Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 41 (Μάιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Ωραία μου Στεφάν.

Μετά από όλες αυτές τις απιστίες, τα γυρίσματα της ίδιας της ζωής ή της κινηματογραφικής μηχανής του σκηνοθέτη συζύγου σου φρόντισαν να σου δείξουν την άλλη πλευρά του νομίσματος. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, άλλωστε, η αναπότρεπτη φθορά του χρόνου θα συνεργούσε ώστε η αειθαλής γοητεία σου να υπολείπεται της εύπλαστης θελκτικότητας μιας γυναίκας νεότερης (στην ηλικία ή στην άφιξη). Ο Σαμπρόλ σίγουρα θα σου διηγήθηκε την ιστορία: ο Ζορζ Σιμενόν τον ρώτησε για ποιο λόγο οι σκηνοθέτες δεν φτιάχνουν περισσότερες ταινίες χωρίς πλοκή (σήμερα ίσως θα ρωτούσε το αντίθετο). Ο συγγραφέας, συνέχισε, απαιτεί την πλοκή για να κινήσει τα γεγονότα πάνω στις λευκές σελίδες, ενώ ο σκηνοθέτης έχει εξαρχής το σπάνιο δώρο του ανθρώπινου προσώπου, που από μόνο του μπορεί να εκφράσει τα πάντα αλλά και να μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το ποιον και τις πράξεις του φορέα του. Η απάντηση του Σαμπρόλ ήταν έμπρακτη: θα έφτιαχνε λοιπόν μια τέτοια ταινία και θα διάλεγε το μυθιστόρημα Betty που εμπνεύστηκε κι έγραψε ο Σιμενόν χάρη σ’ εκείνη την κουβέντα.

Μια γυναίκα μπαίνει μούσκεμα από την βροχή σ’ ένα μπαρ. Είναι μεθυσμένη και μοιάζει δυστυχής· έχει έκφραση απελπισμένη και μάτια βυθισμένα στον πόνο. Καπνίζει αλλεπάλληλα τσιγάρα και ψωνίζεται από έναν άντρα που της προτείνει να φύγουν. Πηγαίνουν μέσω ενός σκοτεινού περιφερειακού σ’ ένα απομακρυσμένο εστιατόριο. Ο άντρας που ισχυρίζεται πως είναι γιατρός βρίσκεται ήδη υπό την επήρεια ναρκωτικών. Μόλις αρχίσει να της ψελλίζει αδιανόητες φράσεις και λίγο προτού γίνει απειλητικός, εμφανίζεσαι εσύ: σπεύδεις από το μπαρ όπου καθόσουν και την παίρνεις δίπλα σου. Είσαι η Λωρ, ετών 49, είναι η Μπέττυ, ετών 28. Γνωρίζεις ήδη αυτόν τον διαταραγμένο πελάτη γιατί το εστιατόριο, «η Τρύπα» όπως ονομάζεται, ανήκει στον σύντροφό σου Μάριο και αποτελεί καταφύγιο βασανισμένων ψυχών. Είσαι μια πρώην νοσοκόμα και νυν πλούσια χήρα που φροντίζει τους πελάτες, ενώ το διπλανό ξενοδοχείο είναι κτήμα και κατοικία σου. Προθυμοποιείσαι να την φιλοξενήσεις εκεί σ’ ένα δωμάτιο, πρώτα για μια νύχτα, μετά για πολλές ακόμα.

Είσαι και πάλι, λοιπόν, ευκατάστατη και βαριεστημένη, αυτή τη φορά όμως ενδεδυμένη με την ευγένεια μιας νοσοκομειακής φροντίδας. Κάθε βράδυ βρίσκεσαι ανάμεσα στους δυστυχείς της «Τρύπας» που δεν έχει την μορφή του τυπικού κινηματογραφικού χαμαιτυπείου όπου διάφοροι μεθυσμένοι τρεκλίζουν στο ημίφως με ένα μπουκάλι στο χέρι. Εδώ όλοι είναι καλοντυμένοι και προσπαθούν να δείχνουν αξιοπρεπείς κάτω από ένα σχετικά δυνατό φως, ελαφρώς γαλάζιο λόγω ενός ενυδρείου που τέμνει σχεδόν εγκάρσια την αίθουσα, σα να είμαστε σ’ ένα «συνηθισμένο» στέκι, πόσο μάλλον όταν ακούγεται το θεσπέσιο μελοδραματικό τραγούδι του Michel Jonasz Je voudrais te dire que je tattends, μια φράση που πιθανώς θα ήθελαν να ψελλίσουν οι περισσότεροι: θα ήθελα να σου πω πως σε περιμένω. Αν κατά τύχη έρθουν κάποιοι ανυποψίαστοι πελάτες, ο Μάριο σπεύδει για παραγγελία λέγοντας «Υποθέτω θέλετε όλοι μανιτάρια», κι όταν εκείνοι μάλλον έκπληκτοι τον ρωτούν τι άλλο υπάρχει, αυτός απαντά μ’ ένα ψυχρό, δήθεν αθώο χαμόγελο, «μόνο μανιτάρια». Η ανύπαρκτη στο παρόν πλοκή, όπως την συζήτησαν οι δυο Γάλλοι μαιτρ, περιορίζεται στο ρεστοράν όπου πίνετε και συζητάτε και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου την περιποιείσαι και την φροντίζεις μέχρι να συνέλθει απ’ την κατάρρευσή της.

