Σταντάλ – Φεντέρ ή Ο πλούσιος σύζυγος

STANDAL_EX ΤΕΛΙΚΟ_ekdoseisPolis

Κομψή υμνολογία του εαυτού

Ίσως κάποιος βρει ότι επεκτεινόμαστε κάπως υπερβολικά στις γελοιότητες της σημερινής εποχής, οι οποίες πολύ πιθανόν να μην θεωρούνται τέτοιες ύστερα από λίγα χρόνια… …[σ. 107]

…όχι! Οι γελοιότητες της τότε «σημερινής» και σήμερα παρελθοντικής – μακρυνότατης εποχής, όχι απλώς εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και να καθορίζουν την συμπεριφορά και τα πρότυπα αμέτρητων ανθρώπων. Η εξουσία, η κοινωνική επίδειξη, το χρήμα, το κύρος, η φήμη, η ερωτική κατάκτηση αποτελούν τις διαχρονικές κινητήριες δυνάμεις των ταπεινών ανθρώπων. Πως καταγράφονται – με την αυθαίρετη σημασία της απόλυτης, καθολικής γραφής όλα τούτα στην – ημιτελή! – νουβέλα του Σταντάλ; Ας τα λεξικογραφήσουμε χάρη στην περίτεχνη έκδοση του κειμένου που πλαισιώνεται από τρία δοκιμιώδη κείμενα που το ξεκλειδώνουν ακριβώς όσο χρειάζεται.

portraitΤο πορτρέτο του πορτρετίστα: o ήρωας της νουβέλας επιλέγει να αποδιωχτεί από το σπίτι του και να αποστερηθεί πλούτη και ανέσεις για να ζήσει μια ζωή σύμφωνα με τον ιδεαλισμό του. Η φιλοτέχνηση των πορτρέτων ματαιόδοξων στρατιωτικών και ευελπίδων γυναικών, τον οδηγεί στο επίκεντρο της τέχνης και του έρωτα και στο μέσο της πολυπόθητης αστικής ζωής. Η μετάλλαξη του πρώην παρορμητικού ρομαντικού σε κυνικό έμπορο και αγοραστή των αξιών που κάποτε υμνούσε είναι θέμα χρόνου.

Θέατρο: Ο Φεντέρ αντιλαμβάνεται πως οφείλει να πλάσει τον αποτελεσματικότερο δυνατό ρόλο, που δεν είναι άλλος από τον πενθούντα σύζυγο· ως τεθλιμμένος νέος μαγνητίζει την συμπόνια, την τρυφερότητα και την φιλοφρόνηση του περίγυρου και κυρίως των γυναικών. Το θέατρο της προσποίησης, το προσωπείο της μελαγχολίας και η περιφορά της θλίψης τον δικαιώνουν ως το τέλος. Ακόμα περισσότερο: τον καθιστούν μιμητή, στο μεταίχμιο των είναι και των φαίνεσθαι. Και καθώς υποκριτής χωρίς σκηνή δεν νοείται, τι ιδανικότερο σε θεατρική σκηνή από το ίδιο το Παρίσι και τον Κόσμο του;

9634_124_Hommage-a-StendhalΑστοποίηση: Ο ευφάνταστος και αντικομφορμιστής νέος διαχειρίζεται πλέον με σύνεση και υπολογισμό κάθε συναισθηματική και επαγγελματική του υπόθεση. Σύντομα δε εντάσσεται στην αστική τάξη και στην κοινωνία που δεν επιθυμεί πλέον να την ανατρέψει αλλά να γίνει εκλεκτό της μέλος. Η σάτιρα του αστισμού και του νεοπλουτισμού καθίστανται ανελέητες, μόνο που αντί σαρκαστικού γέλωτος κυριαρχεί το χαριτωμένο ή ειρωνικό μειδίαμα. Βλέπετε, οι κοινωνικές περιστάσεις και οι γυναικείες παρουσίες το ευνοούν.

