Φρανσουάζ Εσκαρπί – Ο Μάρκος κάτω από την πάσα μοντάνια

Εμείς οι άνδρες Ζαπατίστας είμαστε πολλές φορές φαλλοκράτες και οι γυναίκες κέρδισαν την θέση τους μέσα στο κίνημα με τις δικές τους ενέργειες, ανεξάρτητα από εμάς. Αρχικώς όλα ήσαν εναντίον τους. Η γυναίκα η οποία άφηνε την οικογένεια της και αναχωρούσε για το βουνό ώστε να εισέλθει στις τάξεις μας εθεωρείτο πουτάνα. Στην αρχή, στα χωριά μας, τις γυναίκες Ζαπατίστας δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν καθόλου οι άλλες γυναίκες… Εν τέλει, όταν οι γυναίκες των κοινοτήτων αντίκρυσαν αυτές τις γυναίκες Ζαπατίστας να κάνουν πράγματα τα οποία εκείνες δεν φαντάζονταν ότι θα μπορούσαν να κάνουν – να γράφουν και να διαβάζουν, να κρατούν όπλο και να γνωρίζουν να το χρησιμοποιούν, να λένε την γνώμη τους, να διοικούν άνδρες – υπήρχε ένα είδος εσωτερικής εξέγερσης ενάντια στην πολιτισμική δομή της κοινότητας. Συνειδητοποίησαν πως μπορούσαν και εκείνες να εκπαιδευτούν, πως ο αγώνας δεν ήταν αποκλειστικώς ανδρική υπόθεση και πως είχαν και εκείνες λόγο σχετικά με την πορεία των πραγμάτων. Η πρώτη εξέγερση των Ζαπατίστας δεν σημειώθηκε την Πρωτοχρονιά του 1994. Σημειώθηκε από τις γυναίκες, στο εσωτερικό του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας…[Υποδιοικητής Μάρκος, Συνέντευξη στην Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 58]

Είναι αδύνατον να μην αρχίσω από αυτή την επιπλέον εξαίσια πτυχή του αγώνα των Ζαπατίστας που κοινωνείται στο κεφάλαιο με τίτλο Το «ya basta» των γυναικών και αφορά όλες τις γυναίκες των τακτικών δυνάμεων του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας. Οι γυναίκες αμφισβήτησαν τρία προνόμια των ανδρών: την κατοχή γης, την επιλογή συντρόφου και την κατανάλωση αλκοόλ, ενώ ο «επαναστατικός νόμος των γυναικών» που υιοθετήθηκε το 1993 ορίζει μεταξύ άλλων το δικαίωμά τους να επιλέγουν τον σύντροφό τους και να μην υποχρεώνονται να παντρευτούν δια της βίας, το δικαίωμα να αποφασίζουν πόσα παιδιά μπορούν να γεννήσουν και να μεγαλώνουν και την απαγόρευση να τις χτυπήσει ή να τις κακομεταχειριστεί κανείς από την οικογένειά τους, πόσο μάλλον ξένος. Είναι εμφανές πως ένας τέτοιος πολιτικός αγώνας ανοίγει οριστικά και αμετάκλητα τον ορίζοντα μιας πλήρους προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας.

Έχουμε ήδη παρουσιάσει στο Πανδοχείο το μνημειώδες βιβλίο των E.Z.L.N. – Subcomandante Marcos – Subcomandante Moises Οι λέξεις της σιωπής [Εκδόσεις των ξένων, 2014] καθώς και τις Ιστορίες του γερο-Αντόνιο [Ροές, 2003] και τις Άλλες ιστορίες [Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014] που έγραψε / μετέγραψε ο Υποδιοικητής Μάρκος, αλλά κάθε έκδοση πού αφορά την ιστορία των Ζαπατίστας, μια ιστορία αισιόδοξη και συναρπαστική, είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν περιλαμβάνει μια σειρά λόγων των Ζαπατίστας, πρωτίστως του Μάρκος, έως την περίοδο της Έκτης Διακήρυξη της ζούγκλας Λακαντόνα και της Άλλης καμπάνιας. Έχουμε εδώ, λοιπόν, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Νίκος Παπαχριστόπουλος, μια συνολική αποτίμηση του επαναστατικού προτάγματος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, μέσα από κείμενα των ίδιων των δρώντων υποκειμένων τα οποία εμπλέκονται στο ευρύτερο συγκείμενο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στο Μεξικό.

