τακτοποιήσω εκκρεμείς υποθέσεις σχετικά με ένα παλιό πατρογονικό σπίτι, προτού επιστρέψω στο Μιλάνο για να εργαστώ σε κάποιο δημοτικό γραφείο. Το ίδιο βράδυ έφαγα με μια παρέα ντόπιων. Το τραπέζι σε μια ψηλή αυλή, ο βραδιασμένος σκούρος μπλε ουρανός, το περίγραμμα των δέντρων, η γύρω φύση, μαγευτική και καταπραϋντική: σκέφτηκα πως δεν θέλω να φύγω ποτέ, πως όλη μου η ζωή έγινε για να καταλήξω εδώ και, όπως έγραψα αργότερα στον φίλο μου Λεονάρντο, για να γνωρίσω την Εουτζένια. Η Εουτζένια εργαζόταν στην φορολογική υπηρεσία της γειτονικής Φλωρεντίας και στον ελεύθερο χρόνο της διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις για παιδιά μ’ ένα παλιό όσο και η πόλη θέατρο δρόμου. Έτσι την πρωτοείδα, φωτεινή και χαμογελαστή πάνω στα ξυλοπόδαρα, και την ακολούθησα μαγεμένος. Πως την λένε; ρώτησα έναν μικρό της κουστωδίας της κι αυτός μου είπε το όνομά της και πρόσθεσε με πειραχτικό χαμόγελο ότι «τραβιέται» ήδη με τον Έντσο.

Η πολύχρωμη πορεία έφτασε ως τα περίχωρα της πόλης και μια δυνατή βροχή την έστειλε σ’ ένα παλιό σπίτι. Όταν έφυγαν τα παιδιά κι ενώ απ’ έξω ερχόταν η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, κουβεντιάσαμε όπως οι άγνωστοι, φτάνοντας δηλαδή σε συνήθως αμίλητα θέματα, όπως η ευτυχία. Η Εουτζένια μου είπε ότι πιστεύει στην ευτυχία γιατί βεβαιώθηκε πως υπάρχει, καθώς την γνώρισε· ήταν όταν η οικογένειά της αναγκάστηκε να μετοικήσει κι έτσι όπως ήταν πάνω στην καρότσα του φορτηγού με όλα τους τα πράγματα και είδε από ψηλά τον δρόμο μπροστά της, οπουδήποτε κι αν τους πήγαινε, ένοιωσε ευτυχισμένη. Η δική μου εκδοχή της ευτυχίας ήταν μετά από ένα κινηματογραφικό έργο, όταν κατάλαβα ότι η ζωή αξίζει αν μπορείς να επικοινωνείς με τους άλλους με κάποιο μέσο και για μένα αυτό το μέσο ήταν το σινεμά· δεν ήξερα κανέναν από τους θεατές αλλά ένας από αυτούς όταν βγήκε, φώναξε Holla! συνεπαρμένος κι αυτός απ’ το έργο κι εγώ του αντιφώναξα το ίδιο. Όταν αργότερα η Εουτζένια με ρώτησε – Γιατί τρέμεις; Κρυώνεις; της απάντησα Τρέμω επειδή σε αγαπώ. Θα γίνει ποτέ έτσι η ζωή έξω από τον κινηματογράφο, τόσο γρήγορη και τόσο ακαριαία στα πλέον ουσιώδη;

Για δυο μέρες κλειστήκαμε στο σπίτι μου, στο δωμάτιο του πάνω ορόφου, με το παράθυρο που έβλεπε στα γύρω λιβάδια και στον μικρό αγροτικό δρόμο. Μείναμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι ή ξαπλωμένοι στο πάτωμα, πάνω σ’ ένα σεντόνι. Την επόμενη μέρα μού γνώρισε τον Έντσο, έναν άνεργο επιστήμονα της αγροτικής οικονομίας που φιλοδοξούσε να εφαρμόσει ένα σχέδιο μετατροπής των ακαλλιέργητων και παρατημένων εδαφών της περιοχής σε κολλεκτίβες. Οι δυο τους ήταν μέλη μιας παρέας που ονειρευόταν να ξαναδώσει ζωή στα λιβάδια, εργασία στους νέους, και μια ακριβοδίκαιη διανομή των δώρων της γης. Τους άκουγα προσεκτικά και ανέκφραστα, αλλά μέσα μου ήδη έβραζε η έξαψη μιας νέας ζωής όπου όλοι μας θα είμαστε ευτυχισμένοι. Αν όμως η γη μπορεί να αποτελεί ελεύθερο δώρημα για όλους, κτήμα κοινό και δίκαια μοιρασμένο, τότε το ίδιο δεν αξίζουν και οι ερωτευμένοι; Δεν μπορεί μια γυναίκα να αγαπά και να αγαπιέται από δυο άντρες;

Όταν καθίσαμε οι τρεις μας στο μικρό ζαχαροπλαστείο της πλατείας ήμασταν αμήχανοι· κανείς μας δεν πίστευε πως μπορούμε να αγαπάμε μόνο ένα πρόσωπο αλλά τώρα καλούμασταν να κάνουμε πράξη την τριαδική αγάπη. Απορούσα πώς μπορούσε ο Έντσο να με δεχτεί ανάμεσά τους. Ο Έντσο με κάλεσε να σεβαστώ τα συναισθήματά του και τα συναισθήματα της Εουτζένια· χωρίς αυτό τον σεβασμό δεν θα ήταν ήδη τέσσερα χρόνια μαζί της. Η Εουτζένια παραδέχτηκε πως ως τώρα επικροτούσε την ελεύθερη αγάπη μα ένοιωθε ακόμα μπερδεμένη. Ένα μήνα πριν θα γελούσε με αυτή την ιδέα, τώρα όχι. Όμως είχε ήλιο και ήδη μια άλλη ζωή ζέσταινε μαζί μου. Έτσι ανέβαλα την αναχώρησή μου για μια μέρα, κι ύστερα για άλλη μια και άλλη μια…