Απομάγευση / Απομύθευση: Όταν ο κύκλος της ανέμελης νιότης εξατμιστεί, ο Φεντέρ βρίσκεται σ’ έναν κόσμο πλήρους απομάγευσης· διόλου τυχαία η φιλοτέχνηση της προσωπογραφίας του σπιτονοικοκύρη του ανταλλάσσεται με ενοίκια τεσσάρων μηνών. Αλλά ετούτη η απομάγευση δεν αφορά μόνο όλα όσα άλλοτε φάνταζαν φωτεινά, ούτε μόνο τις σπουδαίες έννοιες, αλλά και τον ίδιο τον μεταναπολεόντειο κόσμο. 61872259_61207a89baΈρωτας, τέχνη, φιλοδοξία, κοινωνική διάκριση, εξουσία, όλα τα κέντρα της ανθρώπινης πράξης απομυθοποιούνται πλήρως

Διπλότητα: …φυσικά ο νεαρός δανδής ούτε αφελής είναι ούτε ηλίθιος. Δεν δρα χωρίς να παρατηρεί, ούτε συμπεριφέρεται χωρίς να σκέπτεται· πολύ περισσότερο δεν κρίνει χωρίς να αυτοκρίνεται. Οι αποστάσεις που φροντίζει την ίδια στιγμή να δημιουργεί ανάμεσα στην πράξη και την σκέψη τον οδηγούν στην πολύτιμη θέση του ειρωνικού αφηγητή – και από εκεί τα πράγματα ελέγχονται περισσότερο.

Αναπαράσταση: Καθώς ο Φεντέρ ζωγραφίζει τα πρόσωπα των μοντέλων – «εντολοδόχων» του προβληματίζεται μέχρι συνειδησιακής κρίσης: τι περιθώρια έχουν η δημιουργική ευφυΐα και το καλλιτεχνικό ταλέντο μπροστά στην καθαρή αισθητική αναπαράσταση; Αν η φρεσκοεφευρεθείσα το 1838 δαγγεροτυπία ανταποκρίνεται στην απαίτηση της πιστής αποτύπωσης, τότε τι νόημα έχει η εικαστική ματιά;

Εdelecluze_zγώ, εγωτισμός: Ο εγωτισμός ως λατρεία του εγώ, η θέληση για ευτυχία, η λατρεία της ενεργητικότητας, η ειλικρίνεια απέναντι το εαυτό, η σύζευξη της γυμνής διαύγειας με το ένθερμο πάθος, αποτελούν όλα όρους της έννοιας του μπελισμού, όρου προερχόμενου από το αληθινό επώνυμο του Σταντάλ και εκφράζοντος μια πνευματική στάση και έναν τρόπο ζωής. Από την πρώτη στιγμή της όψιμης δημοσίευσης των έργων του –στα σαράντα τέσσερα χρόνια του – ο μέχρι τότε αινιγματικός συγγραφέας άρχισε να αποκαλύπτει γραπτώς κάθε λεπτομέρεια γραφής και ζωής. Στα Ημερολόγια, στην αυτοβιογραφία του και αλλού, δεν κυριαρχεί παρά ένας Μοναδικός Εαυτός κι ένα Εγώ ξεχωριστό και προεξέχον. Ο Σταντάλ επηρεάστηκε από την ατομιστική – ωφελιμιστική σκέψη του 18ού αιώνα (ιδεολόγοι, Ρουσσώ, Ελβέτιος κ.ά.) και θεωρούσε ως υπέρτατο σκοπό του ανθρώπου τον ίδιο του τον εαυτό, την τελείωση, την ενδυνάμωση της ιδιαιτερότητάς του και την κατάκτηση της αυτοεκτίμησης. Στον αντίποδα, αποδοκιμάζεται η ομοιομορφία χαρακτήρων και ιδεών που γεννάται στην δημοκρατία με το πάθος της για την ισότητα.

stendhal-timbreΜυθιστόρημα: Αναπόφευκτη έκβαση αυτού του τρόπου σκέψης καθίσταται το μυθιστόρημα, ως το πραγματικά εξατομικευμένο είδος που μπορεί να αφηγηθεί το πραγματικό και το ατομικό αλλά και να διαβαστεί μοναχικά και στοχαστικά. Στον αντίποδα, όπως εδώ, ο συγγραφέας πειραματίζεται προς μια νέα ανάλαφρη γραφή, και δη προς το Κωμικό Αφήγημα της Αστικής Λουδοβικο – Φιλιππικής Γαλλίας, στον αντίποδα του «Παραμυθιού των Αστών».

