Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 78. Τεύκρος Μιχαηλίδης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Tο πρώτο μου μη σχολικό βιβλίο είχε τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα –  Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα» και περιλάμβανε 33 δοκίμια, γραμμένα από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2004, τα οποία συνέδεαν την τρέχουσα επικαιρότητα με τα μαθηματικά. Για παράδειγμα η κατάκτηση του Euro 2004 συνδέθηκε με τα ημικανονικά πολύεδρα του Αρχιμήδη, η παράδοση του «δακτυλιδιού» στον ΓΑΠ με την οικογένεια Bernoulli που αριθμούσε επτά πρωτοκλασάτους μαθηματικούς, η σύλληψη στελεχών της 17 Νοέμβρη με την ασυμμετρία κλπ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2004.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» είναι μια αστυνομική ιστορία που εκτυλίσσεται στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Παρίσι της Belle Epoque και στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού. Κινητήρια δύναμη, συνδετικός κρίκος των αστυνομικών και ιστορικών τεκταινόμενων είναι το θεώρημα της μη πληρότητας του Γκέντελ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 και μεταφράστηκε στα Ιταλικά, Ισπανικά. Αγγλικά, Γαλλικά, Κορεάτικά και Κινέζικα.

Ακολούθησε, το 2009 το «Αχμές, γιος του φεγγαριού» μια απολύτως φανταστική βιογραφία του Αχμές, ενός Αιγύπτιου γραφέα που συνέταξε γύρω στα 1650 π. Χ. το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό εγχειρίδιο, ένα πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα, που ανακαλύφθηκε σ’ ένα τάφο γύρω στα 1850 μ.Χ. Για το συγγραφέα δεν είναι, τίποτα γνωστό πέρα από το όνομά του. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος πρόσφατα (Νοέμβρης 2011) κυκλοφόρησε το «Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού»

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο κύριος λόγος που γράφω είναι ότι θέλω να ταξιδέψω. Στη μαυρίλα της Ελλάδας των τελευταίων δυο χρόνων, χρειαζόμουν μια τονωτική ένεση. Το μυαλό μου πήγε στις διακοπές, σε καλοκαιριάτικους έρωτες, σε αγαπημένα τραγούδια της νιότης. Κάπως έτσι χωρίς καλά καλά να το καταλάβω βρέθηκε γραμμένο το βιβλίο, το πρώτο ερωτικό – μαθηματικό μυθιστόρημα μια και τα μαθηματικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή. Τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μας επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των δυο τελευταίων χρόνων και μου μας γυρνούν πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα έφεραν τη σκέψη μου στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα κι αυτό έδεσε πολύ καλά με τη Σέριφο, τόπο διακοπών το 1970 αλλά  και τόπο επαναστατικών κινητοποιήσεων το 1916.

Η Σέριφος και η πρόσφατη ιστορία της αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, – διορθώστε με αν κάνω λάθος – ανεκμετάλλευτο λογοτεχνικό υλικό. Πώς σας δημιουργήθηκε η σχετική έμπνευση; Διαβάσατε, ταξιδέψατε;

Από τη στιγμή που επέλεξα τη Σέριφο – τόπο της πρώτης νεανικής μου εξόρμησης – ως κέντρο της δράσης, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με όλες τις πτυχές της ιστορίας της. Δεν έχω κι εγώ υπόψη μου άλλη αφηγηματική προσπάθεια με κέντρο τη Σέριφο, αυτό όμως μάλλον δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιλογή μου.