Οι φίλοι τους έφτασαν στο λιβάδι μ’ ένα μικρό τρακτέρ και το κατέλαβαν συμβολικά. Προτίμησα να σταθώ παράμερα, όπως έγραψα στον Λεονάρντο, όχι τόσο για να μην χαθώ στις κοινοβιακές ψευδαισθήσεις όσο επειδή τους ζήλευα για την βεβαιότητά τους. Παρατηρούσα που μιλούσαν για την γη σα να ήταν ήδη δική τους. Άγγιζαν την τύρφη κι έλεγαν πως αν της αφαιρεθούν τα φυτοφάρμακα και αποσυντεθεί στα φυσικά της συστατικά μπορεί να αποτελέσει ένα ιδανικό χημικό εργαστήριο. Παρατηρούσα και την Εουτζένια να φτάνει σε μια κατάσταση ευδαιμονίας έτσι όπως αγαπιόταν από δυο άντρες. Το απόγευμα εξαντλημένοι επιστρέφαμε από τον χωματόδρομο. Κάποιος πάτησε ένα κουμπί στο φορητό κασετόφωνο και ακούστηκε ένα εξαίσιο τραγούδι, μελαγχολικό και ελπιδοφόρο μαζί. Περπατούσαμε σιωπηλοί και ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς πόσο σκεφτικοί ή αισιόδοξοι ήμασταν και σε ποια αναλογία. Η Εουτζένια γυρνούσε κάθε τόσο να με κοιτάξει που βάδιζα στην άκρη, μόνος μου. Ένας σκύλος μας ακολουθούσε πιστά. Στο βάθος οι πύργοι του Σαν Τζιμινιάνο, ήταν διαφορετικοί. Όλα έδειχναν αλλιώς.

Το βράδυ η Εουτζένια ετοιμαζόταν για μια παράσταση στην πλατεία. Γνώριζε ότι οι ιδιοκτήτες μπορεί να μην έχουν πρόθεση να πουλήσουν τα εγκαταλειμμένα λιβάδια, πόσο μάλλον να τα παραχωρήσουν. «Οι συνηθισμένοι φασίστες!», είχε πει, «λίγοι αλλά υπάρχουν παντού». Τότε έμαθε πως πληροφορήθηκαν τα πάντα και αντέδρασαν αλλά συνέχισε να προσκαλεί όπως πάντα το κοινό της: «Μη στέκεστε μπροστά στην τηλεόραση, ελάτε στην πλατεία!». Ήταν ήδη πάνω στα ξυλοπόδαρα, μ’ έναν βυσσινί μανδύα όταν δυο αστυνομικοί την ρώτησαν αν έχει άδεια για δημόσια παράσταση. Έχασε την ισορροπία της και έπεσε, η παράσταση ματαιώθηκε και αρχίσαμε να μαζεύουμε τους πάγκους.

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι μου είχε πυρετό. Όλοι ήμασταν ανήσυχοι, ιδρωμένοι, ο Έντσο στράφηκε προς το μέρος μου και με ρώτησε με εμφανή αγωνία: Είναι δυνατόν άνθρωποι σαν εμάς τους τρείς να χάσουμε τους εαυτούς μας για πάντα; Αργότερα θα τους ξαναβρούμε, και οι άνθρωποι θα ανακαλύψουν και πάλι τον εαυτό τους, τον καθησυχάσαμε. Η Εουτζένια αναρωτιόταν αν γελούσαν στο χωριό επειδή έπεσε. Φοβόταν να κοιμηθεί, γνώριζε πως έπρεπε να μείνει ξύπνια, να μη χειροτερεύσει, και μας ζήτησε να της λένε ιστορίες. Της διηγήθηκα μια παραλλαγή του Μαγικού Αυλού και με άκουγε με προσοχή μέχρι που αποκοιμήθηκε. Και τότε, σαν όνειρο ή παραίσθηση, ξετυλίχτηκε μπροστά της μια εξαίσια σεκάνς.

Είδε τον εαυτό της να παίζει με τον αυλό ένα μαγευτικό κομμάτι· είδε την  πλατεία ηλιόλουστη και γεμάτη από ανθρώπους πεσμένους, νεκρούς εξαιτίας όσων διέπραξαν. Είδε από κοντά τα γυμνά πόδια ενός μικρού κοριτσιού, που βάδιζε προσεκτικά ανάμεσα στα σώματα και που μαζί με δεκάδες άλλα παιδιά με πολύχρωμα ρούχα την ακολούθησαν όπως έφευγε με την μουσική της σ’ ένα στενό, ενώ γυρνούσε κάθε τόσο το κεφάλι της πίσω, για να βεβαιωθεί πως έρχονται. Και ύστερα τα είδε πιασμένα όλα χέρι χέρι να διασχίζουν το λιβάδι και μ’ ένα τελευταίο χαμογελαστό της νεύμα να μπαίνουν στο βαθύ πράσινο δάσος, όπου θα ζούσαν,  όπως διηγούνταν ο αφηγητής, σε μια κοινωνία δίκαιη και ευτυχισμένη. Αργότερα μαθεύτηκε πως τα παιδιά έγιναν ενήλικοι και συνέχισαν να ζουν την ευτυχισμένη ζωή. Στην τελευταία εικόνα είδε τον εαυτό της να κάθεται κάτω από ένα σκιερό δέντρο μαζί με τους δυο αγαπημένους της και να χειροτεχνούν αντικείμενα που άρχιζαν την Ιστορία από την αρχή, ενώ μια άμαξα μ’ έναν φτερωτό μονόκερo περνούσε από δίπλα τους.

