Isaac Bashevis Singer – Σώσα

Ο «ανεξήγητος» έρωτας ενός διχασμένου αντιήρωα

Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχοντας διαβάσει όλα τα καθ’ ημάς μεταφρασμένα βιβλία του, διαπιστώνω πως εκείνα που απόλαυσα περισσότερο είναι τα μυθιστορήματα Σκιές στον ποταμό Χάντσον και Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία, ενώ από τις συλλογές διηγημάτων τα Ο τελευταίος δαίμονας και άλλα διηγήματα και Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες. Τι κοινό έχουν αυτά τα τέσσερα βιβλία, ιδίως τα μυθιστορήματα; Οι ήρωες των ούτως ή άλλως ευφάνταστων και γοητευτικών στην πλοκή ιστοριών ζουν πλέον στις πόλεις, προσπαθούν να εναρμονιστούν στον μοντέρνο κόσμο και διαθέτουν έντονη ερωτική ζωή, επιχειρώντας να διατηρήσουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα και τις σχετικές επιταγές. Κι είναι ακριβώς αυτή η απεγνωσμένη τους προσπάθεια που κατακλύζει τον βίο τους με ένα συνεχή διχασμό· διχασμό ανάμεσα στην συνέπεια και την απιστία, στην ηδονή και στις ενοχές, στην πίστη και στην φιλοσοφία. Σε αυτές τις εκατοντάδες ερεθιστικές σελίδες έρχονται τώρα να προστεθούν κι εκείνες της Σώσα.

Και αυτή τη φορά ο πολύπαθος (πρωτοπρόσωπος) αφηγητής έχει όλα τα στοιχεία ενός αντιήρωα. Ο Άαρον (Άρελε) Γκρέιντινγκερ, γιος ραββίνου, μεγαλώνει στην οδό Κροχμάλνα της Βαρσοβίας, έναν δρόμο που εκπροσωπεί όχι μόνο τον Κόσμο του Χθες (για να θυμηθούμε τον τίτλο της περίφημης αυτοβιογραφίας του Στέφαν Τσβάιχ) αλλά και μια εποχή που μοιάζει αρχαία και αιώνια, βυθισμένη στην εβραϊκότητα. Ζώντας σ’ ένα σπίτι όπου κάθε του επιθυμία συνιστά παράβαση, αναπτύσσει μια τρυφερή φιλία με την εννιάχρονη Σώσα, κόρη γειτόνων από μια μη ραββινική οικογένεια. Ο Άρελε βιώνει με όλες του τις αισθήσεις τις επισκέψεις στο γειτονικό σπίτι και προσφέρει στην Σώσα μια ελεύθερη παραλλαγή από τις ιστορίες και τα διδάγματα από τον πατέρα του. Μαζί της μοιράζεται φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις αλλά και παράδοξες εκδοχές των ιστοριών που γνωρίζει, θεωρώντας ούτως ή άλλως τον εαυτό του αιρετικό και σαλεμένο.

Σύντομα ο Άρελε εγκαταλείπει την Βαρσοβία, χάνει τα ίχνη της Σώσα και βγαίνει στον έξω κόσμο. Ο Χίτλερ επικρατεί γρήγορα στην Γερμανία, στην Ρωσία έχουν αρχίσει οι εκκαθαρίσεις, στην Πολωνία εγκαθιδρύεται στρατιωτική δικτατορία, η Αμερική έχει ήδη επιβάλει μεταναστευτικούς περιορισμούς. Εγκλωβισμένος σε μια χώρα στριμωγμένη μεταξύ δυο πανίσχυρων αντιπάλων, φορτωμένος με μια γλώσσα και μια κουλτούρα που δεν αναγνωρίζει κανείς πέρα από έναν μικρό κύκλο Εβραίων, επιχειρεί να αναμετρηθεί με την λογοτεχνική γραφή αλλά και με μια σειρά ερωτικών σχέσεων που δεν τον αφήνουν ικανοποιημένο.

Πρώτα με την Ντόρα Στόλνιτς, ένα κορίτσι που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ζήσει στην Σοβιετική Ρωσία. Αντίθετη με τον γάμο (Πώς ήταν δυνατόν να υπογράψεις συμβόλαιο για εφ’ όρου ζωής αγάπη; Μόνο οι καπιταλιστές και οι ιερείς ήταν αφοσιωμένοι στη διαιώνιση ενός τόσο υποκριτικού θεσμού), η Ντόρα ετοιμάζεται να περάσει κρυφά στην Ρωσία και να εκπαιδευτεί στην προπαγάνδα. Έχοντας δώσει τα καλύτερά της χρόνια για το σοσιαλιστικό ιδεώδες αρνείται πεισματικά πως όσοι περνούν τα σύνορα συλλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς με την κατηγορία της κατασκοπείας ή του τροτσκισμού. Δεν παύει στιγμή να παροτρύνει τον Άρελε να αφήσει πίσω του ραββίνους και πνεύματα αλλά και τον βούρκο της Ευρώπης και να πάνε εκεί όπου ανατέλλει η ζωή. Στα μάτια της «το μείγμα της πανουργίας και της θανάσιμης σοβαρότητας του ανθρώπου που έχει αναλάβει την αποστολή να σώσει το ανθρώπινο γένος». Αυτός παραμένει δύσπιστος και η διαφωνία τους κάθε φορά καταλήγει στον κρεβάτι της, σαν να είναι και η τελευταία τους φορά. Ερωτοτροπούν και βρίζονται, αγκαλιάζονται και φιλονικούν.

