Λογοτεχνείο, αρ. 23

Τζούνα Μπαρνς, Το δάσος της νύχτας, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 1992, μτφ. Παναγιώτης Ι. Χατζηδάκης, σ. 113 (Djuna Barnes, Nightwood, 1936).

Η γυναίκα που παρουσιάζεται στο θεατή σαν μια «εικόνα» τακτοποιημένη μια για πάντα είναι ο υπέρτατος κίνδυνος για το στοχαστικό νου. Κάποτε συναντά κανείς μια γυναίκα που είναι θηρίο μεταμορφωνόμενο σε άνθρωπο. Κάθε κίνηση μιας τέτοιας ύπαρξης θα αναχθεί στην εικόνα μιας λησμονημένης εμπειρίας∙ στην οφθαλμαπάτη ενός αιώνιου γάμου, τη χαραγμένη στη φυλετική μνήμη∙ μια χαρά τόσο αβάσταχτη όσο θα ήταν και τ’ όραμα της αντιλόπης που κατεβαίνει μια αλέα, στεφανωμένη με άνθη πορτοκαλιάς και πέπλο νυφικό και με τη μια οπλή υψωμένη σε λιτή χειρονομία φόβου, βαδίζοντας μέσα στην αναρρίγηση της σάρκας που ετοιμάζεται να γίνει μύθος∙ όπως ο μονόκερως δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε στερημένο ζώο, αλλά ανθρώπινη πείνα που πιέζει το στήθος πάνω στη λεία της.
Μια τέτοια γυναίκα είναι ο μολυσμένος φορέας του παρελθόντος. Μπροστά της το κρανίο μας και τα σαγόνια μας πονούν – νοιώθουμε πως θα μπορούσαμε να τη φάμε, αυτή που είναι θάνατος φαγωμένος που επιστρέφει…

Στην Τζένη Μαστοράκη

Λογοτεχνείο, αρ. 8

Τόμας Πίντσον, Η συλλογή των 49 στο σφυρί, εκδ. Ύψιλον, μτφ. Δήμητρης – Χαρά Δημηρούλη, σ. 106-107 (Thomas Pynchon, The Crying of Lot 49, 1966)

Σε κάποια αόριστη δυνατή μελωδία της νύχτας της πέρασε από το μυαλό ότι θα ήταν ασφαλής, ότι κάτι, ίσως μόνο το μεθύσι της που προοδευτικά έφευγε, θα την προστάτευε. Η πόλη ήταν δική της, έτσι περιποιημένη και πουδραρισμένη με τις συνηθισμένες λέξεις και εικόνες (κοσμοπολιτισμός, κουλτούρα, τρόλεϋ) όπως δεν ήταν ποτέ πριν: απόψε μπορούσε ελεύθερα να διεισδύσει στις μακρινές διακλαδώσεις του αίματός της, που είτε ήταν τριχοειδή αγγεία τόσο μικρά που σου επέτρεπαν μόνο να κρυφοκοιτάς, είτε αγγεία πολτοποιημένα σε αδιάντροπες φτωχογειτονιές, πάνω στο δέρμα της, στη θέα όλων, εκτός από τους τουρίστες. Κανέναν από τα πράγματα της νύχτας δεν μπορούσε να την αγγίξει: τίποτα δεν την άγγιζε (…)

Ήταν προορισμένη να θυμάται. Είδε αυτή την πιθανότητα όπως θα έβλεπε από ένα ψηλό μπαλκόνι έναν μικρό δρόμο, σαν μια ιλιγγιώδη κούρσα μ’ ένα τραινάκι του λούνα παρκ, ώρα ταΐσματος ανάμεσα στα θηρία του ζωολογικού κήπου – κάθε επιθυμία θανάτου μπορεί να ολοκληρωθεί με κάποια ελάχιστη χειρονομία. Άγγιξε την άκρη του ηδυπαθούς πεδίου του, ξέροντας ότι θα ήταν πιο όμορφα κι απ’ όνειρο να ενδώσει απλώς σ’ αυτό· ότι ούτε η έλξη της βαρύτητας, ούτε οι νόμοι της βαλλιστικής, ούτε η κτηνώδης πείνα, υποσχόταν περισσότερη ηδονή. Το δοκίμασε τρέμοντας: είμαι προορισμένη να θυμάμαι. Κάθε ίχνος που φανερώνεται, υποτίθεται ότι έχει τη δική του διαύγεια, τις δικές του καλές πιθανότητες για διάρκεια. Αλλά τότε αναρωτήθηκε μήπως τα σαν πετράδια ίχνη ήταν μόνο κάποιο είδος αποζημίωσης. Για ν’ αναπληρώσουν την απώλεια του άμεσου επιληπτικού Λόγου, της κραυγής που ίσως καταργήσει τη νύχτα.

Στην Σώτη Τριανταφύλλου