David Sedaris – Ας συζητήσουμε για το διαβήτη με κουκουβάγιες

Γύμνωμα ΑΣ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ_2μέχρι ξεκαρδίσματος

Παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκα αυτό το κάτι μεταξύ μας, όχι απλώς πόθο, αλλά ένα είδος στιγμιαίου έρωτα, κάτι που μπορεί, σαν τα στιγμιαία δημητριακά, να φτιαχτεί σε μερικά λεπτά και είναι εξίσου θρεπτικό με το πρωτότυπο. Θα φιληθούμε….τώρα, σκεφτόμουν διαρκώς. Και μετά, Εντάξει…τώρα. Και η κατάσταση συνεχιζόταν έτσι… [σ. 152]

To απραγματοποίητο ειδύλλιο που δεν λαμβάνει χώρα αφορά τον αιωνίως αυτοσαρκαζόμενο αφηγητή και τον Μπασίρ, σιδηροδρομική γνωριμία στο ταξίδι Ρώμη Μπρίντιζι κάποτε στα 80’ς – αλλά προφανώς κάτι θυμίζει σε όλους μας. Τώρα το ξαναφέρνει στο νου του αφηγούμενος μια άλλη αποτυχημένη μικροσχέση στο τρένο από το Ράλεϊ για το Σικάγο. «Ένας άντρας μπαίνει στο μπαρ ενός τρένου», όπως αναφέρεται και στον τίτλο του σπαρταριστού διηγήματος, λοιπόν· στο μπαρ όπου αρχικά οι φωνές φαίνονται εύθυμες, με τον ζεστό τόνο μεταξύ των ξένων που γίνονται φίλοι. Προοδευτικά βέβαια οι πότες χάνουν τις λέξεις τους για να καταλήξουν τελικά με αλλήθωρα μάτια στον ακατάληπτο μονόλογο που περνιέται για μεθυσμένη ειλικρίνεια.

Αλλά ο εξομολόγος μας πάντοτε David_Sedaris 2ένιωθε μια έλξη για ανθρώπους που μοιάζουν κατεστραμμένοι ακόμα κι αν τα πράγματα που έχουν κοινά είναι όλα καταθλιπτικά.  Έτσι η γνωριμία με τον Τζόνι: συζητούν αν η μητέρα του τού κάνει έκπτωση στα ναρκωτικά, στριφογυρίζουν το πλαστικό ποτήρι με τη βότκα σαν να είναι κάποιο εκλεκτό κονιάκ και αναζητούν μια αξιοπρεπή τουαλέτα να τα πιουν και να τα πουν με την ησυχία τους, ενώ στα ενδιάμεσα ένας μαύρος θαμώνας εκτοξεύει στην ομήγυρη μερικά θανατηφόρα ανέκδοτα. Κι όταν οι ευκαιρίες χάνονται, δεν μένει παρά να φιλοσοφήσεις τα γλυκόπικρα και τα ελεεινά:

Όταν είσαι νέος, εύκολα πιστεύεις ότι μια τέτοια ευκαιρία θα εμφανιστεί ανά. Αντί για ένα Λιβανέζο στην Ιταλία, ίσως συναντήσεις έναν Νιγηριανό στο Βέλγιο ή έναν Πολωνό στην Τουρκία. Πείθεις τον εαυτό σου ότι αφού ταξίδεψες μόνος στην Ευρώπη φέτος το καλοκαίρι, θα μπορούσες σίγουρα να το κάνεις πάλι του χρόνου και του παραχρόνου. Φυσικά δεν γίνεται έτσι και, προτού το καταλάβεις, είσαι πλέον ένα όχι και τόσο νεαρό, άνεργο ξωτικό, τόσο απελπισμένος για αγάπη, που περνάς την βραδιά σου ποθώντας έναν στρέιτ αλκοολικό. [σ. 153]