Στους δυο αυτούς χώρους σου διηγείται με αλλεπάλληλα, θραυσματικά φλας μπακ την ζωή της σε τρεις διαφορετικούς, εναλλασσόμενους κύκλους. Στον πρώτο στενάζουν ο έρωτας και ο πρώιμος γάμος της μ’ έναν πλούσιο γόνο και η ασφυκτική διαβίωση μέσα στον αυστηρό οικογενειακό του κλοιό· στον δεύτερο, οι συνεχείς απιστίες της και η σχέση με έναν νεαρό φοιτητή· στον τρίτο, η παιδική ηλικία με την τραυματική μνήμη της κρυφής ερωτοτροπίας του πατέρα της με μια γυναίκα. Ενώ οι τελευταίες δυο ιστορίες είναι περισσότερο στατικές και απλώς καθαρίζουν σταδιακά την εικόνα, η πρώτη οδηγείται σε δραματική κορύφωση καθώς η ερωτική της ιστορία κάποτε αποκαλύπτεται στην οικογένειά της με τραγικές συνέπειες. Η άγνωστη ψυχογραφία / ψυχορραγία της Μπέττυ ξεδιπλώνεται ως παζλ καθώς η πλοκή τελικά φτάνει από το παρελθόν.

Μ’ έναν ψυχρό και άβουλο σύζυγο, υποταγμένο σε μια μητριαρχική μητέρα που κυριαρχεί στο σπίτι, θα σκέφτηκες πως η μοιχεία δεν αποτελεί παρά την πρώτη διαθέσιμη διαφυγή. Όμως η ίδια παραδεχόταν την ερωτομανία της, την διακαή κι ακαταμάχητη επιθυμία να συνευρεθεί με άντρες, που την έφερε στο σημείο να προσκαλέσει τον εραστή της στο ίδιο της το σπίτι ένα βράδυ που οι άλλοι έλειπαν σε μια θεατρική παράσταση. Τον υποδέχτηκε ξυπόλητη με χορευτικές κινήσεις κι έσπευσαν στα καθιερωμένα τους πάνω στον οικογενειακό καναπέ. Η αναβολή της παράστασης είχε ως αποτέλεσμα την βίαιη διακοπή της δικού τους ερωτικού μονόπρακτου: σύσσωμος ο οίκος βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα και προτού πεταχτεί στο δρόμο υποχρεώθηκε να επιλέξει: ή θα έφευγε χωρίς τίποτα, γνωρίζοντας πως αναμφισβήτητα θα έχανε την δικαστική διαμάχη για τις μικρές της κόρες ή θα υπέγραφε την παραχώρηση της επιμέλειάς τους στην οικογένεια έναντι ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Ήταν εμφανές πως τους ήταν πλέον άχρηστη· η δουλειά της ως οργάνου αναπαραγωγής κληρονόμων είχε τελειώσει. Εξαρχής, άλλωστε, την αποκαλούσαν μητέρα, προτού καν γεννήσει, συνεπώς οποιαδήποτε γυναίκα θα μπορούσε να έχει παίξει αυτό τον ρόλο. Η απελπισία κι ο πανικός την οδήγησαν στην δεύτερη επιλογή και, εξαναγκασμένη στο μέγιστο ταπείνωμα, βρέθηκε στους δρόμους να τρεκλίζει και ν’ αναζητά την αλκοολική λήθη.