Μαύρη, γκρι ή καφέ, η πάσα μοντάνια χαρακτήρισε μαζί με το καλυμμένο πρόσωπο και τις παλιακάτες, τα συνήθως κόκκινα εμπριμέ φουλάρια, του άντρες και τις γυναίκες που βγήκαν από την ομίχλη των βουνών και την υγρή ζέστη της ζούγκλας και κατέλαβαν πόλεις και χωριά της Τσιάπας το 1994. Τρεις δεκαετίες αργότερα οι Ζαπατίστας είναι πάντοτε εδώ, έτοιμοι να εισακουστεί η φωνή τους για δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Η πάσα μοντάνια που φορά η ζούγκλα είναι η ομίχλη, με την οποία μπορεί να κρύβει τους καταδιωγμένους. Από εκεί βγαίνουν μασκοφορεμένοι ώστε να ξεμασκαρέψουν εκείνους που τους άρπαξαν τη γη, τους αρνήθηκαν τον λόγο και τους απαγόρευσαν την μνήμη. Ο Μάρκος ήρθε απ’ έξω, τους μίλησε αλλά δεν τον κατάλαβαν. Μόνο όταν χώθηκε στην ομίχλη έμαθε να ακούει και τώρα μιλά μέσα από αυτούς, όντας πια η φωνή των φωνών τους, όπως έγραψε ο Εντουάρντο Γκαλέανο στην La Jornada το 1996.

Περιστοιχισμένος από έξι αρχηγούς της Παράνομης Επαναστατικής Ινδιάνικης Επιτροπής του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, για την απόδοση τιμών στον Χοσέ Λουίζ Σολίς Λόπεζ, με το ψευδώνυμο Γκαλεάνο, έναν Ζαπατίστας δάσκαλο που δολοφονήθηκε σε ενέδρα σε αυτοκινητόδρομο, στην Ρεαλιδάδ στην Τσιάπας, ο υποδιοικητής Μάρκος δηλώνει: «Συνειδητοποιήσαμε ότι εκείνοι απ’ έξω δεν μας έβλεπαν. Συνηθισμένοι να κοιτάζουν τους Ινδιάνους αφ’ υψηλού, συνηθισμένοι να μας βλέπουν ταπεινωμένους, η καρδιά τους δεν καταλάβαινε την αξιοπρεπή μας επανάσταση». Και οι αρχηγοί μας, άνδρες και γυναίκες, αναφώνησαν: «Βλέπουν απλώς την δική τους μικρότητα Ας κατασκευάσουμε ως εκ τούτου κάποιον τόσο μικρό σαν και αυτούς, ώστε να τον βλέπουν και να μας βλέπουν μέσω εκείνουΈτσι άρχισε ένα τέχνασμα ινδιάνικης σοφίας, η κατασκευή της φιγούρας που ονομάστηκε Μάρκος, που όπως κάποτε επινοήθηκε από εμάς, τώρα την καταστρέφουμε»». Εκείνη την ημέρα λοιπόν αποφάσισαν πως ο Μάρκος έπαψε να ζει ως Μάρκος και ονομάστηκε εξεγερμένος υποδιοικητής Γκαλέανο.

Στο κεφάλαιο Πρόγονοι και κληρονόμοι παρουσιάζονται εκείνοι που προηγήθηκαν στην μακραίωνη ιστορία του τόπου και επιβεβαιώνεται πως τίποτα δεν γεννιέται από το πουθενά. Η εξέγερση ακολουθεί μια τεράστια συσσώρευση αδικιών και θυμού. Ο Μάρκος και οι νεο-Ζαπατίστας (αν θεωρήσουμε ως Ζαπατίστας εκείνους του 1910) έχουν προκατόχους. Το Μεξικό της κατάκτησης και του αποικισμού είναι γεμάτο ηρωικές φιγούρες και στα γραπτά του ο Μάρκος αναφέρεται συχνά σε αυτούς, ώστε να επισημάνει ότι οι τωρινοί γηγενείς αγωνιστές συγκροτούν την σύγχρονη συνισταμένη μιας προγονικής βούλησης, δημοκρατίας, δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας.