Την ίδια στιγμή τον διεκδικεί διακριτικά πλην επίμονα και αποτελεσματικά η Τσέλια Χέντσινερ, ο σύζυγος της οποίας ονόματι Χάιμλ τρέφει γι’ αυτήν μια παιδιάστικη αγάπη, συνεπώς στον έρωτα είναι άπραγος σαν παιδί και σχεδόν ωθεί τον Άρελε προς την γυναίκα του, που έχει πλήρως αφυπνισμένο αισθησιασμό χάρη στην λογοτεχνία,το θέατρο, την μουσική, ακόμα και τα άρθρα των εφημερίδων. Αλλά είναι η Μπέττυ Σλόνιμ που επιχειρεί να αλλάξει την ζωή του. Μαζί με τον σύντροφό της, Σαμ Ντράιμαν, έναν πρώην οικοδόμο σπιτιών και εργοστασίων στο Ντιτρόιτ που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να την κάνει γνωστή θεατρίνα, η Σλόνιμ τον πολιορκεί να της γράψει ένα θεατρικό έργο αλλά εκείνος παρά τις ερεθιστικές του ιδέες αναρωτιέται τι θα μπορούσε να γράψει που να μην είναι ήδη γνωστό. Ακόμα και η κάθε δοκιμή ενός νέου ύφους ή κάθε πειραματισμός με τις λέξεις καταλήγει γρήγορα σε στείρο μανιερισμό. «Άλλωστε τι είναι οι συγγραφείς; Διασκεδαστές, σαν τους θαυματοποιούς. Αν και περισσότερο αξιοθαύμαστος είναι κάποιος που μπορεί να ισορροπεί ένα βαρέλι στα πόδια του απ’ ότι ένας ποιητής». Η θεματολογία και το ύφος της γραφής δεν θα πάψει να απασχολεί τον αφηγητή ως το τέλος.

Γύρω του κινούνται διάφορες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, με απολαυστικότερο όλων τον Δόκτωρα Μόρρις Φάιτελτσον, που με το βιβλίο του Πνευματικές ορμόνες ενδιαφέρεται να δικαιώσει στους ανθρώπους την έλλειψη σκοπού και την πνευματική αναρχία. Δεινός συζητητής και γυναικοκατακτητής, αγνωστικιστής και με τον τρόπο του μυστικιστής και χασιδιστής, ο Φάιτελτσον πιστεύει πως οι Εβραίοι είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Όλες μου οι αδυναμίες και οι αποκλίσεις πηγάζουν από την ανάγκη μου να είμαι απολύτως ελεύθερος. Αυτή η υποτιθέμενη ελευθερία με έχει καταντήσει σκλάβο. Βέβαιος πως οι σημερινοί Εβραίοι αγαπούν τρία πράγματα -το σεξ, την Τορά και την επανάσταση- ευελπιστεί να ιδρύσει ένα ινστιτούτο καθαρού ηδονισμού εφόσον ο άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά μονάχα την ηδονή· ακόμα και οι ευσεβείς και η ασκητές αναζητούν την πνευματική μορφή της. Θα μαζευόμαστε κάποιο βράδυ σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά τα φώτα και θα αφήναμε την ψυχή μας ελεύθερη να εκφραστεί.

Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο Φάιτελτσον (απηχώντας μια γνώριμη εμμονή του Σίνγκερ), θα πρέπει να έχει το θάρρος να αποκαλύπτει στον εαυτό του και στους άλλους ό,τι αληθινά ποθεί. Οι πραγματικοί τύραννοι δεν είναι αυτοί που καταπιέζουν το σώμα (το οποίο ούτως ή άλλως είναι περιορισμένο), αλλά αυτοί που εγκλωβίζουν το πνεύμα. Οι υποτιθέμενοι απελευθερωτές (ο Μωυσής και ο Ιησούς, ο συγγραφέας της Μπαγκαβάτ Γκίτα και ο Σπινόζα, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρόυντ) ήταν όλοι δυνάστες της ψυχής. Η ζήλεια πρέπει να εκλείψει από τις ερωτικές σχέσεις  και οι άνθρωποι να ετοιμαστούν να αντικαταστήσουν το ένστικτό της με αυτό της κοινοκτημοσύνης. Και στην ερώτηση ποιος θα είναι ο σκοπός του απλώς επιθυμείν αντιτείνει: γιατί θα πρέπει να υπάρχει σκοπός; Ίσως ο σκοπός να είναι το ίδιο το χάος.

Όπως κάθε ήρωας και αντιήρωας του Σίνγκερ, ο αφηγητής κλυδωνίζεται από αμφιβολίες για την ύπαρξη ή την καλοσύνη του Θεού. Κάποτε τον βλέπει τόσο σαστισμένο με τους γαλαξίες και τους άπειρους νόμους που δημιούργησε, ώστε να έχει λησμονήσει τον αρχικό του σκοπό. Μήπως τελικά η μορφή του δεν είναι τόσο παντοδύναμη και έχει ανάγκη την συνεργασία μας; Εφόσον ο Θεός παραμένει αιώνια σιωπηλός, δεν του χρωστάμε τίποτα. Συχνά πλημμυρίζει οργή εναντίον της Δημιουργίας, του Θεού, της φύσης – όπως κι αν λέγεται ο υπαίτιος της δυστυχίας γύρω του. Ακόμα κι όταν ένα γατί του ζητά τροφή, του λέει «ζήτα από τον ανελεήμονα που σ’ έπλασε». Αλλά όταν αναλογίζεται την υπηρέτριά του Τέκλα (άλλη μια γυναίκα στην οποία αδυνατεί να αντισταθεί), δεν σκέφτεται μόνο πως «αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, εκείνοι που κρατούν όρθιο τον κόσμο» αλλά και πως «ένας αδιάφορος Θεός, ένας παρανοϊκός Θεός δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει την Τέκλα».