Σας θυμάμαι και τις δυο πολύ καλά να γεμίζετε την οθόνη με κοντινά πλάνα και προσπαθούσα να διακρίνω πάνω στα πρόσωπά σας κάτι από το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Πρώτα εσένα: μια σχεδόν μητρική παρουσία διαρκώς δίπλα της. Εμφανώς την περιέβαλλες με στοργή αλλά συχνά κάλυπτες τα λόγια της με τα λόγια σου, σα να ήθελες να διατηρείς τον έλεγχο και να ορίζεις πλήρως τους όρους της επικοινωνίας σας, ίσως κι επειδή ήταν σα να τα γνώριζες όλα: είχες κι εσύ το δικό σου ταραχώδες, κάποτε και κοινό παρελθόν. Πες μου, για ποιο λόγο την περιμάζεψες; Την επιθυμούσες ως γυναίκα; Δεν έδειξες κάτι τέτοιο, αν και υπήρξε μια κάπως ιδιαίτερη στιγμή. Όταν βγήκε από το πρώτο της μπάνιο στο δωμάτιο, την είδες ξυπόλητη και γονάτισες μπροστά της για να της φορέσεις κάποιες παντόφλες. Η κάμερα εστίασε στα πόδια της καθώς τα άγγιξες για να τα ντύσεις – μια στιγμή ακινησίας κι η είσοδος κάποιας μουσικής φράσης ίσως τόνισαν κάτι ανομολόγητο. Μήπως ήθελες απλή συντροφιά; Κάποια να έχει περάσει χειρότερα από τα δικά σου; Είχες το σύνδρομο της Μητέρας Τερέζας; Ήθελες να αποτελέσεις το ζωντανό παράδειγμα της «καλοσύνης των ξένων»;

Αν εσύ ήσουν η συγκρατημένη ακροάτρια, εκείνη ήταν μια γυναίκα συναισθηματικά παράλυτη και ανεπανόρθωτα ταπεινωμένη. Στο έγγραφο που την έβαλαν να υπογράψει δήλωνε: Εγώ η Ελίζαμπεθ Ετάμπλ, ετών 28, χωρίς επάγγελμα, δηλώνω πως υπήρξα πόρνη, πως είχα εραστές πριν και μετά τον γάμο μου και κοιμήθηκα μαζί μ’ έναν από αυτούς δίπλα στο παιδικό δωμάτιο. Η υπογραφή κοστολογήθηκε στα 200.000 φράγκα. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένα σώμα εύφλεκτο, που αισθανόταν ή χρησιμοποιούσε την αχαλίνωτη σεξουαλική επιθυμία ως την μοναδική αίσθηση ελευθερίας ή για κάποιον σκοτεινό λόγο. Κάποτε σου μίλησε περισσότερο για την «ερωτική» σκηνή που είδε ολοζώντανη μπροστά της όταν ήταν μικρή. Ο πατέρας της πάνω σε μια γυναίκα ορειβατούσεδεν υπήρχε καταλληλότερη λέξη. Το πρόσωπο της γυναίκας έγραφε πόνο ή ευχαρίστηση. Νόμιζα, σου είπε, πως οι γυναίκες πρέπει να υποφέρουν για έναν άντρα, να είναι θύματα. Ελκύστηκα τόσο πολύ και φοβήθηκα το ίδιο, ταυτόχρονα. Ήθελα να δω τα πάντα ως το τέλος, το πρόσωπό της «μετά», ν’ ακούσω την φωνή της. Κυνηγούσα όλους τους άντρες για να πληγώσω τον εαυτό μου. H αλλόκοτη ομορφιά της ίσως τελικά έκρυβε μια ψυχολογική διαταραχή ή απλώς μια κυνική προσωπικότητα που επιθυμούσε να καταστρέφει κάθε της σχέση για χάρη μιας άλλης. Η Μπέττυ εμφανιζόταν ως θύμα αλλά τελικά της άρεσε να πληγώνει όσους την αγαπούσαν κι εσύ, καλόκαρδή μου Λωρ, υποτίμησες αυτή την αμετανόητη, ανεξέλεγκτη πλευρά της, μια απόλυτα εγωιστική φύση που αναζητούσε κάθε ευχαρίστηση στην δική της ηδονή και στον πόνο των άλλων.