Στο κεφάλαιο Η Τσιάπας των Ινδιάνων και των ανταρτών υπενθυμίζεται πως ο Μάρκος έφερε εξ αρχής τον βαθμό του υποδιοικητή για να δείξει ότι η πολιτική διεύθυνση ανήκει στους Ινδιάνους. Εκείνος δεν είναι παρά ο Γενικός Εντολοδόχος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας και έχει αναλάβει την επικοινωνία με τον εθνικό και διεθνή τύπο. Ο στρατός που εισέβαλε στο μικρό χωριό όπου είχε εγκατασταθεί η Επιτροπή του αγώνα, απέτυχε φυσικά να συλλάβει τους καθοδηγητές της «ανταρσίας» και ο Μάρκος με ολόκληρο τον πληθυσμό κατόρθωσαν να διαφύγουν και, εγκαταλείποντας τα ελάχιστα που κατείχαν, κατέφυγαν στο βαθύτερο σημείο της ζούγκλας. Στερημένοι τα πάντα, άρχισαν να επιβιώνουν υπό τις πλέον επισφαλείς συνθήκες. Ο Μάρκος εξηγεί με σκωπτικό πάντα τρόπο τους λόγους για τους οποίους η Πολιτεία των Τσιάπας παρά τους σημαντικούς φυσικούς της πόρους, παραμένει από τις φτωχότερες του Μεξικού και περιγράφει τους δρόμους από τους οποίους δραπετεύουν όλα της τα πλούτη: οδικό δίκτυο, αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ηλεκτρικές γραμμές, σιδηροδρόμους, τραπεζικούς λογαριασμούς. Το Μεξικό, ένατος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως, αφήνει τον λαό του σε καταδίκη πείνας και ανέχειας.

Ο πόλεμός μας είναι ένας πόλεμος για να μιλήσουμε και να εισακουσθούμε. Η φτώχεια είναι η πηγή του. Στην ζούγκλα Λακαντόνα φτάσαμε το 1983, επηρεασμένοι από τους αντάρτες της δεκαετίας του 1980 και από την μορφή του Τσε Γκεβάρα. Είχαμε την πεποίθηση πως μια μικρή ομάδα ηρώων μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Με την επαφή με τους Ινδιάνους έμαθα να ζω στο βουνό. Και να επικοινωνώ μαζί τους. Επικοινωνία δεν σημαίνει να μιλάς απλώς την ίδια γλώσσα αλλά να έχεις την ίδια αντίληψη για τον κόσμο. [Μάρκος, Συνέντευξη Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 48-49]

Ήταν 2003 όταν οι Ζαπατίστας δημιούργησαν τα Καρακόλ και τις Επιτροπές Ορθής Διακυβέρνησης ως τρόπους αυτόνομης διακυβέρνησης. Στα Καρακόλ, τα οποία αποτελούν ενώσεις πολλών αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες διοικούνται από Συμβούλια Ορθής Διακυβέρνησης, των οποίων τα μέλη ορίζονται από τις συνελεύσεις των αυτόνομων κοινοτήτων και εναλλάσσονται τακτικά, πλείστα ζητήματα κρίνονται με βάση το εθιμικό δίκαιο: ο κλέφτης οφείλει να προσφέρει δωρεάν εργασία στην κοινότητα, ο βίαιος θα τεθεί υπό την κηδεμονία ενός διαμεσολαβητή και ο δολοφόνος είναι υποχρεωμένος δια παντός να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας την οποία κατέστρεψε.

Είναι χαρακτηριστικό το βίντεο στο οποίο υποτίθεται πως ο Μάρκος ετοιμάζεται να βγάλει τη κουκούλα και εκείνη την στιγμή, πίσω από αυτήν, αρχίζουν να αποκαλύπτονται τόσα άλλα πρόσωπα εξαθλιωμένων γηγενών, εν είδει αναπαραγωγής του ενός και μοναδικού προσώπου το οποίο κρύβεται πίσω από το προσωπείο του. Πριν από το 1994 Ινδιάνος σήμαινε καταφρόνια, άσχημη αντιμετώπιση και εξευτελισμούς. Τώρα, με τον αγώνα μας, Ινδιάνος σημαίνει να σηκώνεις ψηλά το κεφάλι. Οι γηγενείς θέλουν να γραφτεί στο Σύνταγμα πως οι Ινδιάνοι είναι Μεξικανοί, με διαφορές στον πολιτισμό και τις παραδόσεις. Από το 1994 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας δεν αποστέλλει πλέον δασκάλους στις ζώνες των Ζαπατίστας. Μόνο αλληλέγγυοι έρχονται από άλλες περιοχές της χώρας ή και άλλες χώρες για να καλύψουν την σχετική ανάγκη.

