Τζόναθαν Σάφραν Φόερ – Τρώγοντας ζώα

Ο β1ασανισμός των ζώων, η τροφή των ανθρώπων

Αυτή τη στιγμή, η τροφή μας αποτελεί προϊόν δυστυχίας. Ξέρουμε ότι, αν κάποιος προσφερθεί να μας δείξει μια ταινία γύρω από το πώς παράγεται το κρέας που τρώμε, η ταινία αυτή θα είναι τρόμου. Ίσως να ξέρουμε πιο πολλά απ’ όσα θέλουμε να παραδεχτούμε, κρατώντας τα υπόλοιπα κλειδωμένα στα πιο σκοτεινά δωμάτια της μνήμης μας. Όταν τρώμε κρέας που έχει παραχθεί σε φάρμες – εργοστάσια συντηρούμαστε, κυριολεκτικά, από βασανισμένη σάρκα. Και, όσο περνάει ο καιρός, αυτή η βασανισμένη σάρκα γίνεται δική μας. [σ. 163]

H πρώτη μου επαφή με το αποσιωπημένο θέμα της σφαγής και των πειραμάτων σε ζώα έγινε, για άλλη μια φορά, μέσω της μουσικής. Από τη μία η εξαιρετική πολιτική – ακτιβιστική πανκ ανεξάρτητη εταιρεία Crass Records και τα σχήματά της [Crass, Poison Girls, Annie Anxiety, Mob κ.ά.] έβαλαν το θέμα σε στίχους, φυλλάδια, σημειώσεις – η Gee Vaucher, μέλος των Crass και συνιδρύτρια της εταιρείας αργότερα εξέδωσε και το βιβλίο Animal Rites. Από την άλλη κυκλοφορούσαν συλλογές αφιερωμένες ή φτιαγμένες από το Animal Liberation Front, την ακτιβιστική οργάνωση που, μεταξύ άλλων, απελευθέρωνε τα σκλαβωμένα ζώα. Θυμάμαι σ’ ένα εξώφυλλο την γνωστή φωτογραφία με το τρομαγμένο, κεφαλοκλειδωμένο πιθηκάκι. Αλλά ήταν αρχές της δεκαετίας του ’ 80: η πληροφόρηση περιορισμένη, το διαδίκτυο ανύπαρκτο. Από τότε έχουν κυκλοφορήσει στο εξωτερικό κάποια σχετικά δοκιμιακά και πληροφοριακά βιβλία και λιγότερα μυθοπλαστικά – εδώ τίποτα. Ούτως ή άλλως το θέμα είναι δυσάρεστο στον οποιονδήποτε και η ευκολότερη λύση είναι ο γνωστός συνδυασμός άγνοιας, αδιαφορίας και σωτήριας λήθης. Ποιος θέλει να σκέφτεται πως τρώει ένα ον που κάποτε ήταν ζωντανό;

Jonathan Safran FoyerΟ Φοέρ καλύπτει το κενό και αναλαμβάνει ο ίδιος την συγγραφή ενός βιβλίου που θα αποτελεί μεν μυθοπλασία αλλά μη  μυθοπλαστική συγκέντρωση όλων των σύγχρονων δεδομένων. Η απόφασή του εκκίνησε από την επιθυμία να γνωρίζει την διατροφή του γιού του. Πώς διαχειρίζεται λοιπόν όλο αυτό το υλικό ένας λογοτέχνης; Με τον πιο ενδιαφέροντα, σφαιρικό αλλά και πολυσυλλεκτικό τρόπο. Χρησιμοποιεί αυτόνομα κείμενα, προσωπικές διηγήσεις, αυτοβιογραφικές μνήμες, πληθώρα συνομιλιών με διάφορους εμπλεκόμενους, περιγραφές των δικών του επιτόπιων ερευνών, προσομοιωτικά διηγήματα που αφορούν εισβολές σε βιομηχανικές φάρμες και σφαγεία, μέχρι και μερικές τυπογραφικές – πειραματικές δοκιμές. Αλλά, ακόμα σημαντικότερο, η ποικιλότητα των κειμένων ακολουθεί την σφαιρικότητα των απόψεων. Ο Φοέρ δίνει χώρο για τις γνώμες της άλλης πλευράς, των «μικρών» κτηνοτρόφων και γενικά όσων διατυπώνουν τα δικά τους επιχειρήματα υπέρ της «αναπόφευκτης σφαγής των ζώων».

3 - animal liberation frontΤα Φωτισμένα Σφαγεία

Κάπου στη μέση του βιβλίου, ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει την εισβολή του σε μια σχετική φάρμα, όπου ο τεράστιος σιτοβολώνας περισσότερο μοιάζει να έχει βγει από το Blade Runner παρά από το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και αναρωτιέται: Γιατί μια αποθήκη γεμάτη ζώα είναι τόσο έντονα φωτισμένη στη μέση της νύχτας; Οι περιγραφές του είναι συγκλονιστικές αλλά γνωστές πια σε όλους και δεν χρειάζεται όμως να βασιστεί κανείς στις κρυφές κάμερες των ακτιβιστών για να μάθει γι’ αυτές τις ωμότητες, καθώς τα σχετικά βίντεο αφθονούν και θα μπορούσαν να γεμίσουν μια ολόκληρη Εγκυκλοπαίδεια της Απάνθρωπης Σκληρότητας.