Τότε κατάλαβα πως η πλοκή ζητούσε ώθηση. Οι ιστορίες σας είχαν πια ειπωθεί και δεν θα παραμένατε έτσι. Όταν ο Μάριο κάποια στιγμή της χαμογέλασε πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα (και θυμάμαι πως από μισάνοιχτη πόρτα σάς είχε δει κι αυτή να κάνετε έρωτα μια από τις πρώτες της νύχτες εκεί), υποψιάστηκα το αναπόδραστο. Χωρίς να το πάρει κανείς μας είδηση, κρυφά κι από τις κάμερες, το νέο ζευγάρι είχε ήδη συνεννοηθεί. Αυτή η γυναίκα που νυχοπατούσε ξυπόλητη από πόρτα σε πόρτα φαίνεται πως είχε ανταλλάξει τις απαραίτητες ματιές με τον Μάριο. Σε άφησε, Λωρ, η Μπέττυ «σου», κι έφυγαν μαζί. Αυτή ήταν το νέο, το άγνωστο και το ατελείωτα διαθέσιμο, ενώ εσύ το παλιό, το γνωστό και το πεπερασμένο. Έγιναν όλα κάτω απ’ τη μύτη μας ενώ έπρεπε να το υποψιαστούμε απ’ την αρχή. Ο αξεπέραστος ηδονισμός της θα αναζητούσε νέο πεδίο, η αμαρτωλή που εμφανίστηκε ως αγία επέστρεφε στην αμαρτία της. Οι θέσεις αντιστράφηκαν: τώρα γινόσουν εσύ το θύμα που θα χρειαζόταν βοήθεια αλλά ποιος θα σου την έδινε; Το βλέμμα σου όταν έμπαινες σ’ ένα ταξί για να φύγεις οριστικά από εκεί, τα έλεγε όλα. Τίτλοι τέλους.

Η κινηματογραφική σου ζωή ακολουθούσε την βιολογική ή και αντίστροφα. Μεγάλωνες, ωρίμαζες και παρέμεινες, όπως κάθε ωραία γυναίκα, εσαεί ωραία. Τελείωσε κι η ζωή σου με τον Κλωντ Σαμπρόλ, που κάποτε σάρκασε τον ίδιο τον έρωτα όταν δήλωσε πως χωρίσατε επειδή, από την δική του πλευρά, αντιλήφθηκε πως ενδιαφερόταν περισσότερο για την ηθοποιό παρά για την γυναίκα Στεφάν Οντράν. Ποιος ξέρει τι μπορεί να τον ώθησε σ’ αυτή την άκομψη ομολογία! Η ταινία της ζωής σου διάρκεσε 85 χρόνια, καθόλου άσχημα δηλαδή· της Μαρί Τρεντινιάν που έπραξε την Μπέττυ κράτησε λιγότερο από τα μισά, και, σκέψου, θα μπορούσε να είναι κόρη σου, αφού με τον πατέρα της Ζαν-Λουί Τρεντινιάν είχατε ένα σύντομο γάμο, προτού συνταιριάξεις με τον Σαμπρόλ που, πάντα δαιμόνιος, σας έβαλε στην ταινία Les biches (βλ. προηγούμενο τεύχος) να αγκαλιαστείτε έστω και «στα ψέματα». Τα ίδια αυτά ψέματα, άλλωστε, του σινεμά μας κρατούν αληθινούς τόσα χρόνια, έτσι δεν είναι; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Betty (Claude Chabrol, 1992). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Marie Trintignant. Το τραγούδι: Michel Jonasz Je voudrais te dire que je t’ attends (1976)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 23: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν (Γ΄)

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 40 (Απρίλιος 2022), εδώ.

XXΧΙΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 23: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Γ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους. 

Ωραία μου Στεφάν.

Συνέχισες να είσαι η αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της ερωτικής επιθυμίας των άλλων. Θα δεχόσουν όμως να είσαι η μόνη; Είχες ετοιμαστεί για την στιγμή όπου κάποια νεαρότερη γυναίκα θα διεκδικούσε αντί για σένα το πραγματικό ενδιαφέρον ενός άντρα; Έδωσες την απάντησή σου στις Ελαφίνες, στην ταινία όπου, εκφράστηκες με τα πόδια σου πιο απροκάλυπτα από ποτέ. Ήσουν λοιπόν η ευκατάστατη και ωραία Φρεντερίκ και συνάντησες στον δρόμο σου μια νεαρή και εξίσου όμορφη κοπέλα που ζωγράφιζε ελαφίνες σε μια γέφυρα πάνω από τον Σηκουάνα. Οι περαστικοί έριχναν κέρματα πάνω στην ζωγραφιά της ενώ εσύ της άφησες ένα χαρτονόμισμα επειδή, την διαβεβαίωσες, το άξιζε. Κάπως έτσι της πρόσφερες κουβέντα και περπατήσατε ως το σπίτι σου. Ήταν αμήχανη αν όχι απότομη, κι όταν την ρώτησες το όνομά της, σου απάντησε με την ερώτηση why/γιατί; Την ονόμασες λοιπόν Why και το θέμα έληξε εκεί· άλλα ενδιέφεραν εσένα, όχι τα αινίγματα.