Ακόμα και οι άλλοτε αυτονόητες θρησκευτικές τελετές του φαίνονται βίαιες. Η αιματοβαμμένη αγορά και στο σφαγείο του μοιάζουν με κόλαση που γελοιοποιεί όλες τις μεγαλοστομίες περί ανθρωπισμού και τον ωθούν να γίνει χορτοφάγος (όπως και ο ίδιος ο Σίνγκερ). Αργότερα σε μια άλλη τελετή του φαίνεται γελοίο να γίνει η αιτία να πεθάνει ένας κόκορας για τις δικές του αμαρτίες. Ο Φάιτελτσον με την σειρά του είναι απόλυτος: «γι’ αυτό η ειδωλολατρία ήταν τόσο ελκυστική· μπορούσες ν’ αγοράζεις έναν καινούργιο θεό κάθε χρόνο. Εμείς οι Εβραίοι φορτώσαμε στα έθνη έναν αιώνιο Θεό και γι’ αυτό μας μισούν».

Στην πραγματικότητα η αιώνια ζωή μπορεί να είναι μια κατάρα. Φαντάσου έναν μπακάλη να πεθαίνει και η ψυχή του να περιπλανιέται εδώ κι εκεί για χιλιάδες χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων είναι αναγκασμένη να θυμάται ότι κάποτε πουλούσε ραδίκια, μαγιά και φασόλια κι ότι ένας πελάτης χρωστάει δεκαοχτώ γρόσια. Ή την ψυχή ενός συγγραφέα που δέκα χιλιάδες χρόνια μετά δεν μπορεί να συνέλθει από μια κακή κριτική για το έργο του. [σ. 203]. Κι αν οι ψυχές ξεχνούν το παρελθόν, τότε πώς μπορούν να είναι οι ίδιες;

Ο Άρελε διαθέτει ελάχιστη αυτοεκτίμηση, ενώ σταδιακά η ίδια του εμφάνιση παρακμάζει όλο και περισσότερο. Φυσικά δεν παύει στιγμή να απορεί για την επιμονή αυτών των γυναικών να τον έχουν πλάι του, να θέλουν να ζήσουν μαζί του έναν μεγάλο έρωτα και να τον πάρουν μαζί τους μακριά από εκείνα τα μέρη. Από την πλευρά του, αυτές αναμφίβολα αποτελούν μέρος των φαντασιώσεών του και των φιλοσοφικών του στοχασμών αλλά δεν του αρκούν. Γνωρίζει πως εκείνο που του λείπει τον περιμένει στην Σώσα. Η επιστροφή του στο σπίτι της σημαίνει μια καθολική επιστροφή· λες και η ίδια έχει βρει έναν τρόπο να παγώνει τον χρόνο. Στα μάτια της βρίσκεται ζωγραφισμένος ο ίδιος παιδιάστικος ενθουσιασμός από την εποχή που συνήθιζε να της διηγείται ιστορίες.

Παρά την περιορισμένη σωματική της ανάπτυξη η Σώσα μοιάζει να καταλαβαίνει τα πάντα. Κατανοεί ακόμα και την επικοινωνία του με τις άλλες γυναίκες. Διέθετε άραγε την ενστικτώδη ικανότητα να μοιράζεται για την οποία μιλούσε ο Φάιτελτσον; Ο καταρρακτώδης της λόγος εκφράζει οράματα, δεισιδαιμονίες, την κακομεταχείρισή της από κακά πνεύματα, μια οικιακή ζωή πλήρως μεταφυσική. Ο κόσμος της παραμένει γεμάτος μυστήρια, όπως οι σοφίτες των ραββίνων, που κατακλύζονταν από πνεύματα. Ένας ακόμα διχασμός προστίθεται στην ζωή του:

Μέσα σε μια νύχτα βρήκα την χαμένη μου αγάπη και αμέσως μετά υπέκυψα στον πειρασμό να την προδώσω. Έκλεψα την ερωμένη του ευεργέτη μου, της είπα ψέματα, διέγειρα το πάθος της ιστορώντας της όλες τις λάγνες μου περιπέτειες και την έκανα να μου εξομολογηθεί αμαρτίες που με γέμισαν αηδία. Από ανίκανος μεταμορφώθηκα σε μέγα εραστή. Μεθύσαμε, τσακωθήκαμε, φιληθήκαμε και προσβάλαμε ο ένας τον άλλον. Η συμπεριφορά μου παλινδρομούσε από την αναίσχυντη διαστροφή στην θερμή μετάνοια. [σ. 128]

Από την ημέρα που εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι ο Άρελε βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς απελπισίας. Μερικές φορές σκέφτεται την περίπτωση της μετάνοιας, της επιστροφής στην αληθινή εβραϊκότητα. Αλλά του είναι αδύνατο να ζήσει όπως οι πρόγονοί του χωρίς να διαθέτει την πίστη του. Κάθε φορά που μπαίνει σε μια βιβλιοθήκη ξυπνά μέσα του η ελπίδα ότι σε κάποιο από τα βιβλία μπορεί να βρει μια ένδειξη για το πώς ένας άνθρωπος της δικής του ιδιοσυγκρασίας και κοσμοθεωρίας θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Αλλά δεν την βρίσκει ούτε στον Τολστόι ή στον Κροπότκιν, ούτε στον Ουίλλιαμ Τζαίημς ή στην Βίβλο. Η σπινοζική υπόσταση δεν έχει θέληση ούτε έλεος ούτε αίσθημα δικαιοσύνης και η «τυφλή βούληση» του Σόπενχάουερ είναι πιο τυφλή από ποτέ. Ελπίδα δεν βρίσκει ούτε στο εγελιανό «πνεύμα των καιρών» ούτε στον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Αναρωτιέται μήπως επαληθεύονται τα λόγια της μητέρας του: Κανένας εχθρός δεν μπορεί να προξενήσει στον άνθρωπο μεγαλύτερο κακό απ’ ότι ο ίδιος του ο εαυτός. Ήξερα ότι ο κόσμος υπήρξε πάντα και θα παρέμενε για πάντα όπως ήταν σήμερα. Αυτό που οι ηθικολόγοι αποκαλούσαν «κακό» συνιστούσε στην πραγματικότητα τον κανόνα της ζωής. [σ. 258].