Από την ατομικότητα στην συλλογικότητα, από την θεωρία στη πράξη, από το σύμβολο στο γεγονός, από την αυτοοργάνωση στον πλήρη σχεδιασμό της δράσης, από τα πολυβόλα στα λόγια, από την αμάθεια στην απόλυτη γνώση, από την ετερότητα στην ενσωμάτωση: αυτή είναι η σύγχρονη μορφή της κοινωνικής εξέγερσης, γράφει ο Νίκος Παπαχριστόπουλος στα κείμενά του εδώ. «Ως σύγχρονοι επαναστάτες, οι Ζαπατίστας και ο Μάρκος κλέβουν αυτό που τους έχει κλαπεί: απαλλοτριώνουν από τον καπιταλισμό το κυρίαρχό του όπλο, την οικουμενικότητά του, και βάσει αυτού διαδίδουν το μήνυμά τους· μετατρέπουν την κατ’ εξοχήν διεργασία επιβολής του, την δικτατορία της πληροφόρησης, σε απαραίτητο στοιχείο για την δική τους συμβολική και πρακτική κατοχύρωση ως νομιμοποιημένων επαναστατών. Έτσι ένα εγχώριο και τοπικό επαναστατικό συμβάν καθίσταται μια διεθνής συμβολική αναφορά, μια ατέρμονη διαδικασία επικοινωνίας με τους απανταχού εξεγερμένους».


Είναι γνωστό ότι ο Μάρκος γράφει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: από τα μανιφέστα μιας άξιας ζωής μέχρι την πολιτική καταγγελία και από την παράθεση στιγμιότυπων και εικόνων από την σύγχρονη μεξικανική πραγματικότητα έως την σκωπτική εξιστόρηση αδιανόητων καταστάσεων, τα κείμενά του δεν γίνονται ποτέ βαρετά. Με όποιον τρόπο και να διαλέξει να κοινωνήσει αυτό που συμβαίνει στα μέρη του, το παράθυρο είναι πια ανοιχτό και δεν μπορούμε να πούμε πως δεν γνωρίζουμε. Η συγγραφέας είναι ανταποκρίτρια γαλλικών εντύπων στην Λατινική Αμερική και πλήρως εξοικειωμένη με τις συνιστώσες της καθημερινής ζωής των Ζαπατίστας. Το βιβλίο περιλαμβάνει μικρό χρονολόγιο των Ζαπατίστας και παράρτημα με δέκα φωτογραφίες από το αρχείο της Μαρίας Κατεργάρη.

Εκδ. Opportuna, 2016, μτφ. Κωνσταντίνος Αναστασόπουλος, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 164. Επίμετρο: Περικλής Κοροβέσης, Σάββας Κωφίδης [Francoise Escarpit, Marcos. Seus le passe-montagne, 2006].

Σημείωση: Η έκδοση έχει ήδη εξαντληθεί και επίκειται άμεση ανατύπωση.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 242, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 43 (Ιούλιος 2022), εδώ

XXΧΙVΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Η Kay ήταν μια σπάνια περίπτωση. Την συνάντησα σε μια και μόνο ταινία, χωρίς να μάθω τι απέγινε μετά και χωρίς να την ξαναβρώ σε κάποιο άλλο φιλμ, όπως συμβαίνει μια γυναίκα που μας γοητεύει σε κάποια μας περιπλάνηση, είμαστε βέβαιοι πως θα την δούμε σε κάποιον άλλον δρόμο της πεπερασμένης πόλης αλλά τελικά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Ήταν μελαχρινή μακρυμάλλα, το είδος της κάπως ψηλής και αδύνατης γυναίκας που κάποιοι πάντα αποκαλούν άχαρη, επειδή αδυνατούν να διακρίνουν τις χάρες που δεν φωνάζουν. Εργαζόμασταν σ’ ένα εργοστάσιο μιας βαρετής αυστραλιανής κωμόπολης και οι άλλες κοπέλες την αντιμετώπιζαν συγκαταβατικά, έτσι όπως έμοιαζε πάντα αφηρημένη, απορροφημένη «στον κόσμο της». Ήμουν ένας χαμηλών τόνων νέος και είχα αρραβωνιαστεί μια από αυτές.