Όταν άνοιξε τα μάτια της μας διηγήθηκε όσα είδε.  Ήταν όμορφη, και στο ημίφως του δωματίου φορούσε μαύρα ρούχα· τα μόνα λευκά της σημεία ήταν ο γυμνός λαιμός της στην τριγωνική κόψη της μπλούζας και το γυμνό της πέλμα. Τότε μας είπε «ελπίζω να είμαστε κι εμείς έτσι ευτυχισμένοι». Ίσως όταν η πραγματικότητα υστερεί, τότε έρχεται ένα ενύπνιο ή μια αφήγηση να καλύψει το υστέρημα αναζητώντας ένα μύθο για την αναγκαία παραμυθία. Μπορεί όμως κανείς να αλλάξει τον μύθο; Ο μεσαιωνικός μύθος Pifferaio di Hamelin και οι παραλλαγές του Μαγεμένου Αυλού δεν είχαν ευτυχισμένο τέλος. Ο Έντσο φόρεσε καλά ρούχα για να γίνει υπάλληλος σ’ ένα πολυκατάστημα κι εγώ άρχισα την δουλειά στο γραφείο που είχα πιστωθεί. Η Εουτζένια μου τηλεφώνησε και μου ανακοίνωσε πως σχεδιάζει να πάει στην Αλγερία, να διδάσκει παιδιά Ιταλών και να σπουδάσει ανθρωπολογία· στην επιστήμη της θα αναζητούσε τους τρόπους να εφευρεθούν οι άνθρωποι από την αρχή. Έπεισε και τον Έντσο να πάει μαζί της για να αποφύγει τις διώξεις· στην πλατεία της Santa Croce μια διαδήλωση εξελίχτηκε σε αναταραχή και τώρα είναι σεσημασμένος. Δεν είναι απόδραση, μου είπε, είναι κάτι άλλο. Όσο για το κίτρινο λιβάδι, θα αποτελεί για εκείνη πάντα την ιδέα της ευτυχίας.

Όταν πρωτογνώρισα την Εουτζένια είχα βγει σ’ ένα σημείο του λιβαδιού όπου περνούσε με ταχύτητα το τρένο για την Φλωρεντία και μακάρισα όλους όσοι ήταν μέσα μαζί της. Τώρα έτρεξα πάλι προς το τρένο, όπως περνούσε ιλιγγιωδώς ξανά από την άκρη του λιβαδιού, δάγκωσα με δύναμη το χέρι μου και άφησα έναν φοβισμένο σκύλο να μου δαγκώσει στο πόδι. Μετά έτρεξα για τελευταία φορά στον Σαν Τσιμινιάνο, λυσσασμένος από την απόγνωση, λυσσασμένος από το δάγκωμα. Στο ελικόπτερο για το νοσοκομείο ή για την ανυπαρξία, είδα από ψηλά τους πύργους, την πλατεία, το σπίτι μου, το παράθυρο απ’ όπου είδαμε με την Εουτζένια τον νέο κόσμο, το λιβάδι, όσα οι επιθυμίες της οικογένειας, η ανάγκη του βιοπορισμού και η σκληρή πραγματικότητα δεν με άφησαν να χαρώ. Πιθανότατα θα αναρωτήθηκα αν τα πολιτικά όνειρα ματαιώνονται, αν οι έρωτες είναι καταδικασμένοι σ’ ένα τέλος, αν ο αυτοκαθορισμός μας είναι ανέφικτος. Το όνομά μου ήταν Τζιοβάνι.

Κάποιος που μπορεί να τα είδε όλα αυτά, ακόμα και από κάποια βυσσινί καρέκλα ενός κινηματογράφου, ίσως να θυμάται το τραγούδι που τραγουδούσε αργά και σχεδόν τελετουργικά η συντροφιά, το απογευματινό φως που χρύσιζε τα χωράφια, την αίσθηση μιας επερχόμενης κοινότητας. Μπορεί να έσπευσε να πάρει τον δίσκο με την ούτως ή άλλως αξέχαστη μουσική του Έννιο Μορρικόνε και να διαπίστωσε όχι χωρίς λύπη πως εκείνο το τραγούδι δεν βρισκόταν μέσα. Ίσως επειδή η πηγή του ήταν άλλη, ίσως επειδή απλώς τραγουδήθηκε ως μια υπόσχεση ενός καλύτερο αύριο και μετά το πήρε ο άνεμος ή κατακάθισε κάπου εκεί, στα χόρτα έξω από τον Σαν Τζιμινιάνο.