Ο υφολόγος της πυκνογραφίας: Ο Σταντάλ αντιπαθούσε την παριζιάνικη φλυαρία και θαύμαζε την υφολογική ακρίβεια του Αστικού Κώδικα. Η βραχύτητα και η πυκνότητα της νουβέλας λειτουργούσαν ως δέλεαρ γραφής, παρόλο που ο ίδιος δεν δημοσίευε τέτοια κείμενα όσο ζούσε ή τα άφηνε ημιτελή – ένδειξη πιθανώς της σχετικής αμηχανίας. Όμως η επιθυμία της απλότητας και της σαφήνειας ήταν ανίκητο και η προτίμησή του για το «πραγματικό μικρογεγονός» και την αναλυτική ματιά προαναγγέλλουν τον ίδιο τον ρεαλισμό.

Το στοίχημα της ματαιοδοξίας και η απόλυτη ευχαρίστηση: Μερικές φορές ο Φεντέρ σταματούσε απότομα να μιλάει· μάλωνε τον εαυτό του που έλεγε την αλήθεια σε μια τόσο νέα γυναίκα: δεν προκαλούσε έτσι κινδύνους για την ευτυχία τους; Από μια άλλη πλευρά, ο Φεντέρ απέδιδε στον εαυτό του δικαιοσύνη: τίποτα 9361500από αυτά που έλεγε δεν είχε ως απώτερο σκοπό να διευκολύνει τα σχέδια που έκανε ενδεχομένως ο έρωτάς του. Στην πραγματικότητα, δεν είχε κανένα σχέδιο· απλώς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ευχαρίστηση να περνάει τη ζωή του με τη στενή και ειλικρινή συντροφιά μιας νέας και γοητευτικής γυναίκας, που μπορεί να τον αγαπούσε. [σ. 112]

Χρόνος; Άραγε σ’ αυτό το λήμμα ανήκει η μετάλλαξη του πάθους σε πεζή καθημερινότητα; Εδώ εντάσσεται η περίπτωση όπου ο εαυτός καταλήγει να είναι αυτό που κάποτε μισούσε και πολεμούσε στους άλλους;

Εκλεκτικές συγγένειες: Πνευματικό τέκνο του ευφορικού 18ου αιώνα, παρά της εποχής του, ο Σταντάλ εκτιμούσε τους ευφάνταστους μύθους του Βολταίρου και τον έντιμο κυνισμό του Ντιντερό, του Μαριβώ και του Λακλό. Διόλου τυχαία ο πατέρας του Φεντέρ καταριέται τον Βολταίρο, στον οποίο αποδίδει το «ξεσήκωμα» του γιου του, διόλου τυχαία ο Βέρθερος του Γκαίτε με τον δακρύβρεχτο ρομαντισμό του σαρκάζεται τόσο από τον Βαλμόν των Επικίνδυνων Σχέσεων όσο και από τον Φεντέρ.