Όταν φτάσατε στην πόρτα της πρότεινες καφέ κι εκείνη δέχτηκε μόνο αν μπορούσε να κάνει ένα μπάνιο. Της έβαλες παραπάνω ζάχαρη για να γλυκάνεις την αψάδα της κι έφερες τα φλιτζάνια στο λουτρό. Εκείνη έβγαλε το γυμνό της πόδι από τους αφρούς για να κλείσει την βρύση και ανάδευε τα γόνατά της στο σαπουνισμένο νερό. Φιλοφρόνησες το σώμα της και την χαρακτήρισες «καπριτσιόζα και απαιτητική» επειδή αντέδρασε στον γλυκύτερο καφέ. Μετά σου ζήτησε να περάσεις έξω, για να βγει από την μπανιέρα, αλλά αρνήθηκες και άναψες τσιγάρο – η φράση σου «μεταξύ γυναικών» ακύρωνε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ντροπής ανάμεσά σας. Αργότερα όταν ντύθηκε γονάτισες για να της δέσεις το πουκάμισο στην κοιλιά αλλά ξέδεσες το παντελόνι της. Πριν καν την αγγίξεις, το βλέμμα σου ήταν απόλυτο, απερίφραστο. Ένοιωσες έλξη για εκείνη την γυναίκα ή σου φάνηκε ενδιαφέρον απόκτημα; Επιζητούσες τον ρόλο της προστάτριας ή σκόπευες απλώς να ψυχαγωγηθείς με μια μυητική ερωτική σχέση;

Φυσικά το επόμενο βήμα ήταν να την πας στο παραθαλάσσιο σπίτι σου στο Σαιν Τροπέ. Ήταν χειμώνας και τα πάντα ήταν έρημα. Σας υποδέχτηκαν δυο εύθυμοι ομοφυλόφιλοι κύριοι που φρόντιζαν τον χώρο και συμπεριφέρονταν ως γελωτοποιοί σου, όταν δεν έπαιζαν οργιαστική  μουσική με αυτοσχέδια πνευστά και κρουστά. Έκαναν, μάλιστα, ένα σχόλιο για την νέα σου φίλη: «το κέντρο βαρύτητάς της βρίσκεται σε τέλεια ισορροπία». Της είχες πει ότι η αναψυχή τέτοια εποχή είναι περιορισμένη: χαρτοπαίγνια, συγκεντρώσεις φίλων και κάτι αδιευκρίνιστες διανοητικές απολαύσεις. Την έπαιρνες και πηγαίνατε στις υπαίθριες αγορές και διοργανώνατε πάρτι στο σαλόνι με τα αφρικανικά σουβενίρ. Ήταν φανερό πως σε θαύμαζε γιατί ήσουν υπέρκομψη και διεκδικητική, το ακριβώς αντίθετο από τον υποχωρητικό, συνεσταλμένο χαρακτήρα της.

Εργαζόμουν ως αρχιτέκτονας στην περιοχή και είχα την ευπρόσδεκτη εμφάνιση του Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Είδα για πρώτη φορά την Why σε μια βόλτα με το ποδήλατό της και σαγηνεύτηκα από μια επιβλητική αλλά εύθραυστη ομορφιά. Την ξαναείδα σε μια απ’ τις θορυβώδεις βραδιές στο σπίτι σας. Στο πικάπ έπαιζαν δίσκοι μοντέρνας ορχηστρικής μουσικής κι οι καλεσμένοι σας  έπαιζαν πόκερ, διάβαζαν ή φιλοσοφούσαν σωριασμένοι στους καναπέδες. Είδα τον δεσποτικό τρόπο με τον οποίο της φερόσουν· την πρόσταζες να μας σερβίρει, την ανάγκαζες να πιεί σαμπάνια ενώ δεν ήθελε. Την παρατηρούσα με το ντροπαλό μου βλέμμα και το παρατήρησε. Όταν ήρθες και κάθισες δίπλα μας, κατάλαβα ότι εκεί θα ήταν αδύνατο να την προσεγγίσω, όμως οι δρόμοι έξω ήταν δικοί μας. Μιλήσαμε και δέχτηκε να την φιλήσω επειδή ήξερε πως την παρακολουθείς μέσω των δυο σου ακόλουθων και παραδέχτηκε πως το κάνει για να σε ευχαριστήσει. Έχετε ιδιαίτερη αίσθηση φιλίας, σκέφτηκα φωναχτά. Χαμογέλασε, με ακολούθησε στο σπίτι και ήπιαμε όσο χρειαζόταν για να διανύσουμε περισσότερο χρόνο γνωριμίας. Η επόμενη σκηνή σε βρήκε στο ξαπλωμένη στο κρεβάτι, στην πρώτη αποκάλυψη των γυμνών σου ποδιών. Φορούσες λευκή πιτζάμα κι έριχνες ζάρια σ’ έναν στρογγυλό δίσκο όταν μπήκαν οι πληροφοριοδότες σου και σε πληροφορούν με γλαφυρό ύφος πως η προστατευόμενή σου έμεινε σπίτι μου. Αν κρίνω απ’ την ανεπαίσθητη κίνηση των δαχτύλων σου, πρέπει να σχεδίαζες κάτι ιδιαίτερο, που, όπως αποδείχτηκε, περιελάμβανε και τους τρεις μας.