ds3Ο Σεντάρις είναι ένας ανεξάντλητος χιουμορίστας· θαρρείς και ο σάκος με τις ιστορίες του δεν τελειώνει ποτέ. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ιστορίες που αν δεν είναι, σε πείθουν πως είναι προσωπικές οικογενειακές, επαγγελματικές, ερωτικές, κοινωνικές, και που όπως σωστά μαντεύετε καταλήγουν σε ματαιώσεις, αποτυχίες, ήττες μεγαλειώδεις – ή έτσι ισχυρίζεται. Μόνο που στα ενδιάμεσα ο αυτοσαρκασμός φτάνει σε θεαματικά υψίπεδα, προκαλώντας το γέλιο – ομολογώ πως τα τελευταία χρόνια είναι ο μόνος που με κάνει σταθερά να γελάω σχεδόν σε κάθε του διήγημα – ενώ οι περιγραφές καταστάσεων και συμπεριφορών μετατρέπονται σε ευφυή ανέκδοτα.

David_SedarisΕίναι, άραγε, όντως αυτοβιογραφικές οι σπαρταριστές διηγήσεις του; Αν είναι έτσι, τότε είναι απορίας άξιον πώς επιβίωσε στον κωμικοτραγελαφικό κόσμο που περιγράφει. Ο πατέρας του αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αυτού του κόσμου. Στους «Τόπους ευτυχίας» επιμένει μέχρι εμμονής στην κολονοσκόπηση που οφείλει να κάνει ο γιος του, κατορθώνοντας να την εντάξει σε κάθε είδους συζήτηση, αλλά είναι στους «Κύκλους της μνήμης» που τα παιδικά τραύματα μπορούν σήμερα να γράφονται και διαβάζονται απολαυστικά, χωρίς ίχνος θλίψης. Εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει στην ηλικία των έντεκα, στο μίζερο κάντρι κλαμπ του Σαββατοκύριακου, με την πισίνα («λάκκοι με χλώριο, χημικά μπάνια»), τα γελοία μετάλλια, τους μισομεθυσμένους γονείς που φωνάζουν ενθαρρυντικά και τον τυπικό πατέρα που εκθειάζει τον καλύτερο αθλητή εις βάρος του γιου του. Η συμπεριφορά του δεν αλλάζει ούτε τα επόμενα χρόνια: όταν ο συγγραφέας τον ενημερώνει για την πρωτιά του βιβλίου του στους Times, ο πατέρας του αντιτείνει πως δεν είναι πρώτο στη λίστα του Wall Street Journal. Αιώνιοι ανθρωποφάγοι και τεκνοφάγοι γονείς! Μέχρι και ήρωες ωραίων διηγημάτων γίνεστε! Κι ας περιπλέκονται τα πράγματα όταν μεγάλο μέρος του βιβλίου εκείνου έχει να κάνει μ’ εσένα και με το πόσο γελοίος μπορείς να είσαι.

dsΣτο διήγημα «Μια φιλενάδα από το γκέτο» ο ήρωας είναι τηλεφωνητής σε γραμμή αλληλοβοήθειας, που όπως σωστά ίσως μαντέψατε, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ο ίδιος για την δική του βοήθεια, και κυρίως για να ακούσει όσο πιο μίζερες καταστάσεις γίνεται ώστε να αισθανθεί καλύτερα. Η ίδια νοοτροπία των ωθεί να συνάψει σχέση με την Ντελίσια, την ευτραφή μαυρούλα της γειτονιάς του, με μερικές ενδιαφέρουσες συνέπειες. Το Καναδικό Σύστημα υγείας μοιάζει με γενοκτονία, αλλά τα ευρωπαϊκά συστήματα είναι ακόμα χειρότερα, μας προετοιμάζει ο αφηγητής στους «Οδοντίατρους χωρίς σύνορα». Ας τον φέρουμε και κατά δω, θα γράψει ολόκληρη συλλογή μόνο στα νοσοκομεία μας. Εδώ ο ασθενής, εθισμένος στην ελεεινή ιατρική συμπεριφορά, ανησυχεί όταν του φέρονται ευγενικά και όλα πάνε καλά. Αναζητά κάποιο πτυχίο κρεμασμένο στον τοίχο, απορεί μήπως το Γιατρός είναι απλά το μικρό τους όνομα και επιθυμεί τις γνωστές ακατανόητες και εντυπωσιακές λέξεις που χρησιμοποιούν οι γιατροί ώστε να νοιώσει σημαντικός και τραγικός.