stendhal1Σταντάλ ο σκανδαλώδης: Ποια βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα διαφαίνονται στη νουβέλα; Οπωσδήποτε το γεγονός πως υπήρξε δαιμόνιος και ακούραστος κυνηγός του έρωτα, σε σημείο να συγκλονιστεί τόσο πολύ από την πρώτη του απόρριψη ώστε να την μετατρέψει σε μυθιστόρημα και κατόπιν σε θεωρία (Περί Έρωτος). Η ταραχώδης στρατιωτική του καριέρα του επέτρεψε να ζήσει βίο περιπλανώμενο, ακριβώς όπως και ο ήρωάς του ο Ναπολέων, και να αποκτήσει την εμπειρία του δρώντα εαυτού σε επαφή με τους άλλους. Μπροστά στους χάρτινους πύργους της φιλοσοφίας, ο Σταντάλ προτιμούσε την σαφήνεια των ιδεολόγων, ενώ στο Σαίξπηρ και Ρακίνας θεμελίωσε τον ρομαντικισμό και την τέχνη της «μέγιστης δυνατής ευχαρίστησης». Λάτρεψε την ιταλική ζωή που συνταίριαζε τον ρομαντισμό και την ενεργητικότητα είχε τη φήμη του δανδή και του έξοχου συζητητή. Τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε υπερβαίνουν την εκατοντάδα, οδηγώντας τους μελετητές να μιλήσουν για την διαλεκτική του βλέμματος.

Αυτός ο λιγότερο «ξεπερασμένος» συγγραφέας από τους παλαιούς, αναγνωρισμένος κι αυτός μετά θάνατον, ο κατά πολλούς γεννήτωρ του ψυχολογικού μυθιστορήματος, ο ειρωνικότερος των μεγάλων συγγραφείς του γαλλικού ρεαλισμού, περισσότερο ακόμη και από τον Μπαλζάκ, αυτός ο – κατά Αντρέ Ζιντ – συμφιλιωτής της παράδοσης με τον μοντερνισμό, που κάποτε είχε πει «το ποιητικό πνεύμα πέθανε, όμως το πνεύμα της αμφιβολίας ήρθε στον κόσμο», επιβεβαιώνει εδώ την δική του πρόβλεψη – επιθυμία: να τον καταλαβαίνουν έπειτα από εκατό χρόνια – και τα έχουμε ήδη ξεπεράσει.

louisxv femmeΕίπαμε ήδη ότι η Βαλεντίν δεν είχε καμία πείρα της ζωής· είχε επιπλέον κι αυτή την ατυχία που προσδίδει τόση γοητεία σε μια γυναίκα: μόλις η ψυχή της ένιωθε κάποιος αίσθημα, τα μάτια της και το σχήμα του στόματός της το εξέφραζαν την ίδια σχεδόν στιγμή. Για παράδειγμα, εκείνη τη στιγμή τα χαρακτηριστικά της εξέφρασα μ’ όλη τη χαρά μιας συμφιλίωσης· το εκπληκτικό αυτό γεγονός δεν διέφυγε από το έμπειρο βλέμμα του Φεντέρ, ο οποίος καταχάρηκε. «Όχι μόνο έκανα την εξομολόγησή μου», είπε μέσα του, «αλλά και με αγαπάει κι αυτή ή, τουλάχιστον, είμαι απαραίτητος, σαν φίλος έστω, για την ευτυχία της: την παρηγορώ για τη χοντροκοπιά του συζύγου της· άρα, την αντιλαμβάνεται αυτή τη χοντροκοπιά· τεράστια ανακάλυψη. Άρα», επανέλαβε πασιχαρής, «δεν πρέπει να την περιφρονώ καθόλου αυτή την ανυπόφορη, ηλίθια και σκανδαλώδη χυδαιότητα αυτού του επαρχιώτη κολοσσού…[σ. 82 – 83]

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 211. Πρόλογος: Λίζυ Τσιριμώκου, Επίμετρο: δοκίμια των Gaëtan Picon και Michel Crouzet, απάνθισμα σχολίων για τον συγγραφέα από τους Μπαλζάκ, Μεριμέ, Ζολά, Κλωντέλ, Νίτσε, Βαλερύ, Κρότσε, Ζιντ κ.ά. και δίστηλο χρονολόγιο με τη ζωή και το έργο του (μτφ. Χριστιάνα Σαμαρά) [Stendhal, Féder ou le Mari d’ argent, 1855].