Άραγε οι μάζες είναι άμωμοι αμνοί και μονάχα κάποιοι λίγοι κακοί ευθύνονται για την ανθρώπινη τραγωδία; Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο μέρος των μαζών θέλει να σκοτώσει, να κλέψει, να βιάσει, να κάνει ό,τι έκαναν  πάντα ο Χίτλερ, ο Στάλιν και τύραννοι σαν κι αυτούς. […] Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών διακατέχεται από δολοφονικό πάθος. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα πρόσχημα ή ένας σκοπός. Τη μια είναι για θρησκευτικούς λόγους, την άλλη για τον φασισμό ή για την προάσπιση της δημοκρατίας. Η λαχτάρα τους να σκοτώσουν είναι τόσο μεγάλη, που υπερβαίνει τον φόβο τους μήπως σκοτωθούν οι ίδιοι. Πρόκειται για μιαν αλήθεια που μας έχουν απαγορεύσει να τη λέμε αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότεροι αληθινή. Οι ναζί που είναι πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τον Χίτλερ θα ήταν υπό άλλες συνθήκες έτοιμοι να κάνουν το ίδιο για τον Στάλιν. Δεν έχει υπάρξει ανόητη φιλοδοξία ή τρέλα για την οποία οι λαοί να μην ήταν  έτοιμοι να πεθάνουν. [σ. 290]

Στην Σοβιετική Ένωση έχουν αρχίσει εκκαθαρίσεις, μαζικές συλλήψεις και δίκες· η Ντόρα είναι πλέον συντετριμμένη. Στον Πολωνία ο πολωνικός Τύπος επιτίθεται στην εβραϊκή μειονότητα σα να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του κράτους. Οι Πολωνοί δεν έχουν το θάρρος να τους εξοντώσουν οι ίδιοι, αλλά θα χαρούν αν το κάνει ο Χίτλερ και σίγουρα ο Στάλιν δεν θα τους υπερασπιστεί. Πολλοί Εβραίοι μοιάζουν παραδομένοι σ’ ένα είδος ηλίθιας αισιοδοξίας ή ζουν αναμένοντας τον Μεσσία, προς μεγάλη χαρά πολλών ψευδο-μεσσιών. Βλέποντας πια τον Χίτλερ να καταλαμβάνει τη μια περιοχή μετά την άλλη και τους Συμμάχους απλώς να παρακολουθούν αμέτοχοι, ο Άρελε αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους Εβραίους της χώρας του. Αν φτάσουν οι Ναζί τι έχει να περιμένει πέρα από λιμοκτονία και στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Αλλά να το σκάσει και να αφήσει στο έλεος της μοίρας τους όλους όσους αγαπά και ιδίως την Σώσα τού είναι αδιανόητο. Ακόμα κι όταν έχει την δυνατότητα για βίζα στην Αμερική της αφθονίας, όπου θα μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα να γράφει, προτιμά να μείνει πίσω, στην φτώχεια ή στον θάνατο. Η επιλογή του μοιάζει αυτοκτονική όμως είναι δική του, κι ας αδυνατεί να εξηγήσει τα κίνητρά του στους άλλους, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Άραγε είναι η ελεύθερή του βούληση ή μια άγνωστη δύναμη που έχει αποφασίσει για λογαριασμό του; Ποιος λέει ότι τα πάντα στη φύση ή στην ανθρώπινη υπόσταση μπορούν να εξηγηθούν με κίνητρα ή με λέξεις;

Αδύναμη, μελαγχολική και απολύτως εξαρτημένη, η Σώσα είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα με εύθραυστη ψυχική υγεία και ιδιόμορφη νοητική ανάπτυξη. Ο πόθος του Άρελε είναι είναι διαφορετικός, το πάθος αυτόματο, ασυλλόγιστο, η σαρκική υπόσταση ενεργεί από μόνη της. Όταν οι γυναίκες τον ρωτούν τι της βρίσκεις, εκείνος απαντά: «Βρίσκω τον εαυτό μου». Ό,τι κι αν είναι η Σώσα – ο ανεξήγητος, ενστικτώδης έρωτας, ο πόθος για ένα αδύναμο και απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα, μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, ο σύνδεσμος με τον παλιό του κόσμο, μια άνευ λόγων και αιτιών αγνή επιλογή – ο Άρελε θα μείνει δίπλα της. Μέχρι πού και ως πότε; Φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε την συνέχεια, στην οποία ο ίδιος ο Σίνγκερ επέλεξε να μας αιφνιδιάσει και να μην γεμίσει με όλα όσα περιμέναμε.