3bΗ Γκέιλ Άισνιτζ δημιούργησε μια τέτοια εγκυκλοπαίδεια με το βιβλίο της Σφαγείο. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνομιλίες με εργάτες των σφαγείων που παραδέχονται πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για τις ηλεκτρικές ράβδους που χώνουν στα μάτια των ζώων, για τα ατέλειωτα χτυπήματα στις γελάδες που σφαδάζουν με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω, για το πόσο επιθετικούς έκανε τους ίδιους η μυρωδιά των λάκκων με τα αίμα, πόσο η ίδια τους η ένταση τους έκανε να θέλουν να κάνουν το ζώο να υποφέρει. Οι εργαζόμενοι στις φάρμες αφήνουν την δυσαρέσκειά τους να ξεσπάσει επάνω στα ζώα. Αν δουλέψεις έστω και για λίγο στην αλυσίδα σφαγής – που πρέπει να κινείται αδιάκοπα – αναπτύσσεις μια στάση που επιτρέπει να σκοτώνεις αλλά όχι να νοιάζεσαι. Και αναρωτιέται ο Φόερ: πόσο πρέπει να διαδοθούν αυτές οι αγριότητες για να μας είναι πλέον αδύνατο να τις αγνοήσουμε;

3Γιατί η γεύση, η πιο ακατέργαστη από τις αισθήσεις μας, εξαιρείται από τους ηθικούς κανόνες που κυβερνούν τις υπόλοιπες; Γιατί ένας καυλωμένος άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να βιάσει ένα ζώο, με τον ίδιο τρόπο που ένας πεινασμένος έχει δικαίωμα να το σκοτώσει και να το φάει; Είναι εύκολο να αγνοήσει αυτή την ερώτηση, αλλά δύσκολο να την απαντήσει. Και πώς θα έκρινες έναν καλλιτέχνη που ακρωτηριάζει ζώα σε μια γκαλερί; Πόσο σπαραχτική πρέπει να είναι η κραυγή ενός ζώου που υποφέρει για να την ακούσεις εξίσου δυνατά; […] Ζούμε σε έναν κόσμο όπου είναι αποδεκτό να μεταχειριζόμαστε τα ζώα σαν να είναι κούτσουρα, αλλά ακραίο να τα μεταχειριζόμαστε σαν να είναι ζώα. […] Όταν πιστεύουμε ότι το δικαίωμά μας να φάμε ένα ζώο είναι πιο ισχυρό από το δικαίωμα του ζώου να ζήσει χωρίς να υποφέρει, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να διαφθαρεί. [σ. 109 – 100]

Αναμνήσεις υπεράνω ηθικής

7Το ζήτημα της κρεοφαγίας αγγίζει χορδές που συνδέονται στενά με την αίσθηση της ταυτότητάς μας – με αναμνήσεις, επιθυμίες, αξίες. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις σχετικά με το φαγητό μας περιπλέκονται από το γεγονός ότι δεν τρώμε μόνοι. Η συντροφικότητα του τραπεζιού σφυρηλατεί κοινωνικές σχέσεις και δημιουργεί μερικές από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις. Τίποτα δε θεμελιώνει μια φιλία τόσο γερά όσο ένα κοινό γεύμα. Η παραίτηση από ένα πλήθος γεύσεων σηματοδοτεί μια απώλεια απολαυστικών εμπειριών και ακόμα περισσότερο: προκαλεί ένα είδος πολιτισμικής απώλειας. Ίσως εδώ υπάρχει ο απόηχος από τα πρωτόγονα ομαδικά γλέντια των προγόνων μας και ταυτόχρονα μια μεγάλη παγίδα. Κι αυτή όμως η λήθη μπορεί να καλλιεργηθεί, γράφει ο Φοέρ, πόσο μάλλον όταν σε τόσες άλλες περιπτώσεις, προσθέτω, την καλλιεργούμε μια χαρά για να ξεχάσουμε όσα θέλουμε να ξεχνάμε. Κανένας σκοπός εδώ δεν αγιάζει τα μέσα και η λήθη αυτή γίνεται πολύ εύκολη όταν ο ίδιος ο συγγραφέας βλέπει μπροστά του ως σκοπό μερικές λεπτές ροζ φέτες μπέικον που υπόσχονται να αγιάσουν όλα τα αιματοβαμμένα μέσα του σφαγείου.