Η λογοτεχνία σας κυκλοφορεί στα ανεξάντλητα μαθηματικά και αστυνομικά πεδία. Σας γοήτευσαν αναπόδραστα οι δυο χώροι; Σκέφτεστε καθόλου να αποδράσετε;

Τα μαθηματικά είναι η ζωή μου, η μία και μοναδική επιλογή σπουδών και επαγγέλματος που έκανα από τα 15 μου και δεν την άλλαξα ποτέ. Οι ιστορίες είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση: Να τις ακούω, να τις διαβάζω, να τις αφηγούμαι, να τις γράφω. Κι αυτό είναι μια πολύ παλιά και όχι αναγκαστικά συνειδητή επιλογή μου. Δεν σκέφτομαι να αποδράσω. Αν αποδράσω, πρώτα θα το κάνω και μετά θα το συνειδητοποιήσω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν παντού. Στις ουρές, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθώ και ξανά το πρωί μόλις ξυπνήσω, στις διακοπές. Όταν μου έρχεται μια ιδέα, σπεύδω να κάνω την αναγκαία έρευνα και καθώς μαζεύω το υλικό στήνεται κι η ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Όταν  εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Γενικώς αγαπώ τη μουσική των sixties, ελληνική και ξένη, τη τζαζ και την ελαφρή κλασική μουσική

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αμέ! Σε αεροδρόμια, σε καράβια, σε ξενοδοχεία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Δε νομίζω ότι θα έγραφα πραγματική βιογραφία. Οι αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτές όπου οι φανταστικοί μου ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με πραγματικά πρόσωπα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Πέρα από τις πρώτες εφηβικές μου απόπειρες, ποτέ. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εκφραστώ μέσω της ποίησης.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jane Austin, Betty Smith, Alexandre Dumas, Mika Waltari

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από τα έργα των πιο πάνω, Το μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia, H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean-Michel Guenassia, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας του Jean – Claude Izzo.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Αμερικάνος του Παπαδιαμάντη, The Pit and the Pendulum  του Edgar Allan Poe.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί ή μάλλον πολλές: Αθηνά Κακούρη, Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, Τιτίνα Δανέλλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Μάρω Δούκα, Ευγενία Φακίνου

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ηρωίδα στην Ιδιαιτέρα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ο Byron στο Winds of War.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω περιστασιακά αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Με τους περισσότερους συγγραφείς που έχω μεταφράσει μας συνδέει μια ειλικρινής σχέση φιλίας. (Andrew Crumey, Eli Maor, Marcus du Sautoy, και με τον Denis Guedj όσο ήταν ακόμα εν ζωή)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Περισσότερο με δυσκόλεψε το Οι μεγάλες εξισώσεις του εικοστού αιώνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) όπου χρειάστηκε να μεταφράσω δοκίμια κορυφαίων φυσικομαθηματικών του εικοστού αιώνα από μια ευρύτατη γκάμα κλάδων της επιστήμης.
Μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφερε το Θεώρημα του Παπαγάλου, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου αλλά γιατί με ταξίδεψε πολλαπλά στο χώρο και το χρόνο.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα αστέρια της Βερενίκης του Ντενί Γκετζ είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε Έλληνας. Η απόδραση από το χρόνο του Gregory Benford είναι επίσης ένα συναρπαστικό βιβλίο. Η βιογραφία του Αϊνστάιν του Isaacson εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο επιστημονικό και στο προσωπικό επίπεδο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει ήταν ιδιαιτέρως αξιόλογα. Όλα μου έχουν δώσει από κάτι.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να κάνω κάποτε μια εκτενώς υπομνηματισμένη μετάφραση κάποιου από τα λογοτεχνικά έργα της λεγόμενης επιστημονικής επανάστασης. Για παράδειγμα το Somnium του Kepler ή κάποιο από τα έργα του Cyrano de Bergerac. Χρειάζεται όμως πολύς  χρόνος και αυτή τη στιγμή έχω άλλες προτεραιότητες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι λογικό. Το έργο ανήκει στο συγγραφέα. Η δουλειά του μεταφραστή είναι σημαντική αλλά δε μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω ότι το όνομά του έχει θέση στο εξώφυλλο του βιβλίου που έχει μεταφράσει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Όλοι έχουν τη θέση τους στην πυραμίδα παραγωγής ενός βιβλίου. Ιδανικό είναι να στοχεύουν όλοι στην παραγωγή του καλύτερου δυνατού βιβλίου, άσχετα με το από ποια και πόσα χέρια έχει περάσει. Η συνεργασία μου με τους επιμελητές υπήρξε κατά κανόνα άψογη, με μία μόνο εξαίρεση στην οποία ο επιμελητής με αντιμετώπισε ανταγωνιστικά και έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα να αναδείξει την ανεπάρκειά μου και όχι να παραχθεί ένα σωστό βιβλίο. Αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με  πολλά λάθη επιμέλειας και εγώ να σταματήσω κάθε συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Βλέπετε όμως πόσο αναδεικνύεται το κακό και σκεπάζει το καλό! Είχα πάνω από τριάντα άψογες συνεργασίες με επιμελητές και διορθωτές κι εγώ θυμάμαι ακόμα τη μία και μοναδική ατυχή συνεργασία κι ας συνέβη πριν δέκα χρόνια!