Η Κέι ήταν μια αλαφροΐσκιωτη των προαστίων, που έδινε προσοχή στους οιωνούς των φύλλων του τσαγιού, όπως τους αποκρυπτογραφούσε μια εξειδικευμένη αναγνώστριά τους. Ένας εξ αυτών ήταν απόλυτος: ο μέλλων αγαπημένος της θα αναγνωριστεί από ένα ερωτηματικό σημάδι στο πρόσωπό του. Όταν την άλλη μέρα το είδε σε μια δική μου τούφα μου δήλωσε απερίφραστα πως εμείς οι δυο έμελλε να είμαστε μαζί. Επισφραγίσαμε άμεσα την ακαριαία συμφωνία πλαγιάζοντας στο δάπεδο του κλειστού πάρκινγκ των αυτοκινήτων, ενώ σε απόσταση αναπνοής με αναζητούσε η μόλις πρώην μνηστή μου.

Όλα έδειχναν πως μας περίμενε μια ζευγαρωτή ρομαντική ζωή. Όμως η Κέι έμοιαζε αμήχανη και αδυνατούσε να συνδεθεί μαζί μου, λες κι ένα μεγάλο κενό έχασκε ανάμεσά μας. Εκδήλωσε μάλιστα και μια παράξενη ανησυχία: επέμενε να μην φυτέψω ένα μικρό δέντρο για να ομορφύνει η μικρή τσιμεντένια αυλή, επειδή, έλεγε, τα δέντρα απλώνουν ρίζες κάτω από τα σπίτια και δημιουργούν ζημιές. Την καθησύχασα και υποχώρησε, μέχρι που κάποια στιγμή το βρήκα ξεριζωμένο, κρυμμένο κάτω απ’ το κρεβάτι μας.

Δεκατρείς μήνες μετά κι ενώ η Κέι εξακολουθούσε να προσαρμοστεί σε μια μοιρασμένη «κανονική» ζωή, ήρθε απροειδοποίητα η αδελφή της Dawn, η Sweetie του τίτλου: το κορίτσι που πάντα τρομοκρατούσε την οικογένεια, πιστωμένη από τον μπαμπά της ως μια αδιαφιλονίκητη βασίλισσα, που μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Η κακομαθημένη «Γλυκούλα» πάντα απαιτούσε να είναι το κέντρο όλης της οικογένειας και τιμωρούσε όσους δεν της έδιναν σημασία. Με δεδομένη πια διανοητική διαταραχή μπαινόβγαινε σε ιδρύματα. Αυτή την φορά ήρθε με τον «μάνατζέρ» της, έναν μουσικό που παρέπαιε, εμφανώς «φτιαγμένος».

Ο μπαμπάς της ήταν ο δεύτερος απρόσκλητος, καθώς η μητέρα τον εγκατέλειψε για να ζήσει σε ράντσο με καουμπόις (γιατί ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσουμε το όνειρό μας, ή έστω να αποδράσουμε από τον εφιάλτη μας), αφού πρώτα φρόντισε να του αφήσει μια σειρά γευμάτων σε πιάτα καλυμμένα με σελοφάν. Ο μπαμπάς εξακολουθούσε να την βλέπει ως ταλαντούχο παιδί που τώρα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας ψυχαγωγός, ακόμα κι όταν ο μάνατζερ της όχι απλώς δεν του γέμιζε το μάτι αλλά και αποκοιμήθηκε πάνω στην κουβέντα κι έγειρε πάνω στο πιάτο του. Κάποια στιγμή μας επισκέφτηκε η μητέρα και η τετραμελής οικογένεια βρέθηκε ξανά ενωμένη στην συναισθηματική της σιωπή.