Μυρωδιά από σκατά

Οι πιο επιτυχημένες νομικές μά6χες ενάντια σε βιομηχανικά χοιροτροφεία στις ΗΠΑ έχουν εστιάσει στην μόλυνση του περιβάλλοντος από τεράστιες ποσότητες περιττωμάτων. Αυτά είναι τόσα πολλά και η διαχείριση τους είναι τόσο κακή ώστε διαποτίζουν ολόκληρη την τροφική και περιβαλλοντική αλυσίδα. Η Σμίθφιλντ, για παράδειγμα, η μεγαλύτερη παραγωγός χοιρινού κρέατος στην Αμερική, από μόνη της σφαγιάζει κάθε χρόνο περίπου 31 εκατομμύρια χοίρους. Το κάθε ζώο παράγει δυο με τέσσερις φορές περισσότερα κόπρανα απ’ όσο ένας άνθρωπος. Τα περιττώματα των χοίρων περιλαμβάνουν μια σειρά βλαβερές ουσίες αμμωνία, μεθάνιο, υδρόθειο, μονοξείδιο του άνθρακα, βαρέα μέταλλα κ.ά., για να μην αναφέρουμε τα εκατό περίπου παθογόνα μικρόβια που προκαλούν ασθένειες, ούτε τις άλλες ουσίες που βρίσκονται στα εκτροφεία – πλακούντες, αίμα, ούρα, αντιβιοτικά, εντομοκτόνα, κ.ά. Πού πηγαίνει αυτή η τεράστια ποσότητα επικίνδυνων περιττωμάτων και λοιπών ουσιών; Οι επόμενες σελίδες μας ενημερώνουν με πόση προθυμία τα αποδεχόμαστε στην τροφή μας, στο φυσικό περιβάλλον άλλων ζώων και στην ατμόσφαιρα. Δεν χρειάζεται να γράψω πόσο σφιγμένο στομάχι χρειάζεται για την ανάγνωση.

Ορνιθοτροφεία και ασθενειοτροφεία

3dΜιλώντας περί ακαθαρσιών, πώς έχει αλήθεια προκύψει ένα εντελώς νέο τοπίο ασθενειών και σε ποιο βαθμό ευθύνεται η σύγχρονη κτηνοτροφία; Τα οικολογικά επιχειρήματα εναντίον της κατανάλωσης χοιρινού βιομηχανικής εκτροφής είναι ακλόνητα και καταδικαστικά.  Πρωταρχική πηγή των μοντέρνων ιών (από τον Η1 και τον φρέσκο Η16 και από τον Ν1 ως τον Ν9) είναι τα οικόσιτα πουλιά που τους κουβαλάνε σε ολόκληρο τον πλανήτη κι ύστερα τους πετάνε μέσα από τα κόπρανά τους σε λίμνες, ποτάμια και χάρη στις σύγχρονες τεχνικές επεξεργασίας ζώων, απευθείας στο φαγητό που τρώμε.

10Το σύστημα περιλαμβάνει το πείραγμα των γονιδίων των ζώων, το τάισμα με αυξητικές ορμόνες και ένα σωρό φάρμακα και κάποιους πειραματισμούς προτού καταλήξουν στο στόμα μας. Μιλάμε για πουλιά που δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν πέρα από την εφηβεία τους, που τα μισά εξ αυτών πεθαίνουν εξαιτίας του στρες κατά τις μεταφορές τους. Μερικοί πιθανώς αδιάφοροι αριθμοί: Σχεδόν το 1/3 της επιφάνειας του πλανήτη καταλαμβάνεται από εκτρεφόμενα ζώα. Λιγότερο από το 1% του κρέατος που παράγεται στην Αμερική προέρχεται από οικογενειακές φάρμες. 76 εκατομμύρια Αμερικανοί αρρωσταίνουν από την τροφή τους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠώς να είναι άραγε το εσωτερικό ενός βιομηχανικού ορνιθοτροφείου; Οι σχετικές φωτογραφίες στο διαδίκτυο βοηθούν όσους έχουν έλλειψη φαντασίας. Όσοι προτιμούν να αποφύγουν τις φρικιαστικές εικόνες μπορούν απλά να φανταστούν ένα χαρτί Α4 και ένα πουλί σε πλήρη ανάπτυξη, σαν μπάλα ποδοσφαίρου με πόδια, να στέκεται πάνω του. Δεκάδες χιλιάδες τέτοια υποθετικά παραλληλόγραμμα καλύπτουν έναν χώρο χωρίς παράθυρα και γεμάτο ακαθαρσίες, όπου τα πουλιά ζουν με τα φώτα ανοιχτά 20 ώρες το 24ωρο ώστε να τρώνε περισσότερο. Εκεί μεγαλώνουν αναπτύσσοντας δυσκολία στο περπάτημα, παραμορφωμένα, ντοπαρισμένα, άρρωστα, παραφουσκωμένα με ενισχυτικά γεύσης και νερό και βέβαια μολυσμένα (μεταξύ άλλων και με λουτρά χλωρίνης για την απομάκρυνση της γλίτσας και των οσμών τους).

ALF LogoΑκολουθεί η μεταφορά τους, η ακινητοποίηση με διατήρηση όλων των αισθήσεών τους, το κρέμασμα σε ιμάντες και η δεξαμενή του ζεματίσματος – στην οποία επίσης καταλήγουν τα φοβισμένα τους κόπρανα, αλλά και οι αμέτρητοι παθογόνοι τους οργανισμοί, καθώς το νερό βοηθάει τους πόρους να ανοίξουν. Ας σημειωθεί πως στις σχετικές εκθέσεις των ελεγκτών τα κόπρανα αναφέρονται ως αισθητικές ατέλειες. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναβάθμιση δηλαδή και οπωσδήποτε μια ωραία φράση. Τέλος, η ψύξη που ακολουθεί τα κάνει να απορροφούν νερό πάνω από 11%, μια νόμιμη διαδικασία που γράφεται με όσο γίνεται μικρότερα γράμματα στη συσκευασία κι έτσι οι μεγαλοπαραγωγοί μπορούν να κερδίζουν μερικά εκατομμύρια δολάρια παραπάνω.