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ο μισθός μου ως εκπαιδευτικού, τα δικαιώματα από τα βιβλία μου και οι αμοιβές από τις μεταφράσεις μου εξασφαλίζουν δόξα τω Θεώ μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Τα τελευταία δύο χρόνια το 90% των εσόδων μου πάει σε άμεσους και έμμεσους φόρους, δηλαδή σε νεοκλασσικά και πισίνες νυν και τέως υπουργών. Θα δούμε…

Το εκπαιδευτικό σας λειτούργημα σάς απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;  

Θεωρώ ότι η βασική μου εργασία είναι αυτή του εκπαιδευτικού. Από αυτήν «κλέβω» ώρες για τη συγγραφή που είναι κατά βάση η ψυχαγωγία μου.

Ως εκπαιδευτικός – μαθηματικός έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε στους μαθητές σας για την λογοτεχνία;

Συχνά.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω ένα νέο μυθιστόρημα (τη συγγραφή του οποίου διέκοψα γιατί ένιωσα την ανάγκη να γράψω τα Τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού), Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη μετάφραση ενός σημαντικού βιβλίου (Naming Infinity). Παράλληλα σχεδιάζω δυο τρεις ακόμα ιστορίες που θα αρχίζω να τις δουλεύω αργότερα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει πολύ ο James Ivory. To Radio Days του Woody Allen είναι μια ταινία που δεν ξεχνώ. Από τις ελληνικές ταινίες βλέπω και ξαναβλέπω ευχαρίστως το Προξενιό της Άννας, το Πέπερμιντ, το Happy Day, τις Μέρες του 36 και το Θίασο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Δεν έχω όμως χρόνο για να συμμετέχω στο Facebook και το Tweeter ή να γράφω στα διάφορα blog. (Παρόλο που έχω λογαριασμούς σε όλα αυτά τα διαδικτυακά μέσα).

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεότητάς μου διαβάζοντας. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη νεότητα χωρίς αναγνωστική ιδιότητα. Κάντε μου όμως μια συγκεκριμένη προσφορά και θα το συζητήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι γνώμη έχετε για τους υπουργούς που ισχυρίζονται ότι ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν;
Πρόκειται για τακτικό ελιγμό. Όλοι τους έχουν διαβάσει μνημόνιο. Όμως ανάμεσα στο χαρακτηρισμό «προδότης» που θα αποδώσει η ιστορία σε όσους μας έβαλαν στο μνημόνιο και το χαρακτηρισμό «αφελής», «ανεύθυνος», «τεμπέλης» ή ακόμα και «βλαξ»  που επισύρει η δήλωση «το ψήφισα αλλά δεν το διάβασα» επιλέγουν ορθότατα να αποσείσουν από επάνω τους τον πρώτο. Φοβούμαι ότι θα τα καταφέρουν.