Μια μέρα ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει ούτε μια ιδέα που να μπορούμε να θεωρήσουμε αληθινή, όλα είναι ένα παιχνίδι: εθνικισμός, διεθνισμός, θρησκεία, αθεϊσμός, πνευματισμός, υλισμός, ακόμα και η ιδέα της αυτοκτονίας. […] Εφόσον δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα και δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε τεκμηριωμένα ότι ο ήλιος θ’ ανατείλει αύριο, το παιχνίδι συνιστά τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης προσπάθειας. Ο Θεός είναι ένας παίκτης, ο κόσμος ένας παιχνιδότοπος. Αναζητούσα για χρόνια το θεμέλιο της ηθικής και είχα εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Ξαφνικά κατάλαβα. Το θεμέλιο της ηθικής είναι το δικαίωμα του ανθρώπου να παίζει τα παιχνίδια της επιλογής του. Δεν θα χαλάσω τα παιχνίδια σου, μη χαλάς κι εσύ τα δικά μου. […] Δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν ο ηδονισμός, η Καμπάλα, η πολυγαμία, ο ασκητισμός, ακόμα και αυτό το κράμα χασιδισμού και ερωτισμού του φίλου μας του Χάιμλ, να συνυπάρξουν σε μια παιχνιδούπολη, ή μάλλον σε έναν παιχνιδόκοσμο, ένα κοσμικό Κόνυ Άιλαντ όπου ο καθένας θα παίζει τα παιχνίδια που επιθυμεί.

Δεινός στην δημιουργία της ατμόσφαιρας, οποιοδήποτε περιβάλλον και να περιγράφει, από τις εξαθλιωμένες συνοικίες και τις απαρχαιωμένες αυλές μέχρι τα κοσμικά ξενοδοχεία και τα καφέ, ο συγγραφέας γράφει και εδώ με έναν περίτεχνο συνδυασμό των εσωτερικών σκέψεων του ήρωα με διαλόγους ολοζώντανους, για καθημερινά θέματα μέχρι και τα πιο βαθιά ζητήματα. Η πρόζα του είναι ένα μείγμα πραγματικού και φανταστικού, φυσικού και υπερφυσικού, ιερού και βέβηλου, σε έναν, κατά τα δικά του λόγια, «μυστικό ρεαλισμό». Αλλά αυτός ο κόσμος των πνευμάτων που εδώ (μοιάζει να) βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα δεν αποτελεί μόνο τον κόσμο των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του (δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία) αλλά και μια λογοτεχνική δυνατότητα να μιλήσει για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή των ανθρώπων, όπως τονίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρό του. Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση πως ο Σίνγκερ παραμένει ένας μεγάλος παραμυθάς, ένας σπάνιος αφηγητής ιστοριών που απλά δεν θέλεις να τελειώσουν.

Άλλωστε πώς είναι δυνατόν απλώς να εξαφανίζεται κάποιος; Πώς μπορεί κάποιος που έζησε, αγάπησε, έλπισε και πάλεψε με τον Θεό και τον εαυτό του να χαθεί έτσι απλά; Δεν ξέρω πώς και με ποιον τρόπο, αλλά οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας. Εφόσον ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί να μην είναι όλα αιώνια; [σ. 373]

Εκδ. Κίχλη, 2020, μτφ. Μιχάλης Πάγκαλος, 472 σελ. [Isaac Bashevis – Singer, Shosha, 1978]. Περιλαμβάνονται εκδοτικό σημείωμα, σημείωμα του μεταφραστή, γλωσσάρι βασικών εβραϊκών όρων, 123 σημειώσεις και επίμετρο με δυο κείμενα, του μεταφραστή και του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία βλ. κείμενο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010 και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες βλ. κείμενο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014] και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για τις προαναφερθείσες αναφορές στον Σίνγκερ από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος βλ. παρουσίαση του Πανδοχείου εδώ.

Στις εικόνες έργα των Stanisław Ignacy Witkiewicz, Bradley Wood, Gela Seksztajn και Kateryna Kosianenko.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 4: Οι ευδαιμονικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 15 (Μάρτιος 2020), εδώ

ΧΙV.  Οι ξυπόλητες των ταινιών, 4: Οι ευδαιμονικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

«Ξυπόλητη»: λέξη εύσχημη, με το σπάνιο αρχικό ξι και την εναλλαγή των εξίσου ασυνήθιστων ήττα και ύψιλον, ή, σύμφωνα με άλλους ορθογράφους ή λαθογράφους, με τον ζευγάρωμα δύο ύψιλον, ξυπόλητη ή ξυπόλυτη, και αποκαλυπτική, καθώς και μόνο η όψη της εικονοποιούσε την σαγηνευτική της σημασία. Τα μάτια μου ασκήθηκαν στον εντοπισμό της σε κάθε είδος κειμένου κι έτσι με ιδιαίτερη έξαψη την εντόπισα καλλιγραφημένη στην κεντρική ταμπέλα ενός κλειστού πια θερινού κινηματογράφου: «Ξυπόλητη στο πάρκο».

Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Μέχρι τώρα τα πόδια γυμνώνονταν δημόσια στις παραλίες, όχι στις πόλεις! Στο δικό μας «πάρκο», το γειτονικό Πεδίο του Άρεως, δεν κυκλοφορούσαν τέτοιες γυναίκες. Το γνώριζα καλά γιατί πάντα τις παρατηρούσα στις οικογενειακές μας βόλτες ή τους σχολικούς περιπάτους: νεαρές μητέρες, νεαρότερα έτερα ημίσεα ερωτευμένων ζευγών, μικρές συνομήλικες – ήταν όλες τους πιστές των υποδημάτων της κάθε εποχής. Τώρα ποια αποτολμούσε κάτι τέτοιο; Ευτυχώς οι γυναίκες των ταινιών είναι οι υπομονετικότερες του κόσμου και μένουν πιστές στο ραντεβού που θα τους ζητήσει οποιοσδήποτε, όσο καθυστερημένο και να είναι. Εμφανίστηκε χρόνια μετά, σε άλλη οθόνη, και ήταν μια μελλόξανθη μακρυμαλλούσα που λεγόταν Τζέην Φόντα κι είχε όλα τα φόντα να πρωταγωνιστήσει στην δική μου ταινία. Κι έτσι γίναμε ζευγάρι, εγώ ως Paul Bratter κι εκείνη ως Corrie.