David-S__5«Ο συγγραφέας» περιγράφει τις περιοδείες προώθησης ενός βιβλίου, όπου ο καθένας πλέον χρησιμοποιεί την φωτογραφική μηχανή του κινητού – εφόσον υπάρχει, κάπου πρέπει να την στρέψουν. Πρώτη έκπληξη για τον τιμώμενο αποτελούν οι παρόντες έφηβοι, που αντί να καπνίζουν μπάφους μέσα σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο ή να μένουν έγκυες στο παράσπιτο του γείτονα, προτιμούν να ακούσουν έναν μεσήλικα άντρα να διαβάζει δυνατά. Μπροστά δε στην αναγνώστρια που τον ενημερώνει πως εργάζεται με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, εκείνος ρωτάει: Δεν είναι όμως πολλοί από τους μαθητές σου απλώς μαλάκες; Είναι εμφανές πως ο Σεντάρις έχει γράψει τις θεωρίες περί πολιτικής σωστότητας στα παλιά του τα μολύβια.

David_Sedaris_2_2014Μαρκ Τουέιν, Μπορίς Βιαν, Γούντι Άλλεν, Ντόροθι Πάρκερ, αλλά και ολόκληρη η σειρά των φλεγματικών βρετανών κωμικογράφων, όπως και η εκλεκτή ομήγυρη των αμερικανών κωμικών της σκηνής, όλοι έχουν επηρεάσει τον Σεντάρις που έχει όμως εξαρχής κατασκευάσει μια δική του χιουμοριστική γραφή που σε εκπλήσσει σε κάθε γύρισμα της παραγράφου. Ο ελληνοαμερικανός κάτοικος της Αγγλίας χειρίζεται περίτεχνα την ειρωνεία, βγάζει διαρκώς ατάκες από την τσέπη του και τις πετάει σαν σαΐτες, καυτηριάζει καλόπιστα και τρυφερά, απομυθοποιεί ολοκληρωτικά, ξεγυμνώνεται ελεύθερα – Γυμνός άλλωστε είναι και ο τίτλος παλαιότερης συλλογής του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 151 υπό τον τίτλο Laughing clowns.

Εκδ. Μελάνι, 2014, μτφ. Μυρσίνη Γκανά, σελ. 209 [Let’s explore diabetes with owls, 2013]

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες

1Στα βάθη των ανθρώπινων αντιφάσεων

Αν υπήρχε όντως ένα επέκεινα, αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη σκαιότητα. Γιατί να θυμάται μια ψυχή όλη την αθλιότητα της ύπαρξής της; Γιατί είναι τόσο υπέροχο η ψυχή του πατέρα μου να συνεχίσει να ζει και να θυμάται πώς ακριβώς σούφρωσε τα λεφτά ο συνεργάτης του, πώς καταστράφηκε το σπίτι του από πυρκαγιά, πώς η αδερφή μου η Μίρελε πέθανε στη γέννα, και ύστερα τα γκέτο, τα στρατόπεδα και τους φούρνους των Ναζί. Αν στη φύση υπάρχει έστω και η παραμικρή δικαιοσύνη, βρίσκεται στην εξάλειψη του πνεύματος όταν το σώμα σαπίζει. Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς γίνεται κανείς να σκέφτεται διαφορετικά [σ. 128].