Μπορεί επίσης να θυμάται την Εουτζένια όπως μου μιλούσε δακρυσμένη από τον τηλεφωνικό θάλαμο σ’ εκείνο το τελευταίο τηλεφώνημα ενώ μια κυρία απ’ έξω της έκανε νεύμα να συντομεύει, περίσταση ξεχασμένη σήμερα και άγνωστη στους νεότερους· ίσως θυμήθηκε και όλες τις φορές που μέσα σ’ ένα παρόμοιο ασφυκτικό κουβούκλιο υπό τα επίμονα βλέμματα των επόμενων τηλεφωνητών έπρεπε να πει μέσα σε τόσο λίγο χώρο και χρόνο όσα θα ήθελε να εκφράσει σε άπλετο λιβάδι και απεριόριστες ώρες. Δεν αποκλείεται να διατήρησε στη μνήμη του την τελευταία μας σκηνή στο λιβάδι, όταν οι τρεις περπατούσαμε, ξαπλώναμε στην άσπαρτη ακόμα αγκαλιά του, παίζαμε με τον σκύλο και ξεκαρδιζόμασταν, κι όταν η Εουτζένια αποκοιμήθηκε και ξύπνησε με είδε να παλεύω με τον Έντσο, αλλά ήταν ένας εφιάλτης, όπως αποδείχτηκε, και ξύπνησε ξανά, γιατί δεν ήταν απίθανο το μοίρασμα των εραστών σε ισόπλευρο τρίγωνο να είναι εφικτό.

Αν ο ίδιος αυτός μακρινός θεατής αναζητούσε ένα πρόσθετο νόημα στα σώματα ή ειδικότερα στα πόδια, τότε δεν θα είχε μόνο παρατηρήσει μια από τις κοπέλες της παρέας που περπατούσαν στο λιβάδι, εκείνη με την λευκή κεντητή μπλούζα, το μπλου τζην και τα πέδιλα, βέβαιος πως τα ξερά χόρτα θα υποδέχονταν ανακουφισμένα με ελαφρύ γαργάλημα τα πόδια της, αλλά θα διέκρινε το καμπύλο, αριστερό πέλμα της Εουτζένια, έτσι όπως έγερνε ολόκληρη πάνω μου, ξαπλωμένη στο σεντόνι που είχαμε στρώσει στο πάτωμα, όταν κλειστήκαμε στο σπίτι, επειδή διακρινόταν, αφημένο και συμμέτοχο στις πεπερασμένες πλην αιώνιες στιγμές της μαγικής συμπαιγνίας που υπογράφουν οι εραστές κατά τις πρώτες τους ώρες. Τώρα στην μόνη διαθέσιμη προβολή του φιλμ σε ηλεκτρονικό υπολογιστή το κάτω μέρος έχει κοπεί και το πέλμα δεν διακρίνεται. Το ίδιο πέλμα όμως θα το είδε ολοκάθαρα πάνω στο κρεβάτι της ανησυχίας της, όταν μας διηγούνταν το όνειρο με το γυμνό πόδι εκείνου του κοριτσιού που η ίδια, ως αυλήτρια, οδήγησε μαζί με τις άλλες αμόλυντες παιδικές ψυχές να δημιουργήσουν πέρα από το λιβάδι μια communita giuste e felice. Και αυτός ο σημειολόγος του ποδιού θα σημείωνε πως τα βήματα προς μια νέα αρχή για μια όμορφη ζωή είναι πάντα ξυπόλητα. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Il prato (Paolo e Vittorio Taviani, 1979). H γυναίκα: Isabella Rosselini. Ελληνικός τίτλος: Το λιβάδι.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 28: Οι αμμώδεις

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 46 (Οκτώβριος 2022), εδώ

XXΧVΙΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 28: Οι αμμώδεις

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Κάθε γυναίκα που περιέχεται σε έναν τίτλο οιουδήποτε καλλιτεχνήματος μοιάζει εξαρχής αινιγματική. Ειδικά μια γυναίκα της άμμου δεν μπορεί παρά να δημιουργεί ιδιαίτερες αναρωτήσεις, προσδοκίες και αναμφίβολα την εικόνα της μείξης της με την ρευστή, ξηρή θάλασσα των άπειρων κόκκων και της βέβαιης γυμνότητας των ποδιών της. Τι παραπάνω χρειαζόμουν για να κλέψω την θέση του πρωταγωνιστή και να της αφιερώσω μια από τις ζωές μου; Δεν γνώριζα ότι θα έμπλεκα στον αδιανόητο κόσμο της, όπου θα έμενα παγιδευμένος για πάντα.

Ήμουν ένας δάσκαλος στην πρώτη ημέρα των διακοπών μου και πήρα ένα λεωφορείο ως το τέρμα ενός μακρινού παραθαλάσσιου χωριού. Εκεί σκόπευα να επιδοθώ στην συλλογή εντόμων που ζουν σε αμμώδεις περιοχές. Το ενδιαφέρον μου για την άμμο ήταν έντονο. Η άμμος είναι σαν ζωντανός οργανισμός, που εισχωρεί παντού και δεν ησυχάζει ποτέ· κάτι που απλώνεται αθόρυβα αλλά σταθερά, μεταβάλλοντας την επιφάνεια του εδάφους. Τι διαφορά σε σύγκριση με την μελαγχολία της καθημερινότητας, που εξαναγκάζει σε συνεχή και ακίνητη προσκόλληση σε όλη τη διάρκεια του χρόνου! Συλλογιζόμουν πάνω στη φύση της άμμου που αρνείται όλες τις μορφές, που εκτός από τον μέσο όρο του 1/8 χιλιοστού, δεν έχει καν δικό της σχήμα… Κι όμως, κανένα πράγμα δεν μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ αυτή την άμορφη, καταστροφική δύναμη… Ή ακριβώς το ότι δεν έχει μορφή, είναι ίσως η ύψιστη έκφραση δύναμης…