Πάμπλο Τουσέτ – Ο άρχοντας των χοιρινών

Ο διάβολος στο σφαγείο

Βέβαια, όποιος δεν ξέρει να βρει απολαύσεις στη ζωή, πιθανώς δεν μπορεί να τις βρει ούτε στο θάνατο. Υποθέτω πως ένας αυτόχειρας bon vivant θα ήταν παραδοξολογία – δε νομίζετε; Το θέμα είναι πως ούτε οι αυτόχειρες μπαίνουν στο χωριό μας. Συνεχίζουν στον αυτοκινητόδρομο, κάνουν το γύρο του Ορλά και πηδάνε. Μερικές φορές με το αμάξι· εκεί κάτω έχει γίνει νεκροταφείο αυτοκινήτων πια.

Υπάρχει περισσότερο αποτρόπαιο σκηνικό από ένα σφαγείο ή εφιαλτικότερη διαδικασία από εκείνη του σφαγιασμού; Ανεξαρτήτως απάντησης ο Τουσέτ στην παρούσα αστυνομική «δοκιμή» δεν παρασύρεται από τον εντυπωσιασμό που παρέχει ένα τέτοιο περιβάλλον. Τόσο ο τόπος όσο και τα διαδοχικά στάδια της σφαγής αποτελούν μεν τα δεδομένα ενός φόνου μιας 65χρονης γυναίκας σ’ ένα απομακρυσμένο ορεινό ισπανικό χωριό, μένουν όμως στο περιθώριο της αφήγησης. Δεν τον ενδιαφέρει η διαλεύκανση του εγκλήματος αλλά οι δαιδαλώδεις, περιπεπλεγμένες παρακαμπτήριοι προς την διάπραξή του.

Η διάβασή τους διίσταται σε δυο μέρη («Στον Κόσμο», «Στον Παράδεισο») που παρακολουθούν αντίστοιχα τις πορείες δυο διαφορετικών αστυνομικών. Ο Πουγιόλ, τυπικός εκπρόσωπος του παραδοσιακής «σχολής», κρατάει σημειώσεις για τα πάντα, σε μια προσπάθεια να ενταχθεί στην «λογική των νέων καιρών» ακόμα και μέσω της σύγχρονης μουσικής. Προσεγγίζοντας θεωρητικά το έγκλημα, μελετά συγγράμματα περί ψυχοπάθειας και αγωνίζεται να επιλύσει τον γρίφο της επιγραφής που βρέθηκε στο θύμα και των παρεμφερών στίχων που δημοσιεύτηκαν σε επαρχιακό λογοτεχνικό περιοδικό. Ο Τόμας περιπλανιέται στη Νέα Υόρκη πολιορκώντας και αποπλανώντας μια νεαρή γυναίκα. Ο συγγραφέας προφανώς επιθυμεί να διασκεδάσει την διάθλαση του μύθου, παραχωρώντας μεγάλη έκταση στην αμερικανική εμπειρία του «Τ.» και στις συχνά εξουθενωτικές λεπτομέρειές της, προτού καταλήξει στο σημείο σύγκλισης των δυο ερευνών: την εξιχνίαση του ελάχιστου ποσοστού των ανεξιχνίαστων υποθέσεων και την διείσδυση στον κόσμο της ψυχοπάθειας. Μόνο που ο «Τ.» φαίνεται αποτελεί ο ίδιος κομμάτι του, όσο κι αν διατείνεται πως αποτελεί την μεταμοντέρνα εκδοχή ενός ιεροεξεταστή» και πως «υπάρχουν μόνο δυο κατηγορίες ιεροεξεταστών: ή είμαστε ψυχοπαθείς ή ακριβώς το αντίθετο – κάποιος που πιστεύει σε κάποιο είδος δικαιοσύνης ή γενικού καλού στο οποίο πρέπει να συμβάλλει.

