Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.

Άλις Μονρό – Πάρα πολλή ευτυχία

…ποτέ χωρίς πόνο

Όταν είσαι παιδί, κάθε χρόνο γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Αυτό σε γενικές γραμμές συμβαίνει το φθινόπωρο, όταν γυρίζεις στο σχολείο, παίρνεις τη θέση σου στη μεγαλύτερη τάξη, αφήνεις πίσω την παραζάλη και τον λήθαργο των καλοκαιρινών διακοπών. Τότε φαίνεται πιο έντονα η αλλαγή. Αργότερα ξεχνάς τον μήνα ή το έτος, όμως οι αλλαγές συνεχίζονται έτσι κι αλλιώς. Για πολύ καιρό το παρελθόν σου γλιστράει και φεύγει από τη μνήμη σου εύκολα, αυτόματα θα ’λεγες, όπως πρέπει. Δεν είναι τόσο πως σβήνουν οι σκηνές του όσο ότι παύουν να συνδέονται η μία με την άλλη. Κι έπειτα γυρνάς πάλι στην αρχή, έχεις τελειώσει μια για πάντα με την ανάπτυξη και με το να γυρεύεις την προσοχή, και μάλιστα να γυρεύεις να κάνεις εσύ κάτι για να την κινήσεις, μολονότι είναι ολοφάνερο πως τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο δεν μπορείς να κάνεις. (σ. 245-246)

Δυο παιδικές φίλες βιώνουν τα παραπάνω σ’ ένα αξιομνημόνευτο διήγημα της συλλογής της δεινής και καταξιωμένης τεχνίτριας του είδους. Η θυελλώδης επικοινωνία τους χαρακώνεται από μια ενοχλητική παρουσία που εισχωρεί σταδιακά στην ανέφελη ζωή τους: η «ειδική» Βέρνα τις ακολουθεί παντού «με αλλήθωρη έκφραση μιας ανώτερης απορίας», προκαλώντας ανεξήγητα αισθήματα μίσους και απειλής. Η μελαγχολική αίσθηση του επερχόμενου τέλους της κατασκήνωσης ξεσκεπάζει την θεατρική υπόσταση των διακοπών και ξεσπά στην ανυπεράσπιστη ύπαρξη με τραγικές συνέπειες. Αργότερα ως ενήλικες αναζητούν συμφιλίωση με το βαθύ τραύμα, η πρώτη στη μελέτη των «επικίνδυνων ή πολύτιμων» ικανοτήτων πολιτισμών που δεν τολμά να χαρακτηρίσει «πρωτόγονους», η δεύτερη στην θρησκεία· αμφότερες όμως έχουν συγκλίνει προς το αρχικό παράθεμα («Για παιχνίδι»).

Στο εξίσου εξαιρετικό «Πρόσωπο», ένα αγόρι με εκ γενετής σημαδεμένο μάγουλο μεγαλώνει μεταξύ μητρικής προστασίας και πατρικής απόρριψης, αποτελώντας ένα τερατώδες ρήγμα ανάμεσα στους γονείς του. Παρά την τραγική καθημερινότητα (όπου η μητέρα τρώει το μισό της γεύμα μαζί του και το άλλο μισό με τον σύζυγό της) το παιδί φιλοσοφεί τον αποκλεισμό του, μεταστρέφοντάς τον συχνά σε κάτι θετικό («αυτό το κλίμα της αμφιθυμίας, της βιαιότητας και της αποστροφής μπορεί να είχε κάνει κάθε άλλο μέρος να μοιάζει λογικό, ακόμα και φιλόξενο…») και κατακτά μια ενδιαφέρουσα, ψυχολογικά ισορροπημένη ενήλικη ζωή. Όμως το παρελθόν κρύβει δεύτερο τραύμα: τον άδικο χωρισμό από μια παιδική φίλη που έβαψε με μπογιά το πρόσωπό της για να μοιραστεί την ιδιαιτερότητά του (πράξη που εκείνος εξέλαβε ως μοχθηρό αστείο). Χρόνια αργότερα εκείνη επιστρέφει, ακροάτριά του στις εκφωνήσεις ραδιοφωνικών θεατρικών έργων και αναγνώστρια στη νοσοκομειακή του κλίνη, έχοντας αυτοτιμωρηθεί με χαράκωμα του προσώπου της. Τα μάγουλά τους εφάπτονται τρυφερά όμως «ακόμα και τα όνειρά δεν κάνουν τις εξυπηρετήσεις που επιθυμούμε».

Η αθώα και σαρκαστική παιδική ματιά εκφράζεται και από το μικρό κορίτσι που βοηθά περιστασιακά έναν άρρωστο άντρα – αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ τριών αινιγματικών γυναικών: μητέρα, σύζυγο και μασέζ που «διασκεδάζει με περίεργο τρόπο» («Κάποιες γυναίκες»). Σ’ ένα παιχνίδι αναμέτρησης με έπαθλο τον ίδιο και με την «σαρκικότητα στο κατώφλι του θανάτου», ο περιθωριακός της ρόλος αλλάζει όταν ο εκείνος ζητά τη βοήθειά της για να καταφύγει σε στιγμές απομόνωσης. Παρά τις συνήθως συγκροτημένες προσωπικότητές τους, οι χαρακτήρες αδυνατούν να επιβληθούν στην απώτερη τροπή των πραγμάτων. Ακόμα και μέσα στην ασφαλή απλότητα της ζωής τους ή την ήρεμη συνειδητοποίηση της ηλικίας τους, μια ιδιότυπη νέμεση καραδοκεί στην γωνία, όπως συμβαίνει στον Ρόι, που παρά την ολόψυχη σχέση του με το δάσος, εκτίθεται σε προσωπική αναμέτρηση μαζί του, καθώς του διέφυγε «πόσο κλεισμένο στον εαυτό του, πυκνό και μυστικό είναι…»(«Ξύλο»).

Στο ίδιο λιτό ύφος κινούνται και τα υπόλοιπα εκτενή διηγήματα, με ομόκεντρους κύκλους γύρω από το βασικό θέμα και διαρκείς χρονικές παλινδρομήσεις. Τα πρόσωπα περνούν σταδιακά ή απότομα στη θλίψη, το πένθος ή την απόγνωση, άρα πού βρίσκεται «η πάρα πολλή ευτυχία»; Στο φερώνυμο διήγημα η Σοφία Κοβαλέφσκι (υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών, η πρώτη καθηγήτρια πανεπιστημίου), «απόλυτη καινοτομία και απολαυστικό έκτρωμα», τολμά μια ζωή συνύπαρξης προσωπικών ελευθεριών, ερωτικών επιλογών και επιστημονικής καταξίωσης, οδεύοντας προς την αναπότρεπτη σωματική κατάρρευση. Πιθανώς η ίδια η ευτυχία περικλείει πολύ πόνο εντός της.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Σοφία Σκουλικάρη, σελ. 393 (Alice Munro, Too much happiness, 2009).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 7.5.2010 (και εδώ), με μόνη διαφορά την παράθεση εδώ ολόκληρου του αρχικού αποσπάσματος.