Συνεπώς 8δεν «αρπάξαμε» πάντα κάποιον ιό, ούτε μας τον κόλλησε κανείς, αλλά μπορεί και να τον φάγαμε. Κι αν απορούμε γιατί τα αντιβιοτικά αδυνατούν να τον καταπολεμήσουν, ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ίδιες οι φάρμες χρησιμοποιούν τόσα πολλά. Το σίγουρο είναι ότι η βιομηχανία της κτηνοτροφίας είναι (μαζί με την βιομηχανία φαρμάκων) η κορυφαία δύναμη στον χώρο της δημόσιας υγείας κι εμείς έχουμε επιλέξει ασυναίσθητα ή συνειδητά να την χρηματοδοτούμε μαζικά. Αυτό που δεν μπορεί πια να κρατηθεί μυστικό είναι η ευρύτατα αναγνωρισμένη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση κρέατος και στις κυριότερες θανατηφόρες ασθένειες (1. καρδιοπάθειες, 2. καρκίνος, 3. εγκεφαλικά), ενώ λιγότερο γνωστή παραμένει η διαστρεβλωτική επίδραση της βιομηχανίας στις διατροφικές πληροφορίες από τους επαγγελματίες της υγείας και τις κυβερνητικές πηγές. Σύμφωνα με τα πραγματικά στοιχεία όμως και μόνο η ατομική υγεία αποτελεί απαραίτητο λόγο χορτοφαγίας.

Κρυφές ιστορίες, μικρές εξομολογήσεις

1305375841359Μήπως η αναφορά μερικών γεγονότων αρκεί να μιλήσει από μόνη της; Ακόμα σκέφτομαι την ιστορία της αγελάδας που έφυγε από την Paradise Locker Meats (πάλι η θρησκευτική απατεωνίστικη επίκληση) και διέσχισε αμέτρητους δρόμους, προσπάθησε ακόμα και να κολυμπήσει, προκειμένου να βρεθεί όσο πιο μακριά γίνεται από τους κτηνοτρόφους της. Φυσικά τιμωρήθηκε με μια σφαίρα και η ζωή μας συνεχίστηκε. Τέτοιες ιστορίες ζώων, σκέφτομαι, δεν θα γυριστούν ποτέ από το Χόλυγουντ. Οι τετράποδοι πρωταγωνιστές θα παίζουν αρμονικά μαζί με την οικογένεια, προτού κάτσει στο τραπέζι να απολαύσει μπριζόλες και γαλοπούλα. Θα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί που δεν ανήκουν στα φαγώσιμα ζώα, όπως στην άλλη άκρη του κόσμου – κάπου είδα στις τελευταίες σελίδες συνταγές για κοκκινιστό σκύλο που κάνει θραύση στην πέρα Ασία.

3aΜήπως σε κάποιο «ανεξάρτητο» σφαγείο γίνεται καλύτερη δουλειά; Ο συγγραφέας επισκέπτεται λοιπόν την PLM, ένα από τα τελευταία του είδους στις Μεσοδυτικές Πολιτείες και έχει την δυνατότητα να δει τον χώρο εκ των έσω. Ο επί της υποδοχής υπάλληλος τον ενημερώνει πως τις ημέρες σφαγής έχει ζόρια γιατί του φέρνουν 500 με 800 ελάφια, του μιλάει για την ελαφρά αμηχανία κατά το άνοιγμα του κεφαλιού του γουρουνιού σαν βιβλίο και παραδέχεται πως το άγχος των ζώων επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα και την γεύση του κρέατός τους. Είναι άλλωστε γνωστό πως όταν ο οργανισμός τους βρίσκεται υπό πίεση παράγει περισσότερα οξέα, τα οποία διαβρώνουν τους μυς. Η δική του συγκινητική ιστορία αφορά μια ετοιμόσφαγη αγελάδα που τον έγλειψε στο πρόσωπο και λίγο αργότερα τον στρίμωξε στον τοίχο και έκατσε πάνω του για κανένα εικοσάλεπτο – το τελευταίο της ζωής της.