Παρατηρούσα την Κέι και την Σουίτι, ένα δίπολο συνεχών αντιθέσεων. Η εύθραυστη, χαμηλότονη και μοναχική, η θορυβώδης, ασυγκράτητη και καταστροφική. Σώμα καλαμοειδές και πληθωρικό αντίστοιχα. Απουσία που κρύβεται, παρουσία που επιβάλλεται. Η ντροπαλή και η επιδεικτική, η «βαρετή» και η «άγρια». Ένας ερμητικός οικογενειακός κόσμος άνοιγε μπροστά στα μάτια μου. Η Κέι βρισκόταν πάντα στο ημίφως, παραμελημένη, ενώ η Σουίτι είχε όλη την προσοχή των γονέων· ακόμα και ο τίτλος της ταινίας φαίνεται παραπλανητικός, αφού κεντρική ηρωίδα είναι η Κέι· μέχρι κι αυτόν της έκλεψαν. Αυτό λοιπόν βασάνιζε την αγαπημένη μου; Ο συνεχής παραμερισμός από μια ασυγκράτητη κυρίαρχο; Η υπόκωφη ζήλεια επειδή ποτέ δεν γευόταν την απεριόριστη ελευθερία που χαρίστηκε στην αδελφή της; Και τι ζητούσε τώρα η Σουίτι από μας; Να την προωθήσουμε στην λαμπρή καριέρα που της υποσχέθηκαν από μικρή και που ακόμα περίμενε με τα μάτια της πάντα βαμμένα; Να μας αναστατώσει και να με αποπλανήσει, όπως επιχείρησε; Να την υποδεχτούμε ως αυτό που ήμασταν, μια οικογένεια τρελή και ασυνάρτητη όπως όλες;

Φαίνεται πως κανείς τους δεν τα κατάφερνε με τις λέξεις και ο μόνος τρόπος να της πουν να φύγει ήταν να φύγουν οι ίδιοι. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο και βγήκαμε στον αυτοκινητόδρομο, προς άγνωστη κατεύθυνση. Σταματήσαμε βράδυ σ’ ένα ράντσο· από τα μεγάφωνα ακουγόταν μια γλυκερή cowboy μουσική κι οι άντρες χόρευαν στο χωμάτινο αίθριο. Ήταν τόσο σουρεαλιστική εκείνη η σκηνή, που έμοιαζε με όνειρο κάποιου από μας. Μήπως τελικά αυτό ήταν το όνειρό τους, να φύγουν μακριά της; Η Σουίτι ενσάρκωσε όλα τους τα προβλήματα; Ποιος της άφησε ελεύθερο τον δρόμο για την παράνοια; Η Κέι και οι γονείς της αντιμετώπιζαν καλύτερα τα δικά τους; Η πνευματική διαταραχή πάει πάντα μόνη της ή έχει πηγές και συνοδοιπόρους;

Η κάμερα ακολουθούσε την Κέι παντού, αλλά εκείνη παρέμενε ένας γρίφος. Ίσως ο φακός αποτύπωνε το δικό της βλέμμα κι όχι ενός αντικειμενικού παρατηρητή. Συχνά το περιβάλλον έμοιαζε να ξεγλιστράει από την πραγματικότητα και να γίνεται παράξενο, ονειρικό. Θραύσματα μνημών, ριπές ονείρων, ένα ακαπέλα ρεφραίν του Love will never let you fall down, γκόσπελ φωνητικά, μαυρόασπρα ιντερλούδια και οπτικές γωνίες κάτω από αμάξια, τραπέζια κουζίνας και κρεβάτια, σαν επιστροφές των υπόγειων φόβων της, όλα ανάδευαν εντός της. Τα φλάσπμπακ που εδώ δεν είναι παρά η μνήμη της, υπενθυμίζουν τα πάντα. Η ολιγογράφος νεοζηλανδή σκηνοθέτιδα Jane Campion βάσισε την πρώτη της αυτή ταινία σε προσωπικές εμπειρίες και την αφιέρωσε στην αδελφή της. Φαίνεται πως το πρώτο έργο τέχνης ενός δημιουργού πάντα θα αναζητά την αλήθεια της ζωής του.

