Λογοτεχνείο, αρ. 76

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, σ. 165 (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Ένα πλήθος Αμερικανοί αρρωστημένοι ξαφνικά σε ξένες χώρες πρέπει να νοιώθουν την ίδια κάψα για την παιδική τους ηλικία, όπως ο Γουλφ θυμάται εξαιρετικά βασανισμένος σε κάποιο δωμάτιο της Οξφόρδης το μοναχικό ήχο του μπουκαλιού του γαλατά το ξημέρωμα στη Βόρεια Καρολίνα, η ο Χέμινγουεϋ βλέπει ξαφνικά τα φθινοπωρινά φύλλα του Ανν Άρμπορ σ’ ένα μπουρδέλο στο Βερολίνο. Ο Σκοτ Φιτζ με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του στην Ισπανία σαν σκέφτεται τα παλιά παπούτσια του πατέρα του στην πόρτα του αγροτικού σπιτιού. Ο Τζώννυ Σμιθ ο Τουρίστας ξυπνάει μεθυσμένος σ’ ένα δωμάτιο με ρωγμές στην Κωνσταντινούπολη κλαίγοντας για παγωτό με σόδα την Κυριακή το Απόγευμα στο Ρίτσμοντ Χιλλ Σέντερ.

Στην Δήμητρα Κολλιάκου

Λογοτεχνείο, αρ. 70

 Τζων Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Νέο Χαμσαϊρ, εκδ. Μέδουσα, 1989, μτφ. Τάσος Δαρβέρης, σ. 91 (John Irving, The Hotel New Hampshire, 1981).

Μολονότι το Σχολείο του Γαλατάδικου μετά βίας συντηρούσε τους επιστάτες τους, ο πατέρας πίστευε ότι μπορούσε να στηρίξει ένα ολόκληρο ξενοδοχείο μέσα στην πόλη – και το γεγονός ότι η πόλη αυτή ήταν τόσο ψωραλέα, ώστε κανείς δεν είχε, μέχρι τότε, σκεφτεί να στήσει ένα κατάλυμα, δεν τον απασχολούσε διόλου. Οι θερινοί επισκέπτες του Νέου Χάμσαϊρ έμεναν στις παραλίες που απείχαν μόλις μισή ώρα. Τα βουνά (…) απείχαν μια ώρα. Η πόλη όμως του Γαλατάδικου ήταν χτισμένη σε κάμπο. Βρισκόταν μεν στα μεσόγεια, αλλά όχι σε ύψωμα. Ήταν αρκετά κοντά στην θάλασσα, ώστε να είναι υγρή, και αρκετά μακριά, ώστε να μην απολαμβάνει κανένα πλεονέκτημα δροσιάς και φρεσκάδας. Ο ζωογόνος αέρας του ωκεανού και του βουνού δεν μπορούσε να σκορπίσει την καταχνιά που ανέβαινε από τον ποταμό Σκοάμσκοτ – και το Γαλατάδικο ήταν πόλη αυτής της κοιλάδας, με διαπεραστικό από την υγρασία και το κρύο χειμώνα και με νοτερό ζεστό καλοκαίρι. Δεν ήταν ένα γραφικό χωριό της Νέας Αγγλίας, αλλά μια κωμόπολη (…) μ’ ένα νερόμυλο που έχασκε τώρα παρατημένος κι άσκημος…
«Πάντως αν υπήρχε ξενοδοχείο», είπε ο πατέρας, «θα υπήρχαν άνθρωποι για να μείνουν».

Στον Φαίδωνα Ταμβακάκη