EBAAFreeRangePoultsΚάποιος εργάτης στις αλυσίδες σφαγής του περιγράφει με ποιον τρόπο χρησιμοποιούν ραβδιά για να χτυπήσουν μικρά γαλοπουλάκια. Ένας άλλος ανεξάρτητος ορνιθοπαραγωγός παραδέχεται: «αυτό που ανακάλυψε η βιομηχανία μας – κι αυτή ήταν η πραγματική επανάσταση – είναι ότι δε χρειάζεσαι υγιή ζώα για να βγάλεις κέρδος. Τα άρρωστα ζώα είναι πιο προσοδοφόρα. Τα ζώα πληρώνουν την επιθυμία μας να έχουμε συνεχώς διαθέσιμα τα πάντα, σε πολύ χαμηλή τιμή. […] Πάντα λέω στον κόσμο να πάει να δει μια βιομηχανική φάρμα με γαλοπούλες. Η μυρωδιά θα σε χτυπήσει πριν φτάσεις ως εκεί. Όμως ο κόσμος δεν θέλει να τα ακούει αυτά» [σ. 129]. Η δική του σκληρή στιγμή είναι που οι γαλοπούλες τον έχουν συνηθίσει κι έρχονται τρέχοντας να τον υποδεχτούν ή τον ακολουθούν. Ο ίδιος αργότερα τις βάζει κατά χιλιάδες στα φορτηγά για σφαγή.

«Ο υποβρύχιος σαδισμός μας»

Τα ψ9 - Michael Sowaάρια δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όμως η εντατική ιχθυοκαλλιέργεια σε συνθήκες εγκλεισμού είναι στην ουσία ένα είδος υποβρύχιας βιομηχανικής κτηνοτροφίας. Το Εγχειρίδιο Εκτροφής Σολομού αναφέρει βασικούς παράγοντες στρες στο σχετικό περιβάλλον: νερό τόσο μολυσμένο που δυσκολεύονται τα ψάρια στην αναπνοή, συνωστισμός τόσο έντονος που αρχίζουν τους αλληλο-κανιβαλισμούς, χειρισμός τόσο «προσβλητικός» που τα επίπεδα στρες είναι άμεσα μετρήσιμα, διατροφικές ελλείψεις κ.ά. Όσα επιβιώνουν – το ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ 10 και 30% θεωρείται ικανοποιητικό – υποβάλλονται σε ασιτία για εφτά με δέκα ημέρες προκειμένου να μειωθούν τα περιττώματά τους κατά τη διάρκεια μεταφοράς τους προς τα σφαγεία. Εκεί τους τεμαχίζουν τα βράγχια και στη συνέχεια τα ρίχνουν μέσα σε μια δεξαμενή με νερό για να πεθάνουν από αιμορραγία. Και εδώ λοιπόν κανένας νόμος δεν επιβάλλει την θανάτωση των ψαριών με «σπλαχνικούς» όρους. Πιθανώς το μόνο που χρειάζεται είναι μια ειλικρινής σήμανση στις συσκευασίες, ώστε να γνωρίζουμε ότι οι σολομοί ιχθυοκαλλιέργειας περνάνε τη ζωή τους σε μια μπανιέρα ή ότι τα μάτια τους αιμορραγούν εξαιτίας της έντονης μόλυνσης.

Είναι πολλά τα λεφτά, παρακαλούμε συνεχίστε να τρώτε

26m-art-14Οι μεγαλοπαράγοντες της εντατικής κτηνοτροφίας γνωρίζουν πως το επιχειρηματικό τους μοντέλο στηρίζεται στην άγνοια των καταναλωτών γύρω από το όσα κάνουν. Εκατομμύρια δολάρια διαφημιστικών ξοδεύονται κάθε χρόνο για να εξασφαλίσουν οι εταιρείες ότι ο κόσμος θα εξακολουθήσει να πίνει γάλα ή να τρώει μοσχάρι στις ταινίες του σινεμά. Η σύνδεση της κρεοφαγίας με την θρησκεία είναι ένας αποτελεσματικότερος τρόπος: η Ημέρα των Ευχαριστιών ταυτίζεται με την καταβρόχθιση της γαλοπούλας, καθώς η γιορτή αδυνατεί να υπάρξει χωρίς το 18% της ετήσιας κατανάλωσης του πουλιού στην Αμερική. Πώς θα διατηρήσουν τα κέρδη τους οι σχετικές βιομηχανίες αν αποσυνδεθεί το γαλοκαταβρόχθισμα από την ιερότητα; «Ο μεγαλύτερος εφιάλτης μου θα ήταν να έρθουν μια μέρα τα παιδιά μου και να μου πουν “Μπαμπά, είμαι χορτοφάγος”. Θα τα κάθιζα στο φράχτη και θα τα σκότωνα με ηλεκτροπληξία» είπε κάποτε ο Gordon Ramsay, φοβούμενος πιθανώς το στέρεμα των συνταγών του. Αν θυμάμαι καλά ο ίδιος διαφημίζει τις περίφημες συνταγές του με φουα γκρα, ξέρετε, αυτό το χηνήσιο παρασκεύασμα που για να βγει από το άτυχο ζώο, το ταΐζουν με το ζόρι με κάτι χωνιά μέρα νύχτα μέχρι να σκάσει, ώστε να βγει μια καλή ποσότητα. Από την άλλη, το αλλοτινός πλανητάρχης Bill Clinton προφανώς είδε τα στοιχεία των βόθρων που κατάπινε τόσα χρόνια και κατέστη vegan – αφότου βέβαια «συνταξιοδοτήθηκε».