Τα λόγια της Φρέιντλ, πρώην μαθήτριας και κρυφού έρωτα του αφηγητή, που επιστρέφει στο Τελ Αβίβ το 1955 ως καταξιωμένος γίντις συγγραφέας και επιχειρεί να ξανασυνδεθεί με την παλαιά του ζωή, είναι ενδεικτικά της εσωτερικής μεταστροφής της σύγχρονης εβραϊκής ψυχής. Κατά την μεσονύκτια περιπλάνηση στην πόλη με το αυτοκίνητό της, ο χρόνιος ανεκπλήρωτος έρωτάς τους τ2ίθεται σε δεύτερη μοίρα και αμφότεροι αναζητούν απαντήσεις απέναντι στην πεζή, απογοητευμένη τους ζωή. Απογοητευμένη από τα κιμπούτς «που έχουν όλα τα λάθη του κομμουνισμού και του καπιταλισμού μαζί», τον γάμο της, καθώς «δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ το να αγαπιέσαι από ένα βλάκα» και την κόρη της, που ακολουθεί τυφλά έναν μέντορα, η Φρέιντλ υποστηρίζει ότι, μετά από όλα όσα συνέβησαν στους Εβραίους, «πρέπει να είναι κανείς εντελώς ηλίθιος για να πιστεύει στο Θεό και σ’ όλα αυτά τα φληναφήματα. Άλλωστε, η πίστη σε έναν ελεήμονα Θεό αποτελεί τη χειρότερη προδοσία προς τα θύματα. Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχολόγος για να καταλάβεις τι ακριβώς αναπληρώνει μια τέτοια πίστη». Η παράλληλη οδική και ψυχική περιπλάνηση καταλήγει στο μονόδρομο τέρμα των κιμπούτς όπου βιώνεται η έσχατη οικογενειακή απογοήτευση («Ο μέντορας»).

3Αυτή είναι μία από τις γοητείες του Σίνγκερ: την ίδια στιγμή που αποθεώνει μια ακλόνητη βεβαιότητα (θρησκευτική, πολιτισμική, προσωπική) την επόμενη την αποκαθηλώνει, γυμνώνοντας με κυνισμό τις έκθετες πλευρές της. Τόσο στα μυθιστορήματα (ιδίως στα «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» και «Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία») όσο και στα διηγήματα, κυρίως τα εκτενή, οικοδομεί έναν κόσμο όπου η εβραϊκότητα συνυπάρχει με την αμφισβήτησή της, η θρησκευτικότητα με τον σαρκασμό της, ο ερωτισμός με την ενοχική απομόνωση, η αδηφαγία του πνεύματος με την δίψα του σώματος. Οι χαρακτήρες του την μία στιγμή ανταλλάσουν ερεθιστικότατους διαλόγους για τα πιο βαθειά θέματα και την επόμενη διολισθαίνουν σε ποταπές συμπεριφορές ή αναλώνονται σε χαμερπείς σκέψεις. Ακόμα κι όταν ο εκφραστής των αντιφάσεων δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής αλλά κάποιος συνομιλητής του, ο πρώτος παραδέχεται πως μοιράζεται τις ίδιες βασανιστικές αβεβαιότητες.

4Ένας μέρος των ιστοριών του συγγραφέα αντλεί από το ανεξάντλητο απόθεμα του προγονικού πολιτισμού, επιστρέφοντας σε βάθος χρόνου και σε περίκλειστες επαρχίες. Αλλά τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματά του είναι εκείνα που αφορούν τους σύγχρονούς του εβραίους, κατά την νέα τους ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Μια απολαυστική ενδεικτική ιστορία είναι «η καφετερία», ένα στέκι στο άνω Μπρόντγουεϊ όπου συχνάζει ένας γίντις συγγραφέας, μια τυπική αφηγηματική περσόνα του Σίνγκερ. Σε αυτό τον τόπο, που συχνά παρομοιάζει με το γειτονικό γραφείο τελετών, «είδος καφετερίας και αυτό, όπου παίρνει κανείς μια ευλογία στα γρήγορα ή ένα καντίς στο δρόμο του προς την αιωνιότητα», γνωρίζει την Εσθήρ, μια γυναίκα που έχει επιστρέψει από την καταστροφή, «εύθυμη και πάλι». Ανάμεσα στις εξομολογήσεις της για τους χαμένους της άντρες, θύματα των χιτλερικών και των σταλινικών ετών, η ισχυριζόμενη αναγνώστριά του, αποκαλύπτει την τρομερή της εμπειρία: μια νύχτα είδε στην κλειστή καφετερία τον Χίτλερ με τους στρατηγούς του.