Στο πιο ενδιαφέρον τμήμα του μυθιστορήματος (τιτλοφορούμενο πλέον «Στην Κόλαση») ο «Τ.» μεταβαίνει στο χωριό του εγκλήματος δήθεν ως νέος κάτοικος με σκοπό να εργαστεί αργότερα στο σφαγείο. Το Σαν Χουάν δε Ορλά απολαμβάνει την «αίγλη» ενός καθαρτηρίου έκτισης ποινής, αλλά και του ενδιαιτήματος του Μοπασάν λίγο προτού τρελαθεί. Οι περίεργοι έως αποτρόπαιοι κάτοικοι αυτού του εσωστρεφούς και αποκλεισμένου κόσμου, που μοιάζει με «μια λασπότρυπα τρύπα του συστήματος» και «όπου οι ειδήσεις μοιάζουν με σίριαλ επιστημονικής φαντασίας», όπως καγχάζει ένας εξ αυτών, κινούνται μεταξύ του μοναδικού μπαρ, όπου η ίδια κασέτα γυρίζει ατέρμονα στο κασετόφωνο, της εκκλησίας όπου η λειτουργία γίνεται από μια τηλεόραση μπροστά στο ιερό και του τοπικού «συνεταιρισμού».

Έτσι ζούμε σ’ «ένα νησί της λησμονιάς…μια τρύπα του συστήματος…ή μάλλον μια λασπότρυπα. Να βλέπεις εδώ τις ειδήσεις είναι το ίδιο σαν να βλέπεις σίριαλ επιστημονικής φαντασίας, και θα το αντιληφθείτε κι εσείς αν αντέξετε.

Ο συγγραφέας δοκιμάζει ιδιότυπες παρομοιώσεις για την περιγραφή της πόλης και των ενοίκων της (ένας εξοργισμένος Διογένης, ο Γολιάθ της κυκλοφορίας, οι Παρθένες και ο Μινώταυρος, οι υπάλληλοι στους δρόμους σαν σκουλήκια στο πτώμα της), μιας πόλης που μπορεί και να είναι νεκρή· μόνο η ανάμνηση αυτού που άλλοτε ήταν, και αν βράζει από την ακατάπαυστη κίνηση, σαν ένα ψόφιο σκυλί με εκατομμύρια σκουλήκια πάνω στο πτώμα του που παλεύουν να επιβιώσουν.

Τελικά το εφιαλτικό σφαγείο της UNI-PORK με τον θάλαμο της απεντέρωσης και τις αίθουσες τεμαχισμού και ψύξης, τον υδάτινο και ξερό μαστιγωτή, το μηχάνημα ηλεκτρονάρκωσης των χοίρων και το σαν κόλαση ζουμί μοιάζει το ιδανικό συμπλήρωμα στη ζέχνουσα εργατική και ανθρωπολογική παθολογία της πόλης. Η «γραμμή της θυσίας» στην αλυσίδα της περίκλειστης βιομηχανίας του σφαγείου, η νάρκωση του θύματος σε μια μακρόχρονη και περίπλοκη διαδικασία ως το θάνατο, η ταύτιση του χοίρου με την ηδονή, την αμαρτία και την ρυπαρότητα αλλά και η χρήση του ως μεταφορέα παράνομων εμπορευμάτων ραμμένων στην κοιλιά του, οι εξάρσεις απρόκλητης και αψυχολόγητης βίας και η επακόλουθη διέγερση και  αμνησία είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που ορίζουν τον πολύπλευρο κύκλο του αινίγματος – εγκλήματος. Που πιθανώς «ζήλεψε» την φήμη του άξενου αυτού τοπίου ως ιδανικού τόπου αυτοχειρίας, καθώς ο κόσμος δε βολεύεται να βάλει ένα λάστιχο στην εξάτμιση και να ρουφήξει μονοξείδιο του άνθρακα, θέλει κάτι πιο θεαματικό, κάτι σαν ένα τελευταίο λεπτό δόξας.

Τελικά κάθε μέρα βλέπουμε και κάνουμε ένα σωρό πράγματα για τελευταία φορά στη ζωή μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε, δίχως καιρό για αποχαιρετισμούς.

Εκδ. Opera, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 2008, 475 σελ. [Pablo Tusset, En el nombre del cerdo, 2006]

Δημοσίευση και στο mic.gr [υπό τίτλο: The Lord of the Pigs ή όταν το νουάρ γίνεται ροζ, κι όχι με την ερωτική έννοια…]. Στις φωτογραφίες, εγκαταλειμμένα σφαγεία.