«Είμαστε ανήμποροι να αλλάξουμε το σύστημα»;

5Αν θέλουμε να δώσουμε τέλος στη βιομηχανική κτηνοτροφία πρέπει να σταματήσουμε να στέλνουμε γενναίες επιταγές στους χειρότερους παραβάτες του συστήματος, γράφει ο Φοέρ. Μια από τις σημαντικότερες ευκαιρίες που έχουμε για να ζήσουμε με βάση τις αξίες μας (ή να τις προδώσουμε) βρίσκεται στην τροφή που βάζουμε στα πιάτα μας. Όταν αλλάζουμε την διατροφή μας αλλάζει και όλος ο κόσμος. Ο καθένας από εμάς έχει τη δυνατότητα να κάνει τη διαφορά – και μόνο το γεγονός ότι το 1/3 των διευθυντών εστιατορίων στην Αμερική έχει παρατηρήσει αύξηση στη ζήτηση για χορτοφαγικά γεύματα είναι ενδεικτικό. Το να συνεχίζει να τρώει κανείς «όπως όλοι» είναι η πιο εύκολη και ελαφρόκαρδη απόφαση. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε πόσα πράγματα σταματήσαμε να κάνουμε «όπως όλοι», ή αν συνεχίζαμε να ζούμε «όπως όλοι» τίποτα δεν θα διεκδικούσε κανείς, τίποτα δεν θα άλλαζε ποτέ. Αμέτρητοι αγώνες κερδήθηκαν έχοντας ξεκινήσει από έναν αριθμό ατόμων, αμέτρητες κατακτήσεις επιτεύχθηκαν αποδεικνύοντας περίτρανα ότι οι καθημερινές μας επιλογές μπορούν να διαμορφώνουν τον κόσμο.

4Το βιβλίο περιλαμβάνει και 60 σελίδες σημειώσεων με πλούσια βιβλιογραφία, στατιστικά στοιχεία, επιστημονικά άρθρα, απόρρητες εκθέσεις αλλά και ιστοσελίδες και πάσης φύσεως διαδικτυακές δημοσιεύσεις που συνήθως χάνονται στον ωκεανό του κυβερνοχώρου, με την αναφορά των σχετικών συνδέσμων και της ακριβούς ημερομηνίας λήψης τους.

Εκδ. Μελάνι, 2010, μτφ. Στέλλα Κάσδαγλη, σελ. 363 [Jonathan Safran Foer, Eating animals, 2009]

Υ.Γ. Κανονικά η ανάρτηση θα έπρεπε να συνοδεύεται από τις πραγματικές φωτογραφίες όσων γράφονται στο βιβλίο. Αλλά είναι τόσο φρικιαστικές που όλοι θα φεύγαμε τρέχοντας και θα φροντίζαμε να τις ξεχάσουμε στο επόμενο λεπτό. Όσοι προτιμούν την αλήθεια από τα παραμύθια, μπορούν ενδεικτικά να κοιτάξουν εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ.

Δημοσίευση και στο mic.gr, σε συντομότερη μορφή. Αναδημοσίευση στο Vegan in Athens.

Lorrie Moore – Η πόρτα στη σκάλα

ex_LORI MOORE_EKDOSEIS_POLIS

Ο μοντέρνος υπόγειος ρατσισμός

Δεν είχα ιδέα πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί σ’ αυτή την πόλη. Στο Ντέλακρος, ναι, ίσως – αν και ούτε εκεί άκουσα ποτέ να συνέβη – αλλά εδώ; Το εδώ ήταν τόσο περήφανο για τον εαυτό του. Το εδώ ήταν τόσο προοδευτικό, παράδειγμα προς μίμηση. Το εδώ ήταν τόσο απαρέγκλιτα αριστερίζον. Το εδώ ήταν τόσο – τόσο λευκό. Το μόνο χρώμα που ήξεραν εδώ πέρα ήταν το τοπικό χρώμα, που το χρησιμοποιούσαν για λόγος καμουφλάζ και βολής. Αν εδώ ήταν Σολτ Λέικ Σίτι, ήξερα πως οι μισοί κάτοικοι  ευχαρίστως θα γίνονταν μορμόνοι. Αντ’ αυτού όμως, πνιγμένοι μέσα στο περί δικαίου αίσθημα και στην αυταρέσκεια και στην απόλυτη ομοιομορφία, ήταν όλοι τους μέλη της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών. [σ. 202]

Μια από τις βαθύτερες εκπλήξεις που μπορεί να νιώσει κανείς είναι η εμφάνιση του ρατσισμού ακριβώς στο περιβάλλον που όχι απλώς δείχνει να τον έχει ξεπεράσει αλλά και να διατείνεται το αυτονόητο της ελευθερίας και του δικαίου. Αλλά μέχρι να φτάσει στην πρώτη στη σειρά πολλών έκπληξή της η ηρωίδα, έχει διανύσει ήδη διπλό δρόμο. Πρώτα παρατηρώντας τον μοντέρνο αμερικανικό κόσμο έξω από το «παράθυρό» της – αρχικά με τρυφερές παρατηρήσεις, στην πορεία με έκπληκτες διαπιστώσεις και στο τέλος με τραγικές συνειδητοποιήσεις – και ύστερα βγαίνοντας στον κόσμο, μέσω της αναγκαστικής αναζήτησης εργασίας, και σύντομα ως αναπόδραστα εμπλεκόμενη με μια δίχρονη αφροαμερικανή.