Η αναζήτηση των εντόμων ήταν μάταιη: δεν φαινόταν να υπάρχει ζωή παρά ελάχιστα αγριόχορτα, καλαμένια απομεινάρια φραχτών και σπασμένα όστρακα. Όταν ο ήλιος άρχιζε να δύει ένας χωρικός προθυμοποιήθηκε να μου βρει κατάλυμα και με πήγε στα γραφεία του τοπικού συνεταιρισμού. Με οδήγησαν σε μια πολύ βαθιά σκαμμένη τρύπα, στον πυθμένα της οποίας ήταν βυθισμένο ένα μικρό σπίτι. Κατέβηκα με μια ανεμόσκαλα κάθετα στο γκρεμό και μια νεαρή αδύνατη γυναίκα ήρθε να με υποδεχτεί εγκάρδια. Το σπίτι αντί για πόρτες είχε ψάθες, οι ξύλινες κολώνες είχαν στραβώσει και στην θέση των παραθύρων υπήρχαν καρφωμένες σανίδες. Το πάτωμα ήταν σάπιο, σαν να πατάει κανείς σε βρεγμένο σφουγγάρι.

Από εκείνη τη στιγμή δεν έπαυα να εκπλήσσομαι διαρκώς. Την ώρα του φαγητού η γυναίκα κρέμασε μια χάρτινη ομπρέλα από πάνω μου γιατί «η άμμος πέφτει από παντού». Μου τα έλεγε ένα ένα: αν μια μέρα δεν τη σκουπίσει από το πάτωμα μαζεύεται μισός πόντος· αν την αφήσει στη στέγη, οι σανίδες κινδυνεύουν να καταρρεύσουν· αν στους βόρειους ανέμους ή στις αμμοθύελλες σταματήσει το μάζεμα, μπορεί μέσα σ’ ένα βράδυ να φτάσει τα τρία μέτρα ύψος. Κάπως έτσι θάφτηκε ο άντρας της με την κόρη τους. Το σπίτι είχε μόνο μια λάμπα, που συχνά τρεμόσβηνε– απ’ την άμμο φυσικά. Είδα πως το μόνο διαθέσιμο νερό βρισκόταν σε μια στάμνα και ο πάτος της είχε μια κοκκινωπή απόχρωση. Κάποιος από ψηλά φώναξε πως ήρθαν οι τενεκέδες και το φτυάρι «για τον άλλο». Ο άλλος ήμουν εγώ! Αργότερα το βράδυ ακούστηκε ο ήχος της μηχανής από ένα τρίκυκλο φορτηγάκι. Η γυναίκα μάζευε την άμμο και την άδειαζε στους τενεκέδες και μετά τους ανέβαζαν πάνω με μια τροχαλία. Πήγα να την βοηθήσω και μου απάντησε «δεν χρειάζεται από την πρώτη μέρα…». Η δουλειά γινόταν τη νύχτα που η άμμος είναι υγρή και το μάζεμά της ευκολότερο. «Η άμμος δεν μας κάνει τη χάρη να ξεκουραστεί», μου είπε. Τότε έμαθα πως το χωριό υπάρχει ακριβώς χάρη στο φτυάρισμα της άμμου· αν σταματήσει, το ένα σπίτι μετά το άλλο θα θαφτούν ολότελα. Ο ύπνος μας ήταν δύσκολος, τυλίγαμε τα πρόσωπά μας με πετσέτες.

Το πρωί η ανεμόσκαλα είχε εξαφανιστεί. Σε όποια κατεύθυνση κι αν κινιόμουν, τα πόδια μου βυθίζονταν στην αναμμένη άμμο και ο καυτός ήλιος καψάλιζε το σώμα του. Ο ιδρώτας μου ανάβλυζε από παντού. Ζούσα πια σ’ έναν κόσμο όπου η άμμος είχε διαβρώσει όλες τις καθημερινές συμβάσεις. Έντρομος αντιλήφθηκα πως οι υπαινιγμοί της για την μακρόχρονη παραμονή μου μπορεί να μην ήταν μόνο παραδρομές της γλώσσας· πως με παγίδευσαν και με πρόσφεραν στη χήρα σαν είδος ελεημοσύνης. Δεν υπήρχε κανείς να με αναζητήσει – μόνο η υπηρεσία μου, που κι αυτή θα αδιαφορούσε, καθώς πάντα με θεωρούσαν «ιδιαίτερο». Ακόμα χειρότερα, προτού φύγω έγραψα ένα γράμμα στην σύντροφό μου για την επιθυμία μου να κάνω μοναχικές διακοπές, με την παράκληση να μην με αναζητήσει.