Προς το τέλος της ιστορίας η Σουίτι ανέβηκε ξανά στο δεντρόσπιτο όπου πάντα έπαιζε μόνη της, προνομιούχος και αποκλειστική ιδιοκτήτρια, αλλά τώρα δεν είχε πια χειροκροτητές στις ακροβασίες της. Ίσως τότε διέκρινα τον βαθύτερο φόβος της Κέι: δεν είναι τα δέντρα που έχουν κρυμμένες δυνάμεις, αλλά η άγνωστη, άλογη αδελφή της. Ήταν ένας φόβος που αδυνατούσε να παραδεχτεί, όπως άλλωστε κάθε συναίσθημα απέναντί της. Έτσι μεγάλωσαν: ανέκφραστες και ανειλικρινείς, χωρίς επικοινωνία. Ίσως οι βαθιές ρίζες που τόσο έτρεμε η Κέι να ήταν η οικογένεια από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Αλλά σε αντίθεση με τους γονείς που αδυνατούσαν ακόμα και τώρα να συνειδητοποιήσουν πως άφησαν τα παιδιά τους να πλέουν ακοινώνητα, η Κέι είδε την πραγματικότητα κατάματα. Οι ιδιοσυγκρασίες είναι για να συγχωρούνται, οι οριακές καταστάσεις για να βιώνονται, οι πόνοι για να εκδηλώνονται. Το ξέσπασμά της με λέξεις που επιτέλους αναδύθηκαν και κυκλοφόρησαν ήταν καθυστερημένο αλλά ζωτικό.

Ύστερα απ’ όλα αυτά πώς να ρεύσει η σεξουαλικότητα αυτής της νέας γυναίκας; Το σώμα της -πρώτο και ατυχέστερο θύμα των περιστάσεων- κλειδώθηκε, ο ερωτισμός του εγκλωβίστηκε. Αν αδυνατούσε να συνδεθεί με οποιονδήποτε άνθρωπο, πώς περίμενα να κουμπώσουν οι αρμοί μας; Η παραφυσική αναγνώστρια των φύλλων του τσαγιού της είχε πει πως αγάπη είναι «courage and sex». Της έλειπαν και τα δυο.

Αναρωτιόμουν αν μπορούσε να αντιληφθεί την ομορφιά του ψηλόλιγνου μίσχου της, τους χυμούς κυλούσαν εντός της. Διόλου τυχαία η κάμερα την κομμάτιαζε σε τμήματα, σαν να τόνιζε πως ούτε τα μέρη της δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ εστίαζε περισσότερο στο πρόσωπο, στα χέρια και τα πόδια της: τα βήματα ανάμεσα στις ρωγμές του πεζοδρομίου, το παίξιμο των παπουτσιών στο χαλί, το καλσόν πάνω στο πλεγμένο χαλί, στον περιπλεγμένο κόσμο. Αμήχανα, νευρικά, με πλήρη άγνοια ωραιότητας. Περίμενα πως και πώς να τα δω ελεύθερα απ’ όλα αυτά και η περιπόθητη στιγμή έφτασε, ακριβώς στο τελευταίο δίλεπτο της ταινίας, σαν τέρμα που μπαίνει στο 90΄, αρκετό για να ξεχαστεί ένας ολόκληρος άνυδρος αγώνας και να γίνει αυτό και μόνο ικανή ανάμνησή του.

Να τα λοιπόν. Αριστερά τα δικά της, δεξιά τα δικά μου. Φοράμε κι οι δυο μαύρες κάλτσες. Εκείνη βγάζει τις δικές της. Τα δάχτυλά της σηκώνονται, παίζουν, ανεβοκατεβαίνουν. Ακούγεται χαλαρωμένη και ανυπόμονη, με την χαρακτηριστική αυξομείωση της φωνής που προηγείται της ερωτικής πράξης. «Ξέρεις πώς συμπεριφέρονται στα πόδια στο σεξ;», με ρωτάει, και δεν γνωρίζω αν γνωρίζει την απάντηση ή αν θέλει να την ανακαλύψει. Πρώτα αυτά προτείνουν ετοιμότητα και δηλώνουν απαραίτητα μέλη της επερχόμενης τελετής. Έτσι κι εγώ: καλώ τις απανταχού δέσποινες πρώτα να αποδεχτούν και μετά να αποτάξουν τα οικογενειακά τραύματα που φέρουν όπως όλοι μας, να ξαπλώσουν, να κυματίσουν τα δάχτυλά τους και να μας προσκαλέσουν στην νέα ζωή που δικαιώνεται οριζοντιωμένη.

Και η Σουίτι; Πέταξε από το δεντρόσπιτο, ξυπόλητη φυσικά, αφήνοντας την εικόνα της όταν ήταν μικρή, με την ζωή ανοιχτή μπροστά της, τότε που χόρευε, έκανε μικρά ακροβατικά νούμερα και τραγουδούσε. Ίσως η ζωή είναι το καλύτερο που κάποτε ήμασταν, όποτε κι αν ήμασταν. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Sweetie (Jane Campion, 1989). Η γυναίκα: Karen Colston.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.