Όλα άρχισαν σε μια συννεφιασμένη, χειμωνιάτικη Νέα Υόρκη, 1967. Οι πολυσύχναστοι δρόμοι με τα ψηλά δέντρα και τα ακόμα ψηλότερα κτίρια έμοιαζαν γιορτινοί. Παντού κόσμος και αυτοκίνητα, αλλά εμείς στον κόσμο μας. Είχαμε μόλις παντρευτεί και οδεύαμε με μια άμαξα στο ξενοδοχείο του μέλιτος. Ένα δωμάτιό του θα ήταν το πρώτο σπίτι του γαμήλιου έρωτά μας. Μείναμε κλεισμένοι και καταγκαλιασμένοι επί έξι ολόκληρες μέρες, όπως μαρτυρούσαν στοιβαγμένες στον διάδρομο οι εφημερίδες. Όταν κάποτε βγήκα για να πάω στη δουλειά μου, εκείνη αδυνατούσε να με αποχωριστεί και με ακολούθησε μέχρι τον διάδρομο του ξενοδοχείου. Μόνο με το πουκάμισό μου, ξυπόλητη! Και στην υποκριτικά ατάραχη παρατήρησή μου ότι οφείλει να επιστρέψει, με εκβίασε απαιτώντας ένα «κανονικό φιλί»! Κόρρι, ακόρεστη κόρη!

Αν ήμουν ένας απλώς σινεθεατής, θα είχα πλημμυρίσει από ζεστασιά. Όμως ήμουν ο δικαιούχος εκείνου του σώματος που τώρα εξέθετε τα κάλλη του στους οφθαλμούς πιθανών τρίτων. Και αυτή ακριβώς ήταν η απειλή της: ότι θα τους προσέφερε αφειδώς όχι εκείνα που έχουν κατοχυρωθεί ως δημόσια –το πρόσωπο, την κόμη, τον λαιμό ή ένα καλλίγραμμο, ευπρεπώς ενδεδυμένο σώμα– αλλά τα άλλα, την θέα των οποίων θεωρούσα αποκλειστικά δικό μου προνόμιο. Παρέμεινα ψύχραιμος, αλλά εγώ το ξέρω πόσο αγωνιούσα, ιδίως όταν με ακολούθησε και στήθηκε μαζί μου μπροστά στο ασανσέρ, που άνοιξε διάπλατα, όπως και τα μάτια των έκπληκτων επιβατών. Ιδού ένας διαρκής κίνδυνος: εκείνο που ο άντρας νομίζει πως του χαρίζεται ως ιδιωτικό δώρο, μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει κοινό κτήμα. Στο μέλλον θα υπέφερα από τέτοιες δραματικές αποκαλύψεις – πεπραγμένες με κάθε μορφή καταλογισμού, από δόλο πρώτου βαθμού έως αμέλεια τελευταίας αφέλειας.

Αλλά πως έγιναν τα γυμνά πόδια τίτλος κι επίκεντρο μιας ολόκληρης ταινίας; Την περασμένη Πέμπτη η Κόρρι περπάτησε ξυπόλητη στα γρασίδια του Washington Square Park και μου ζήτησε να την μιμηθώ. Η άρνησή μου έγινε το παράδειγμα της διαφοράς μας: εκείνη είναι η ενθουσιώδης, η αυθόρμητη· εγώ ο σκεπτικός, ο λογικός. Δεν έχεις καθόλου την αίσθηση της περιπέτειας μέσα σου. Είσαι παρατηρητής, μου τόνιζε με την πρώτη ευκαιρία, και αμέσως συνέτασσε το απόφθεγμά της: Υπάρχουν παρατηρητές και υπάρχουν δράστες· και οι παρατηρητές κάθονται και παρατηρούν εκείνο που οι δράστες κάνουν.

Ήταν από τα πρώτα αφυπνιστικά τσιμπήματα προς μια δραστική ζωή και αισιόδοξη ζωή. Μπορεί η ταινία μας να είχε ελάχιστο ήλιο, το διαμέρισμά μας να ήταν μικροσκοπικό, στον τελευταίο όροφο μιας τυπικής νεοϋορκέζικης πολυκατοικίας με ατέλειωτες σκάλες· μπορεί το καθιστικό να ήταν παγωμένο, με το καλοριφέρ να είναι «το πιο κρύο πράγμα στο δωμάτιο», με μια τρύπα στην οροφή (τουλάχιστο θα είστε οι πρώτοι στην πόλη που θα δείτε το χιόνι, επιχείρησε να μας παρηγορήσει ο τεχνικός του τηλεφώνου). Αλλά σε τέτοια δωμάτια, όπου θα ζούσα και θα ξαναζούσα, αυτοπροσώπως, ανθεί ή ξεθυμαίνει ο αληθινός έρωτας. Κι εμείς τότε δεν είχαμε πρόβλημα να φανταστούμε τις ειδήσεις να λένε «βρέθηκαν παγωμένοι και νεκροί, αγκαλιασμένοι εραστές στην τάδε οδό». Κι αν, μυστηριωδώς, δεν κινηματογραφήθηκε το τόλμημα της ξυπόλητης των πάρκων (μια από τις μεγαλύτερες ατέλειες στην προσωπική μου κινηματογραφία), έμεινε η μουσική της ταινίας, ιδανικά μελωδημένη και στιχουργημένη στο τραγούδι των τίτλων, το σάουντρακ της επιθυμίας μου: Going  barefoot in the park ~ Where it says «Keep off the grass» ~ Isn’t recommended for the very old ~ But when you’re young and you ’re in love ~ The world is beautiful and I’m not a bit afraid of you catching cold. ~ Running barefoot through the park ~ strolling bareheaded in the rain ~ Just to look for a daisy seems kind of crazy to do. ~ But come along, my barefoot love, ~ To the fields that shine with spring. ~ Let me laugh and play all the way, ~ Knee deep in daisies with you.