Μέσα στον εφιάλτη μου ο μόνος που είχα να στραφώ ήταν εκείνη η παράξενη γυναίκα. Αφοσιωμένη στη δουλειά της, κοιτούσε διαρκώς κάτω, απαντούσε μόνο όταν της απηύθυνα τον λόγο, ενώ σιωπούσε στις διαμαρτυρίες μου. Κάποτε γελούσε σαν να την γαργαλούσαν, άλλοτε έπαιρνε μια σκυφτή, πάνω στα διπλωμένα γόνατα στάση κι έμοιαζε τόσο ανυπεράσπιστη… Κάποια στιγμή μέσα στο θολό από τα δάκρυα εξαιτίας της άμμου οπτικό μου πεδίο την είδα καθώς κοιμόταν γυμνή. Εκτός από το πρόσωπό της είχε εκτεθειμένο όλο το υπόλοιπο σώμα. Έτσι αποκάλυπτε ό,τι οι άνθρωποι συνήθως κρύβουν, ενώ, αντίθετα, μόνο το πρόσωπο, που κανένας δεν διστάζει να εκθέσει, το είχε κρυμμένο με μια πετσέτα.

Δεν σταμάτησα να φιλοσοφώ σχετικά με την κατάστασή μου αλλά αδυνατούσα να ερμηνεύσω την κατάσταση με τα εφόδια του ορθολογισμού, της επιστήμης και του κοινωνικού κράτους. Μήπως παγιδεύτηκα όπως ακριβώς παγίδευα τα έντομα σε μικρά δοχεία για να τα μελετήσω; Δοκίμασα όλους τους τρόπους σκέψης και είκασα τον δικό τους, πιστεύοντας πως κάθε άνθρωπος έχει τη δική του λογική, που δεν ισχύει για τους άλλους. Επιχείρησα ένα γενναίο σκαρφάλωμα διαφυγής αλλά γλιστρούσα συνεχώς στον αμμόλοφο κι έπαθα και ηλίαση. Σύντομα αντιλήφθηκα και την πλέον εφιαλτική έκφραση της αιχμαλωσίας μου: εκείνοι μπορούσα να ελαττώσουν ή και να μας στερήσουν το νερό. Μας το κατέβαζαν μια φορά τη βδομάδα μαζί με τρόφιμα, σάκε και τσιγάρα. Η φωτιά άναβε με σπίρτο προσεκτικά τυλιγμένο σε νάιλον σακούλα, τα πιάτα καθαρίζονταν …με τι άλλο; με άμμο.

Η πηχτή άμμος εισχωρούσε παντού: στο στόμα, στα αυτιά, στη μύτη, στις μασχάλες, σε κάθε κοιλότητα. Το παχύ στρώμα ιδρώτα έμοιαζε με λιωμένο βούτυρο, το ξύσιμο του δέρματος ήταν σαν να γίνεται σε φλοιό από δαμάσκηνο. Ο ήλιος ήταν ίδιος υδράργυρος που έχει φτάσει σε σημείο βρασμού. Έξω η άμμος έκαιγε σαν άδειο τηγάνι πάνω στη φωτιά και μέσα στο σπίτι κυλούσε μ’ έναν ελαφρό ψίθυρο. Ήταν ένα τοπίο σαν αινιγματική εικόνα. Υπάρχει μια γυναίκα… Υπάρχει η άμμος… Υπάρχει ο ήλιος… Υπάρχει το εντελώς άδειο κιούπι του νερού… Από πού τέλος πάντων θα ’πρεπε λοιπόν ν’ αρχίσει προκειμένου να λύσει αυτή την εξίσωση, τη γεμάτη με άγνωστους Χ;  

Η κατανόηση της άμμου άρχισε να αποτελεί μόνιμη έγνοιά μου: το άλλο όνομα της καθαρότητας, η αντισηπτική της λειτουργία, το σπίτι ως πλοίο που εξόκειλε σε αμμώδη αβαθή, σε λιμάνι ενός χωριού δίχως μορφή, Υπήρχε περίπτωση να μεταμορφωθώ σε μια άλλη μορφή ύπαρξης; Η γυναίκα μου είχε πει πως αν ιδρώσω κι είμαι ντυμένος αμέσως βγαίνουν εξανθήματα και το δέρμα γίνεται πυώδες και μετά αποκτά κάτι σαν λέπια. Μήπως δεν είναι ακριβώς η προσπάθεια της προσκόλλησης σε κάτι σταθερό, από την οποία ξεκινάει ο μισητός ανταγωνισμός; Αν εγκαταλείπαμε την σταθερότητα κι αφηνόμασταν εντελώς στη ροή της άμμου, τότε σίγουρα κι ο ανταγωνισμός δεν θα μπορούσε πια να υπάρξει. Πραγματικά, ακόμα και στην έρημο ανθίζουν λουλούδια και ζουν έντομα ή άλλα ζώα. Πρόκειται για πλάσματα που, χρησιμοποιώντας την ισχυρή τους ικανότητα προσαρμογής, κατόρθωσαν να ξεφύγουν από τη σφαίρα του ανταγωνισμού.

Προσπαθούσα να την κάνω να σκεφτεί, να τους προτείνει να βρουν κάποιο τρόπο να εκμεταλλευτούν την άμμο, να κάνουν την άμμο να δουλέψει για εκείνους, και όχι εκείνοι γι’ αυτήν. Μου πως είναι φθηνότερο με αυτό τον τρόπο και πως μια επιτροπή νέων καλλιεργεί ήδη κάποια είδη που φυτρώνουν στην άμμο, φιστίκια και τουλίπες και μάλιστα τα έδειξαν σε μια αγροτική έκθεση στο Τόκιο –το χαμόγελό της αποκάλυψε μια υπερηφάνεια σχεδόν τρομακτική. Βρέθηκαν κι άλλοι στη δική μου θέση; Ναι, μου απάντησε, ένας πωλητής καρτποστάλ κι ένας φοιτητής που έκανε μια εργασία, τρία σπίτια παραπέρα, και βρίσκεται ακόμα εκεί…