Όταν την άλλη μέρα το πρωί η Why επέστρεψε σπίτι και συνόψισε την γνωριμία μας, την διαβεβαίωσες πως το μόνο πράγμα που θέλεις από εκείνη είναι να είναι ευτυχισμένη. Ξέχασες όμως να προσθέσεις ότι κρατούσες για τον εαυτό σου το μεγαλύτερο μερίδιο στην διαθέσιμη «ευτυχία» που προφανώς περνούσε από την περιοχή μου. Το μεσημέρι που είχα ραντεβού μαζί της εμφανίστηκες στο σπίτι που επέβλεπα να χτίζεται μπροστά σ’ ένα λιμανάκι. Αρχίσαμε να πίνουμε και ξέχασα ή αγνόησα την υποχρέωσή μου. Ήσουν, βλέπεις, ακαταμάχητη κι εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε παρά μόνο ένα ημιτελές σπίτι που μας κάλυπτε, η αρμύρα της θάλασσας, η ζάλη του οινοπνεύματος κι ίσως μια ανεπαίσθητη μυρωδιά που ανάβλυζε απ’ τον κόρφο σου. Στεκόμασταν στην άχτιστη βεράντα και μου είπες πως παραήπιες, ικανή αφορμή για να ακουμπήσεις το μέτωπό σου πάνω μου. Μπήκαμε μέσα σα να βρισκόμασταν στο παραθεριστικό μας σπίτι, λες και ο κλειστός χώρος θα μας ξεζάλιζε περισσότερο, και μου παρέδωσες την εξαίσια φράση «τα μάγουλά μου καίνε». Το γυμνό στρώμα πάνω σ’ ένα ακριανό ντιβάνι μας αρκούσε.

Εκείνη ήρθε στο σπίτι μου, ξέγυμνη πια από κάθε αναστολή. Μου χτύπησε την πόρτα αλλά ο θόρυβος του δρόμου έσβηνε την φωνή της. Ο απογευματινός ήλιος επιχρωμάτιζε την αίσθηση μιας απόρριψης που από την πιθανότητα κυλούσε στην βεβαιότητα. Ύστερα με αναζήτησε στις καφετέριες με τα άδεια τραπέζια και στο τέλος δεν είχε παρά να γυρίσει σπίτι και να μας περιμένει. Όταν φτάσαμε της ανακοινώσαμε πως θα πεταχτούμε ως το Παρίσι. Είχα ήδη συναινέσει στην γνώμη σου να μην προχωρήσω άλλο μαζί της, έλεγα καλύτερα τώρα στην αρχή παρά τρεις – τέσσερις μήνες μετά, που το πλήγωμα θα ήταν μεγαλύτερο. Προσπάθησα να την κοιτάξω στα μάτια, της ζήτησα να με καταλάβει, ψέλλισα πως «δοκιμάζω κάτι». Πόσο ψέμα και πόση αλήθεια χωρούσαν στις δυο αυτές λέξεις;

Το σχήμα τώρα ολοκληρωνόταν: είχες πλέον εμάς, μόνιμη διασκέδαση στο σπίτι σου, και δεν χρειαζόσουν τους δυο σαρδανάπαλους μετρ. Τους έδιωξες και μείναμε οι τρεις μας. Εμείς ως ζευγάρι συχνά βγαίναμε έξω και την αφήναμε σπίτι. Μια φορά που έμεινε μόνη της φόρεσε τα ρούχα σου και βάφτηκε με τα καλλυντικά σου. Το να χρησιμοποιείς τα πράγματα των άλλων ανθρώπων είναι σα να αλλάζεις το δέρμα σου, σκέφτηκε και ξάπλωσε. Προτού η κάμερα την αφήσει να κοιμηθεί και να ονειρευτεί, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δει τα δάχτυλα των ποδιών της να τεντώνονται ευτυχή μέσα στο μαύρο καλσόν μιας άλλης κυρίας.