Έντεκα χρόνια αργότερα, μακριά από την χειμερινή αστική Νέα Υόρκη, σε θερινά μεσογειακά παράλια, ένα άλλο κορίτσι, η δεκαοκτάχρονη Μπριζίτ Μπαρντό ως Ζουλιέτ στην ταινία Και ο Θεός…έπλασε την γυναίκα συλλαβίζει με τα γυμνά της πόδια την δική της ευδαιμονία. «Πόδια βασίλισσας» τα αποκαλεί ο κύριος Καραντίν, έτσι όπως βλέπει δυο πέλματα να τρίβονται μεταξύ τους πίσω από απλωμένα λευκά σεντόνια σε μια ταράτσα στο Σαιν Τροπέ. Είναι ο πρώτος από τους μνηστήρες της νέας που ηλιοθεραπεύεται γυμνή κάτω έναν ζεστό ήλιο. Της φέρνει, όπως λέει, ένα κόκκινο Σίμκα ως δώρο. Φυσικά το αυτοκίνητο είναι ένα μικρό ομοίωμα, σαν παιδικό παιχνίδι, για να υπενθυμίσει πως ένα τέτοιο δώρο επιθυμεί το αντάλλαγμά του. Την Ζουλιέτ δεν την ενδιαφέρουν αυτά, ούτε το κατσάδιασμα της γηραιάς κυρίας που την φιλοξενεί μετά την έξοδό της από το ορφανοτροφείο: «Η κυρία τάδε μου είπε ότι ήσουν ξυπόλητη χθες στο βιβλιοπωλείο!». Μια ξυπόλητη βιβλιοπώλης; Αυτό θα αποτελούσε από μόνο του θέμα ιδανικής ταινίας! Κι όμως, η ιδέα έκτοτε παρέμεινε ανεκτέλεστη, διατηρημένη μόνο σε μια δυο σκηνές όπου, πράγματι, η Ζουλιέτ βγάζει τα παπούτσια της από ένα συρτάρι και τα φοράει, λίγο προτού κλείσει το κατάστημα, συνεπώς ασκούσε τα καθήκοντά της χωρίς αυτά.

Είναι 1956 και το Σαιν Τροπέ δεν έχει ακόμα την αίγλη του μέλλοντος. Στον μικρό όρμο μπροστά σε χαμόσπιτα και ψαρόβαρκες βρίσκεται το σπίτι – επίκεντρο της ταινίας. Εκεί ζουν δυο αδέλφια που επιθυμούν σφοδρά την Ζουλιέτ. Ο Αντουάν την έχει ήδη γοητεύσει αλλά σύντομα την απογοητεύει καθώς άθελά της τον ακούει να λέει σε φίλο του πως κορίτσια σαν κι αυτή είναι μόνο για μια νύχτα κι έτσι απόψε θα την κάνει δική του. Ο μικρότερος και πιο ντροπαλός Μισέλ καταφέρνει να την παντρευτεί, επαρκείς λόγοι για να πάρω την θέση του. Στην επιστροφή από τον πρωινό γάμο (κι ενώ εκείνη ξυπόλητη με το νυφικό περπατάει δίπλα μου στον φωτεινό παραθαλάσσιο δρόμο) την υπερασπίστηκα στα υποτιμητικά σχόλια κάποιου αλήτη και κατέληξα χτυπημένος. Κι έτσι στο σπίτι, κι ενώ στην τραπεζαρία είχαν ήδη καθίσει οι γονείς και οι συγγενείς του γαμπρού, εκείνη τους αγνόησε και με βοήθησε να ανεβούμε στην κρεβατοκάμαρα όπου κάναμε έρωτα, ενώ αργότερα κατέβηκε μόνο με την ρόμπα για να γεμίσει ένα πιάτο να το χαρούμε μόνοι μας. Ήταν φανερό πως το κορίτσι αυτό ήθελε να ζήσει ακριβώς όπως θέλει, χωρίς συμβάσεις.

Όμως η Ζουλιέτ, ακόμα ερωτευμένη με τον Αντουάν, αναστατώνεται όταν αυτός έρχεται να μείνει μαζί τους στο μεγάλο οικογενειακό σπίτι κι είναι θέμα χρόνου να πλαγιάσει μαζί του, σε μια άδεια ειδυλλιακή παραλία (σε μια σκηνή το πόδι της περιδιαβαίνει το δικό του, πάνω από την αγαπημένη της ζεστή άμμο, που μαζί με την θάλασσα, τον ήλιο και την μουσική, είναι, κατά τα λεγόμενά της, όλα όσα αγαπάει και της αρκούν για να ζει σ’ εκείνο το μέρος). Ο Αντουάν πήρε την ικανοποίησή του, πιθανώς και μια εκδίκηση. Εκείνη όμως γνωρίζει καλά τι έκανε και αδιαφορεί για την αδιαφορία ή τις προσβολές του. Έκτοτε τίποτα δεν είναι όπως πριν, πόσο μάλλον για μια γυναίκα που θέλει πάντα να λέει την αλήθεια. Τώρα κάθε απόγευμα πηγαίνει στο Bar des Amis και παίζει αγαπημένα της τραγούδια στο juke box (Mon Coeur eclate του Gilbert Bebaud, το Dis-moi quelque chose de gentil της Solange Berry). Εκείνο το απόγευμα, καθώς ήδη ζαλίζεται από τα διπλά μπράντι, ακούει μια άγρια τζαζ από το υπόγειο και μαθαίνει πως η μπάντα του Whiskey Club κάνει πρόβες.