Σε τέτοιες συνθήκες τα πόδια της γυναίκας της άμμου αποτελούσαν μια συνεχή εικόνα μπροστά μου. Ένα πλάνο τα έδειξε από κοντά καθώς περπατούσε έξω μέσα στη νύχτα. Φορούσε πάντα σαγιονάρες αλλά μου έκανε εντύπωση πως όταν ανέβαινε σ’ έναν μικρό υπερυψωμένο χώρο στο σπίτι όπου καθόμασταν να φάμε, τις έβγαζε, όπως θα έκανε και σε ένα «κανονικό σπίτι». Λες και εκεί δεν είχε σκόνη και το δάπεδο ήταν καθαρό!  Όταν άρχισα να την τρίβω με μια βρεγμένη πετσέτα, αργά και εξονυχιστικά, για να διώξω έστω και προσωρινά όσους περισσότερους κόκκους μπορούσα, κατέβηκα και στα πόδια της. Αλλά ήταν κυρίως ο τρόπος που εκείνα βυθίστηκαν στην άμμο, για να την κρατήσουν σταθερή και να υποδεχτεί τον ερεθισμό της. Τότε ήταν που αγκαλιαστήκαμε όσο σφιχτά γινόταν ώστε να εξαφανίσουμε κάθε άμμο ανάμεσά μας, και ίσως δεν είχα δει άλλο πρόσωπο γυναίκας να φανερώνει τόση ηδονή. Οι εκφράσεις της ήταν ατέλειωτες, όπως και η διάρκεια της μείξης μας. Ύστερα βυθίστηκε ξέπνοη στη μόνη της διαφυγή που ήταν ο ύπνος, ενώ εγώ βγήκα έξω να σκεφτώ την δική μου διαφυγή. Γύρισα να κοιτάξω μέσα και είδα το πόδι της να διακρίνεται πίσω από τις σανίδες, ανυπεράσπιστο όπως κι εκείνη. Όμως το κοντινότερο πλάνο των ποδιών της έγινε σε σκληρότερη περίσταση. Της τα σκούντησα αργότερα, με τα δικά μου πόδια, για να βεβαιωθώ πως είχε αποκοιμηθεί. Είχα πλέον τελειοποιήσει το σχέδιο μου κι ετοιμαζόμουν να την αφήσω πίσω μου. Ένα άγγιγμα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν τρυφερό, γινόταν με δόλιο σκοπό.

Πώς να περιγράψω την σχέση με εκείνη την γυναίκα; Με έλκυε και με απωθούσε, την ποθούσα και με αηδίαζε. Ποια ήταν η θέση της στην αιχμαλωσία μου; Πίσω της περίμεναν τόσα μάτια. Η γυναίκα κινείται απ’ τις κλωστές των βλεμμάτων τους, δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μαριονέτα. Αν αγκαλιάσεις τη γυναίκα, μετά με τη σειρά σου θα γίνεις μαριονέτα κι εσύ…, σκεφτόμουν και η σκέψη μου δεν άργησε να επαληθευτεί. Με βρήκαν στην πρώτη μου απόδραση, καθώς χάθηκα στους αμμόλοφους μέσα στη νύχτα και ήδη με αντιπαθούσαν. Έτσι, όταν τους ζήτησα να ανεβαίνω έστω και λίγη ώρα κάθε βδομάδα να βλέπω την θάλασσα, άνοιξαν τα φρικτά τους στόματα και πρόφεραν το αντάλλαγμα που δεν θα φανταζόμουν ποτέ: να συνευρεθώ έξω από το σπίτι με την γυναίκα κι αυτοί ακροβολισμένοι στο χείλος του λάκκου να κοιτάζουν. Το ίδιο βράδυ συγκεντρώθηκαν και άρχισαν να χτυπούν κάτι αυτοσχέδια κρουστά, ενώ φορούσαν τρομακτικές μάσκες προαιώνιων τραγωδιών. Ήταν όλοι έτοιμοι για μια τελετουργία που φαίνεται πως είχε επαναληφθεί. Έσυρα την γυναίκα έξω από το σπίτι, ενώ εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά. «Τι σημασία έχει;» της φώναζα, «αφού έτσι κι αλλιώς ζούμε σαν ζώα»! Η γυναίκα πάλευε και με παρακαλούσε να μην πέσουμε τόσο χαμηλά. Μα ήδη δεν βρισκόμασταν στην χαμηλότερη στάθμη του κόσμου; Ήμασταν κι οι δυο αδύναμοι αλλά εκείνη αγωνιζόταν για μια άλλη, απείραχτη ακόμα αξιοπρέπεια και τελικά σωριαστήκαμε εξαντλημένοι. Η παράσταση τελείωσε άδοξα, προς απογοήτευση του ξαναμμένου όχλου.