Η πρώτη εμφάνιση των δικών σου ωραίων πελμάτων σου έγινε στο φως, έστω στο χλωμό ηλιακό φως του χειμερινού νότου, όταν πλέον με είχες κατακτήσει. Αγέλαστη και μελαγχολική ξάπλωνες σε μια σεζλόνγκ στο αίθριο και είμαι πια βέβαιος πως η έκφρασή σου οφειλόταν από την μία στο σχέδιο μιας διαπλαστικής εκμετάλλευσης της Why κι από την άλλη στην απραξία που δεν άφηνε ποτέ σε ησυχία. Τα πόδια σου αδυνατούσαν να βολευτούν, τα μάζευες και τα άπλωνες, μέχρι να τεντωθούν σε μια ευθεία που κατέληγε στην τεθλασμένη του πέλματος και στην καμπύλες των δαχτύλων. Μου φάνηκαν αθώα και πρόστυχα την ίδια στιγμή.

Τις νύχτες κλεινόμασταν στην κρεβατοκάμαρα για να δικαιώσουμε την σχέση μας. Στο μπλε ημίφως του δωματίου η κάμερα φώτισε όσα μαρτυρούσαν καλύτερα την ερωτική σου ηδονή: το πρόσωπό σου (χαμογελαστό στόμα, γαλακτερή οδοντοστοιχία) και τα πέλματά σου, έτσι όπως πλάγιαζαν κατά την ερωτική μας τριβή. Έξω από την πόρτα αλαφροπατούσε εκείνη. Δεν άνοιξε το πόμολο, μόνο αφουγκραζόταν, δάγκωνε τα χείλη της, υπομειδιούσε. Θα μπορούσε να ζηλεύει ή να ηδονίζεται· να αισθάνεται ως ένα μέρος του τριγώνου μας ή να αποδέχεται πως μπορούσε να φτάσει μέχρι την δεύτερη θέση της καρδιάς μας. Δεν θα μάθω ποτέ.

Τα πόδια σου ήταν πλέον εύγλωττα σε μια από τις βραδιές που μοιραζόμασταν οι τρεις μας στο καθιστικό. Προσπαθούσα να σας διηγηθώ μια ιστορία αλλά ήσουν μεθυσμένη και με διέκοπτες συνεχώς, ενώ έτριβες τα πέλματά σου στο πρόσωπό μου, σε απροκάλυπτο πλέον ερωτικό χάδι. Δεν το χαιρόμουν, εκνευριζόμουν για την ανύπαρκτη προσοχή στην διήγησή μου. Η Why συνέχισε να μας υπηρετεί· έβαζε δίσκους ή τους άλλαζε όταν κολλούσε η βελόνα. Ήταν σύμπτωση ότι εσύ φορούσες το μαύρο σου καλσόν ενώ εκείνη ήταν ξεκάλτσωτη; Ποιος ήταν ο αγνός και ποιος ο καλυπτόμενος;

Τα θυμάμαι όλα αυτά σε παλ αποχρώσεις φυσικών φωτισμών και χλωμών χρωμάτων. Ήταν λες και ο ενορχηστρωτής μας δεν ενδιαφερόταν για την ιστορία μας αλλά για τον τρόπο της μεταφοράς της. Σα να ήθελε να τονίσει περισσότερο την χρωματογραφία και την φωτολογία μιας συνάντησης τριών χαρακτήρων και μας άφησε με κινήσεις αργές και ομιλίες σχεδόν αποστασιοποιημένες. Ίσως μια τέτοια αντιμετώπιση ταίριαζε σε ανθρώπους σαν κι εμάς, λάτρεις των εαυτών μας  και παίκτες ανθρώπινων ψυχών, που με ύφος αφηρημένων σκέψεων αγωνιζόμασταν με κάποιο τρόπο να υπάρξουμε.