6Ο ακροατής της δεν εκπλήσσεται: για εκείνον πρόκειται για μια επιστροφή στο χρόνο. Το παρελθόν δεν έχει χαθεί. Μια εικόνα απ’ τα παλιά παραμένει παρούσα κάπου μέσα στην τέταρτη διάσταση και έφτασε σ’ εσένα ακριβώς εκείνη τη στιγμή, την καθησυχάζει. Πράγματι, σε γραφές ανάμεσα στο όνειρο και το γκροτέσκο αλλά και την απατηλότητα του πνευματισμού και των σύγχρονων ψυχολογικών ρευμάτων, μπορεί όντως ο Χίτλερ να βρεθεί στο Μπρόντγουεϊ. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η καφετερία την επόμενη ημέρα βρίσκεται καμένη. Αν ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι παρά μορφές αντίληψης, όπως θεωρεί ο Καντ, και η ποιότητα, η ποσότητα, η αιτιότητα είναι απλώς κατηγορίες της σκέψης, γιατί να μη συσκέπτεται ο Χίτλερ με τους Ναζί του σε μια καφετέρια στο Μπρόντγουεϊ; Η Εσθήρ δεν ακουγόταν τρελή. Είχε δει ένα κομμάτι πραγματικότητας, που η ουράνια λογοκρισία απαγορεύει κατά κανόνα. Είχε προλάβει να δει φευγαλέα πίσω από το παραπέτασμα των φαινομένων. [σ. 119 – 120]

7Με τις σχετικά σύντομες, κοφτές αλλά ταυτόχρονα περιεκτικές φράσεις του ο Σίνγκερ εισάγει τον αναγνώστη όχι μόνο στην ευρύτερη επιφάνεια του κόσμου των χαρακτήρων αλλά και στα βάθη της εκάστοτε ιστορίας του. Με τον ίδιο απολαυστικό τρόπο χειρίζεται την ταπεινότητά τους και τις ασήμαντες ανθρώπινες εμμονές.«Η κοκέτα» αφορά την ιστορία μιας γυναίκας που ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για την εμφάνισή της ώστε να γίνει χριστιανή, για να ταφεί με τα ρούχα που επιθυμεί και όχι με το απλό εβραϊκό σάβανο. Ο «Σλόιμελε» αποτελεί μια τυπική περίπτωση αποτυχημένου (θεατρικός επιχειρηματίας χωρίς θέατρο, κατακτητής γυναικών που τον εγκαταλείπουν άμεσα, οραματιστής σχεδίων που δεν πραγματοποιούνται ποτέ) που συναντιέται σε διάφορα μέρη με τον αφηγητή, που είναι ένας εξίσου αποτυχημένος συγγραφέας – με την διαφορά ότι το γνωρίζει.

8Κωμικοτραγικοί ή σοφοί, διαβολικοί ή αγνοί, αφελείς ή κυνικοί, οι χαρακτήρες των είκοσι ενός διηγημάτων αφορίζουν τους ηλίθιους που διαθέτουν «μια μυστηριώδη δύναμη, βαθιά ριζωμένη στο αρχέγονο χάος», τα παιδιά που δεν είναι παρά τυχαία γονιμοποιημένα ωάρια, την γονεϊκή αγάπη που δεν είναι παρά ένα τυφλό ένστικτο, τον σύγχρονο Εβραίο «που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον αντισημιτισμό, που υποστηρίζει την επανάσταση και ταυτόχρονα θέλει δικό του κάθε προνόμιο του καπιταλισμού, που προσπαθεί να καταστρέψει τον εθνικισμό στους άλλους, αλλά ο ίδιος καυχιέται ότι ανήκει στον Περιούσιο Λαό». Χαρακτήρες που αδυνατούν ακόμα και να κοιμηθούν στον τόπο όπου βαραίνει η Ιστορία, που δεν γνωρίζουν σε τι μπορούν πια να ορκιστούν και που θέλουν να γράψουν αλλά αναρωτιούνται ποιος χρειάζεται τις ιστορίες τους. Αναμφισβήτητα εμείς, που τις διαβάζουμε μέχρι σήμερα.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα αγ5γλικά: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 371, με τρισέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014].