LON119932Όλα αυτά τα στάδια της πορείας της μας τα διηγείται αυτό(πρωτο)προσώπως η εικοσάχρονη φοιτήτρια Τάσι, καθώς αναλαμβάνει μπέιμπι σίτερ της μικρής μιγάδας που υιοθετεί ένα ζεύγος λευκών μεσοαστών. Αλλά εδώ είναι η πρώτη ενδιαφέρουσα επιλογή της συγγραφέως: μέχρι το πρώτο τρίτο του βιβλίου η ηρωίδα πλέκει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο την ιστορία της οικογένειάς της (και το νέο αγροτικό – βιολογικό – οικολογικό της τοπίο), των σπουδών της (σε ένα κολέγιο που προσφέρει μαθήματα μιας τεράστιας και γελοίας επιδερμικότητας και εξειδίκευσης μαζί), των μοναχικών περιπλανήσεών της, της επιθυμίας της να ζήσει την αναμενόμενη ζωή στην πόλη, με όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές ηδονές, του αμήχανου έρωτά της με τον Βραζιλιάνο συμφοιτητή της και πίσω πάλι στο περιβάλλον όπου μεγάλωσε, όπου…

Στην αρχή υπήρχε η προσδοκία πως θα έρχονταν άνθρωποι από όλη τη χώρα και θα κατασκήνωναν στην ύπαιθρο και θα έμεναν εδώ ελπίζοντας να δουν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους που μπορεί να εμφανίζονταν στους σταθμούς αναψυχής των αυτοκινητοδρόμων ή στα χωράφια έξω από την πόλη. Η εμπορική έκρηξη και η δημοσιότητα δεν κράτησε ούτε ένα χρ0d2de4f3c3720bfae4cdaf9fd844571cόνο και μετά χάθηκε, σαν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους. Έλεγαν πως το δημοτικό συμβούλιο μάζεψε τα πάντα, τα φόρτωσε σ’ έναν πύραυλο και τα ξανάστειλε πίσω στον πλανήτη τους, αφήνοντας μόνο κάποια αδέσποτα υπολείμματα. / Είχα την αίσθηση πως αυτά τα αδέσποτα υπολείμματα ήταν οι φίλοι μου, που τώρα τους ένοιωθα σαν αρειανούς. [σ. 95]

Σε ευρύτερη πλαίσιο, στο ίδιο «πρώτο» μέρος εκτίθεται η σχεδόν υπερρεαλιστική κατάσταση του συστήματος των υιοθεσιών, μιας κοινή συναινέσει μυστικοπαθούς διαδικασίας όπου εμπλέκονται προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, μεσολαβητικά πρακτορεία, υπηρεσίες «προστασίας» φυσικών μητέρων και κέντρα αυθαίρετων αποφάσεων. Σε μια παράπλευρη περίπτωση εκ παραδρομής αναφέρεται παιδί από βιασμό. Παραδόξως, ακριβώς μέσα στο εργοστάσιο των υιοθεσιών, φυλές και τάξεις ξεχνούν τις διακρίσεις τους και αναμειγνύονται με όλους τους τρόπους. Το γεωγραφικό – και εν τέλει γεωπολιτικό – παρατηρητήριο και πεδίο του μύθου είναι εκείνο των Μεσοδυτικών Πολιτειών, άγνωστο στους περισσότερους και παρανοημένο, ανά τομείς παραδοσιακό και μοντέρνο μαζί, τυπικό δείγμα μιας ευρείας πλην σιωπηλής πλειοψηφίας.

Μια ολόκληρη σημειολογία διακρίσεων

il_570xN.249695989Οι φυλετικές προκαταλήψεις βαθιά ριζωμένες στο σώμα και την καρδιά του «Ελεύθερου Κόσμου» αναβλύζουν πλέον ελεύθερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το ίδιο ιστορικό Σημείο Μηδέν εξαπολύει τα θραύσματά του στους υποκριτικούς πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ που απορρόφησαν ένα άλλο κομμάτι του νεανικού πληθυσμού αλλά και στην εκ νέου δημιουργία φανατικών από τις δυο πλευρές, που επιλέγουν την τρομοκρατία για να αφανίσουν ζωές – των άλλων και της δικής τους. Οι δυο αρσενικές παρουσίες στη ζωή της, ο αδελφός της και ο σύντροφος της, θα αλωθούν ακριβώς από τις παράπλευρες χοάνες του πολιτικού και του θρησκευτικού φανατισμού. Η Τάσι θα βιώσει με τον χειρότερο τρόπο τις επιλογές του πρώτου για συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα και του δεύτερου για τρομοκρατούμενη αυτοθυσία.