Οι διαφημιστές έσπευσαν να σκανδαλίσουν τους υποψήφιους θεατές με την υποσχετική για «το τολμηρότερο θηλυκό φιλμ της εποχής»· παραμέριζαν δηλαδή από την τόλμη τον αιώνιο θετό καθοδηγητή της, τον άντρα, και αποκάλυπταν πως οι γυναίκες μπορούσαν να τολμούν ερωτικά χωρίς αυτόν. Φυσικά δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι αναμενόμενες αποπλανητικές σκηνές θα εξαντλούνταν απλά στην ύπαρξη της σχετικής ιστορίας και σε μερικές σκηνές επιθυμίας και όχι πράξης. Όμως ήταν 1968: η Γαλλία ζούσε μια νέα εποχή σεξουαλικής απελευθέρωσης, οι νόμοι έπαυαν την απαγόρευση των αμβλώσεων, η γυναίκα διεκδικούσε τα αυτονόητα για το ίδιο της το σώμα. Έσπευδε τώρα και η τέχνη να εξερευνήσει την γυναικεία σεξουαλικότητα, ακόμα και στους κόλπους μιας υποκριτικής αριστοκρατικής κοινωνίας. Οι ελαφίνες προφανώς απείχαν από κάθε ιδέα ενός απροκάλυπτου φεμινιστικού μανιφέστου, δεν έπαυαν όμως να προφέρουν το ενδεχόμενο του έρωτα δυο γυναικών και μάλιστα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Τέτοιων ειδών συνδυασμοί δεν αναγράφονταν στο αόρατο βιβλίο των επιτρεπτών ερώτων σε πλείστες κοινωνίες και η ταινία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες. Αρκέστηκε ο σκηνοθέτης μας σ’ αυτή την εξερεύνηση; Όχι, η δική του εμμονή εξακολουθούσε να αφορά τα μέλη των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και τον τρόπο που συνθλίβουν την σεξουαλικότητά τους προς όφελος μιας αέναης επίδειξης και μιας σφοδρής ανάγκης να γεμίσουν τις άδειες τους ζωές.

Απάντησέ μου, Στεφάν, ήταν όντως έτσι; Την επιθύμησες πραγματικά ή ήσουν καταδικασμένη να εξουσιάζεις κάθε σου εραστή ως ένα παιχνίδι αναψυχής για τις ατέλειωτες ημέρες της ανίας; Υπήρχε περίπτωση, αν δεν εμφανιζόμουν, να καταλήγατε ένα αγαπημένο ζευγάρι ή θα ακολουθούσατε κι εσείς την τύχη όλων των ομοφυλόφιλων ζευγών στο σινεμά, οι ιστορίες τους να μην έχουν ποτέ αίσιο τέλος; Υπήρξα ο καταλύτης στην ενδεχόμενη αίσια σχέση σας ή ήμουν κι εγώ ένα τρόπαιο; Κι αν ήθελες και τους δυο μας, γιατί δεν μπορέσαμε ως ένα ménage à trois  να χαρούμε εκείνη την ανεστραμμένη, χειμερινή Ντόλτσε Βίτα, όσο κι αν κρατούσε; Μετέωρες ερωτήσεις, κρεμάμενες απαντήσεις… Τώρα με την απόσταση τόσων χρόνων δεν μπορώ να μη σκεφτώ πως η Why μας αγάπησε και τους δυο με τον τρόπο της – μπορεί ως εραστές, μπορεί ως γονεϊκές φιγούρες, αλλά πάντως μας αγάπησε, και χαιρόταν που οι δυο της αγαπημένοι αγαπιούνταν.

Όταν διάβασε το γράμμα σου με το οποίο της ανάγγειλες την αναχώρησή μας για το Παρίσι για λίγες μέρες και την προέτρεπες να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που της άφησες και να φροντίσει να μην βαρεθεί, δεν μπόρεσε λεπτό να μείνει εκεί. Σε επισκέφτηκε στο σπίτι σου στην πόλη (τι απελπισμένη έκφραση πήρες όταν την είδες!) και σου είπε πως αν έμενε στο Σαιν Τροπέ θα έπληττε θανάσιμα. Κατάλαβες πως δεν θα ξεμπέρδευες εύκολα μαζί της, πως η ανία δεν αποτελούσε μόνο δικό σου προνόμιο. Το αστείο μας παραήταν σοβαρό για εκείνη. Σου μίλησε για κάτι παράξενες φωνές που άκουγε στο κεφάλι της, ανθρώπους να τραγουδούν ή να φωνάζουν δυνατά, να της λένε πως δεν τους αρκεί εκείνη αλλά θέλουν και κάποιον τρίτο. Κι αυτός ο τρίτος ήσουν εσύ, γι’ αυτό και θα έμενε μαζί μας. Σου είπε ακόμα πως τώρα που γνώρισε κι άλλα πράγματα, δεν ήθελε να επιστρέψει στις ελαφίνες· μας αγαπούσε σφοδρά, ήμασταν όλα όσα ήξερε. Αλλά εσύ ήσουν πλέον περιττή, άλλωστε δίπλα σου είχε μαθητεύσει και σου έμοιαζε ήδη. Έτσι είπε. Όταν τηλεφώνησα, απάντησε με την φωνή σου και με κάλεσε σπίτι, ενώ ήσουν πια ριγμένη στο πάτωμα. Πού να ήξερα ότι είχες πάψει να υπάρχεις! {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία:  Les Biches (Claude Chabrol, 1968). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Jacqueline Sassard.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.