Κατεβαίνει τα σκαλιά και βρίσκεται μπροστά στους μαύρους μουσικούς που σπέρνουν μια μουσική οργιαστική. Τότε αρχίζει να χορεύει έναν χορό που, είμαι βέβαιος, κανείς από τους παρόντες δεν θα είναι εύκολο να ξεχάσει. Με μια μαύρη μπλούζα με ορθάνοιχτα μπράτσα και ντεκολτέ και μια σκουροπράσινη φούστα που ξετυλίγει τα φύλλα της σε κάθε κίνηση, η Ζουλιέτ γεμίζει τον αέρα με τα ξέπλεκα μαλλιά της και οργώνει τον χώρο με τα γυμνά της πόδια – η κάμερα συχνά εστιάζει στο δαιμόνιο τους ξεσάλωμα πάνω στα ασπρόμαυρα πλακάκια. Οι μουσικοί συντονίζονται πλέον στον δικό της χορό· εκείνη ορίζει την μουσική τους κι όχι το αντίστροφο. Αλλά το μάμπο της όσο πάει και γίνεται γρηγορότερο, ακολουθώντας τον ρυθμό ενός οργασμού που δεν οδηγείται μόνο στην κορύφωση αλλά επιστρέφει στην αρχή του για να επαναληφθεί, σαν έρωτας διπλός, τριπλός, πολλαπλός.

Στο μαγαζί φτάνει ο κύριος Καραντίν, που πάντα την αναζητά με θράσος, σύντομα κι εγώ. Την κοιτάζουμε με βλέμμα φορτισμένο (με μίσος, με επιθυμία)· στο δικό μου την προστάζω να σταματήσει να γίνεται το αγαπημένο θέαμα των άλλων. Όμως εκείνη που δεν ήθελε κανείς να την έχει δεδομένη και που λίγο πριν είχε ρωτήσει «Ξέρεις καμιά χώρα όπου οι άνθρωποι μόνο χορεύουν και γελούν;» οργιάζει πηδώντας από τα ξύλινα τραπέζια κάτω, σαν αγρίμι. Το κορίτσι που όλοι χαρακτήριζαν «αγενή, αναιδή και τεμπέλα», που δεν ήθελε να την έχουν δεδομένη, που έλεγε «Κάτι μέσα μου με σπρώχνει να κάνω ανόητα πράγματα» και «Θα ήθελα να μην σκέφτομαι τίποτα πια», τώρα θεωρεί αδιανόητο να απολογηθεί, γιατί επιθυμεί να ορίζει τον εαυτό της χωρίς να ακυρώνει την αγάπη (Ανόητε, δεν καταλαβαίνεις ότι σ’ αγαπά; παραδέχτηκε εκείνες τις στιγμές ο κύριος Καραντίν). Ακόμα κι όταν το χέρι της διατρέχει το σώμα της σχεδόν προτείνοντας την γαμήλια βέρα, δεν περιπαίζει τον γάμο αλλά τα ασφυκτικά δεσμά που του πιστώθηκαν. Όμως δεν άντεξα και την χαστούκισα τέσσερις φορές (γιατί αυτό πρόσταζε ο ρόλος μου, ο πόθος μου, η διδαγμένη επιβολή στην γυναίκα, η δημόσια έκθεσή μου, τα φιλμ της εποχής, η λύπη μου) και επιστρέψαμε σπίτι χωρίς να είμαι βέβαιος αν την πήγαινα εγώ ή εκείνη. Άλλωστε γνωρίζαμε καλά πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν (κι ας θέλουν οι ταινίες να μας πείσουν για το αντίθετο).

Η ζωή αντιγράφει (ή ανταγωνίζεται τον κινηματογράφο): ο σκηνοθέτης πράγματι παντρεύτηκε την δεκαοχτάχρονη Μπριζίτ και τα όρια ανάμεσα στην υποτίμηση και την εξύμνηση της γυναίκας παρέμειναν θολά, όπως κι εκείνα μεταξύ αυτουργού και θύματος σε ανάλογες καταστάσεις. Ήταν όμως το πρώτο κορίτσι του σινεμά που έστω και με την ευρύτερη αφέλειά της (μοναδικά ταιριαστή στις ξανθιές της αφέλειες) μουσουργούσε μια μεσογειακή, ολόφωτη εκδοχή του ροκ εντ ρολλ. Ζήσε την ζωή σου, απόλαυσε τον έρωτα, διασκέδασε όσο είσαι νέος, αγνόησε τις συμβάσεις. Όπως η ίδια είχε πει «Είναι πάντα σα να πρόκειται να πεθάνω αύριο». Κι αν εκείνη την εποχή το ροκ εντ ρολλ μόλις άνθιζε σε υπόγεια μαγαζιά και σκοτεινούς δρόμους, εδώ στην ταπεινή άκρη της μεσογείου, κάτι νέα κορίτσια στις ταινίες έκαναν την δική τους επανάσταση που οι ενορχηστρωτές τους ονόμαζαν νουβέλ βαγκ. Στην εγκυκλοπαίδεια των γυμνών ποδιών τις ονόμασα νουβέλλες, όχι μόνο επειδή ήταν νέες και νεωτερικές ή ήταν η καθεμιά τους από ένα βιβλίο αλλά και για να μην ξεχνάω πως ο λόγος τους, εκφρασμένος με το σώμα τους, είχε ισχύ νόμου, όπως οι Novellae των βυζαντινών αυτοκρατόρων, που σκηνοθετούσαν με άλλους τρόπους μυριάδες ζωές.

Οι ταινίες: Barefoot in the park (Gene Saks, 1967), Et Dieu… créa la femme (Roger Vadim, 1956).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.