Αν οι ενήλικες είναι έκθετοι στο επίκεντρο των φυλετικών προκαταλήψεων και της ξενοφοβικής συμπεριφοράς, τότε τι τύχη έχει η μικρή Μαίρη – Έμμα; Να αποτελέσει το θύμα όχι μόνο κάθε απροκάλυπτης τέτοιας στάσης αλλά και της πλέον διαδεδομένης μορφής του νέου ρατσισμού: εκείνου που δρα υπόγεια και έχει εμποτιστεί στις συνειδήσεις· εκείνου που λανθάνει ακόμα και στους πιο «καλλιεργημένους» πολίτες ή ζει και στην πιο απλή καθημερινότητα. Πόσο μάλλον στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο αμερικάνικο κόσμο, όπου ο πληθυσμός τελικά για να εκτονώσει τις πλείστες νευρώσεις του αναζητά νέους εχθρούς και κάποτε τους βρίσκει και στους παλαιούς. lorrie_moore_wideweb__470x324,0Είναι χαρακτηριστική η «μαθητεία» της Τάσι στις πραγματικές απόψεις του εργασιακού της περιβάλλοντος: καθώς απασχολεί τα παιδιά των φίλων και επισκεπτών του ζεύγους, καταγράφει τις συζητήσεις των γονέων τους δυο πατώματα πιο κάτω και αυτός είναι ένας ενδεικτικός παλμογράφος της «κοινής γνώμης». Είναι εξίσου χαρακτηριστική η πρόταση μιας άλλης μητέρας να παίζει το παιδί της με την Μαίρη – Έμμα, ώστε να αποκτήσει «ποικιλία» στις παρέες της.

Αν λοιπόν η νεαρή κοπέλα σε πρώτη φάση δεσμεύεται σταδιακά στον νέο της ρόλο (όπου κι εκεί, σε προσωπικό – ψυχολογικό επίπεδο, διαρκώς λογοδοτεί απέναντι στην μητέρα, που δείχνει κι αυτή περισσότερο από ποτέ πνιγμένη στον νέο της ρόλο), στη συνέχεια αντιλαμβάνεται πως οφείλει διαρκώς να προστατεύει την μικρή από τον συνήθως αόρατο και σιωπηλό εχθρικό περίγυρο. Τελικά η άβγαλτη Τάσι μοιάζει να είναι η ωριμότερη όλων ή πιθανώς να ήταdeja-vu-jessica-grundyν εξαρχής ώριμη. Αν οι οικογένειες είναι τόσο επίπλαστες, οι ψευτοπατριωτικές αποστολές τόσο μάταιες, οι κοινωνίες μισούν τόσο πολύ οποιονδήποτε διαφορετικό και ο καθένας κρύβει το δικό του βρώμικο ένοχο μυστικό και, τότε η ενηλικίωσή της έχει ήδη συμβεί, μακριά της.

Η συγγραφέας [Νέα Υόρκη, 1957] διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin κι έχει δημοσιεύσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων και άλλα δυο μυθιστορήματα. Η γλώσσα της είναι ευφάνταστη και λογοπαιγνιώδης· αλατίζει τον ρεαλιστικό και κάποτε ποιητικό της λόγο με πανέξυπνους παραλληλισμούς και απρόσμενες λεκτικές ακροβασίες και συνολικά συντάσσει μια προσωπική και μια ευρύτερη έκθεση της αθώας και ταυτόχρονα ενήλικης ματιάς στη σύγχρονη αμερικανική ζωή.

moore_lorrie-19981022015RΟι ιστορίες ήττας του ανθρώπινου πνεύματος πάντα εξέφραζαν και υπογράμμιζαν μια πλησμονή κοινωνικού προβληματισμού. Η εξασθένηση της ψυχής, οι ιστορίες πτώσεων και ανεπιτυχών επανακάμψεων – τρένα που χάθηκαν, γράμματα που δεν παρελήφθησαν, η έξαρση της αλαζονείας, η καταστροφή παιδιών κάποιου και η κατάληξή τους στην κατσαρόλα – όλα αυτά είναι ένα είδος ψυχαγωγίας του δέους και του τραύματος, χωρίς χρησιμότητα, που παρουσιάζεται εκ του ασφαλούς σε τραπέζια όπου δεν λείπει η αγάπη και το χρήμα. Όποτε όμως η ζωή είναι πιο στερημένη, όποτε τα τραπέζια είναι μόνο μισογεμάτα, ο κωμικός θρίαμβος των φτωχών αποτελεί ένα χρήσιμο ημι-ψεύδος. Εκεί χρειάζονται τα καλαμπούρια. Και τότε το μωρό έπεσε από τις σκάλες. Μπορεί να είναι και αστείο! Ειδικά σ’ έναν τόπο και χρόνο όπου συμβαίνουν και χειρότερα. Όχι πως τα βάσανα είναι διαγωνισμός, αλλά σίγουρα είναι κάτι παραπλήσιο. Η κατανόηση και η ορθή προοπτική απαιτεί μια πιο μπακάλικη, πιο χασάπικη αντιμετώπιση. Και για να ανακουφιστούν τα βάσανα του ακροατή, τα πράγματα πρέπει να είναι αστεία. Έστω κι αν δεν ήταν αστεία εξ αρχής. Κάπως έτσι μας απογοητεύουν καμιά φορά οι ιστορίες: Δεν είναι και τόσο αστείες. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν είναι αστείες ούτε κατά διάνοια. [σ. 323]

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 414, με τετρασέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [A gate at the stairs, 2009].