Τις επόμενες μέρες δοκίμασα για τελευταία φορά να την μεταπείσω: «Φτυαρίζεις την άμμο για να ζήσεις ή ζεις για να φτυαρίζεις την άμμο; Γιατί δεν φεύγεις;» -«Μα η οικογένειά μου είναι θαμμένη εδώ και δεν υπάρχει τίποτα για μένα να κάνω έξω. Κι αν δεν ήταν η άμμος κανείς δεν θα νοιαζόταν για μένα, ούτε κι εσύ». Λίγο καιρό μετά εκείνοι κατέβηκαν όταν τους ειδοποίησα πως η γυναίκα πονούσε. Όλοι καταλάβαμε πως ήταν έγκυος. Την ανέβασαν προσεκτικά με ένα αυτοσχέδιο φορείο και της έδωσαν το ραδιόφωνο που εδώ και καιρό τους ζητούσε και για το οποίο κάθε φορά μου έλεγε πως θα ομορφύνει την ζωή μας. Αργότερα, στην απόλυτη ησυχία, είδα την ανεμόσκαλα να κρέμεται ξεχασμένη. Ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία για οριστική απόδραση. Όμως… γιατί να βιαστώ; Τις προηγούμενες μέρες είχα εντυπωσιαστεί από μια ανακάλυψη. Είχα δει νερό στον πάτο ενός κουβά που είχε θαφτεί στην άμμο! Αναζητούσα τον σχετικό μηχανισμό που δημιουργεί υγρασία στα βάθη της άμμου και πίστευα πως βρίσκομαι μπροστά σε μια σημαντική σύλληψη. Σκέφτηκα να μείνω για να την καταγράψω. Είχα ήδη φτιάξει τα πρώτα σχέδια και διαγράμματα. Ίσως καταθέσω στην επιστήμη δυο νέες μορφές ζωής, την δική μου και της άμμου. Έχω καιρό, άλλωστε, να φύγω όποτε θέλω. Σήμερα βρίσκομαι ακόμα εδώ.

Ο συγγραφέας του βιβλίου Η γυναίκα της άμμου, Κόμπο Αμπέ, δεν ήταν μόνο συνομιλητής των Κάφκα, Σαρτρ, Μπέκετ και Γιάσπερς, γνώστης της υπαρξιστικής φιλοσοφίας και του θεάτρου του παραλόγου και συνεχιστής της avant-garde γραφής της χώρας του. Υπήρξε και για ένα διάστημα μέλος του Ιαπωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος απ’ όπου διαγράφτηκε και γνώριζε καλά την ιδέα της πλήρους υποταγής κάθε ατομικότητας προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Ίσως γι’ αυτό κάποια στιγμή με έβαλε να αναρωτιέμαι αν «η ύπαρξή μου έχει ήδη περαστεί σε κάποιον κατάλογο ανταλλακτικών, σαν ένα από τα πολλά γρανάζια που κινούν την ζωή του τόπου». Ίσως πάλι μου πρόσφερε μια νέα ιδέα του κόσμου, όπου το δίκαιο των άλλων έρχεται σε σύγκρουση με το δικό μου δίκαιο. Όπως έγραφε:

σαν απ’ το πρόσωπό της να είχε πέσει μια μάσκα. Έμοιαζε σαν μέσα απ’ τη γυναίκα να αποκαλυπτόταν γυμνό το πρόσωπο του χωριού. Μέχρι τότε το χωριό υποτίθεται ότι βρισκόταν στη μια πλευρά, εκείνη του εκτελεστή. Ήταν ένα μηχανικά κινούμενο, σαρκοφάγο φυτό, ήταν μια θαλάσσια ανεμώνη, ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρά το θλιβερό θύμα, που έτυχε να πιαστεί στα πλοκάμια τους. Όμως, αν κάποιος έβλεπε το πράγμα από τη μεριά του χωριού, ο εγκαταλελειμμένος στην τύχη του ήταν αυτοί οι ίδιοι. Φυσικό ήταν, λοιπόν, να μην έχουν καμιά υποχρέωση στον έξω κόσμο. Μάλιστα, εφόσον κι ο ίδιος ήταν απ’ την πλευρά των εχθρών, τότε δεν είναι περίεργο που έδειξαν τα γυμνά δόντια τους και σ’ αυτόν. Ποτέ ως τώρα δεν είχε σκεφτεί μ’ αυτό τον τρόπο τη σχέση μεταξύ του εαυτού του και του χωριού. Ήταν φυσικό να βρίσκονται σ’ αυτή την κατάσταση της σύγχυσης. Όμως, ακόμα κι αν ήταν έτσι, αν παραδεχόταν το δίκιο τους, τότε θα ήταν σαν να πέταγε με τα ίδια του τα χέρια το δικό του δίκιο.

Η γυμνόποδη γυναίκα της άμμου μου πρόσφερε δυο δίκαια, νέες συλλήψεις του κόσμου και νέες μορφές ζωής. Τι παραπάνω να ζητούσα; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Woman in the dunes (Hiroshi Teshigahara, 1964). Η γυναίκα: Kyôko Kishida. Το βιβλίο: Kōbō Abe, Suna no onna, 1962. Αγγλικός τίτλος: Woman in the dunes. Ελληνική έκδοση: Κόμπο Αμπέ – Η γυναίκα της άμμου, εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. από τα ιαπωνικά: Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος. Το κείμενο βασίστηκε τόσο στην ταινία όσο και στο βιβλίο, καθώς συχνά κάτι που αναφέρεται στο βιβλίο δεν εμφανίζεται στην ταινία, και αντίστροφα. Τα αποσπάσματα από το βιβλίο είναι σε πλάγια γράμματα και προέρχονται κατά σειρά εμφάνισης από τις σ. 50, 63-64, 149-150, 33, 111 και 254 αντίστοιχα. Οι πληροφορίες για τον συγγραφέα προέρχονται κυρίως από το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή, σ. 7-15.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.