Pierre Assouline – Οι προσκεκλημένοι

Η κοινωνία του αφιλόξενων και ο χαμένος διαφωτισμός

Ήξεραν να συμπεριφέρονται, ακόμα κι όταν η αρμονία χανόταν. Οι υπερβάσεις περιορίζονταν στα αποδεκτά όρια, χάρη σε ένα είδος αυτολογοκρισίας, η οποία υποδείκνυε στο καθένα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Σπάνια δείπνο κατέληγε σε πυγμαχία· τότε η οικοδέσποινα έπρεπε να φανεί βίαια μετριοπαθής και η τάξη επανερχόταν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μιντιακά ήθη δεν είχα επηρεάσει τους προσκεκλημένους σε βαθμό που να τους κάνουν να ξεχάσουν τοις στοιχειώδεις κανόνες της κατ’ ιδίαν συνομιλίας. Οι παραβιάσεις ήταν ανεκτές εφόσον δεν διαιωνίζονταν και δεν πολλαπλασιάζονταν. Όχι άτοπες διακοπές, όχι αποκλειστικό μονοπώλιο του λόγου. Καμία από αυτές τις ανυπόφορες συνήθειες της τηλεόρασης, που απεχθανόταν ο Νταντιέ, επαναλαμβάνοντας πως το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν το μοναδικό μέσο να μιλά χωρίς να το διακόπτουν. [σ. 138]

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στα δείπνα της Σοφί ντυ Βιβιέ, στο υψηλό σαλόνι της στο ακόμα υψηλότερο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού. Η επιδειξιο-τελειομανής οικοδέσποινα έχει ως ιερό καθήκον της τον εντυπωσιασμό των καλεσμένων της – ακόμα και αν οι άνθρωποι πλήξουν στα δείπνα της, η ανία τους οφείλει να είναι ξεχωριστή. Πολύτιμη συνεργάτης της στην μόνη αυτή δραστηριότητα που γεμίζει τη ζωή της είναι η οικιακή βοηθός Σόνια. Η νεαρή Μαροκινή διακρίνεται και ενίοτε αντιπαθείται για το περίφημο περήφανο χαμόγελό της, όχι κάποιου αισθήματος ανωτερότητας αλλά μιας ήρεμης βεβαιότητας εκείνων που απλώς αισθάνονται όμορφα. Η μεταξύ τους σχέση μετράει ήδη πέντε χρόνια χωρίς την παραμικρή εκδήλωση συναισθηματικής κατανόησης, αλλά με το μέγιστο ποσοστό ανοχής. Όσα δεν λένε έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο επιχειρημάτων. Η ανταλλαγή απόψεων θεωρείται επικίνδυνη· θα σήμαινε οικειότητα και θα απειλούσε την σχέση εξουσίας.

Η οργάνωση των δείπνων ακολουθεί την εμμονή της εμψυχώτριάς τους, που επιμένει ιδιαίτερα στην ταξιθέτηση των προσκεκλημένων σύμφωνα με τις δικές ιδέες περί έλξης και απώθησης «σε μια εύθραυστη ισορροπία αυτής της Γιάλτας της κοσμικότητας». Η διάταξη των θέσεων, η επιστολογραφία των προσκλήσεων και η προμελέτη όλων των εξελίξεων αποτελούν το επίκεντρο της ζωής της· η δε πρόβλεψη κάθε πιθανού απρόοπτου ολοκληρώνει την πολεμική της ετοιμότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποτύχει η επιστήμη των δεξιώσεων και η τέχνη των αναλογιών; Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο Θέατρό της, κι ας πρόκειται για γαλλική κωμωδία. Κι όμως, το ξαφνικό κώλυμα ενός προσκεκλημένου περιορίζει τους συνδαιτυμόνες στον ανεπιθύμητο αριθμό των δεκατριών. Ως έσχατη λύση επιλέγεται η Σόνια.

Οι προσκεκλημένοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους: άλλοι ενοχλούνται από την μιαρή παρουσία, άλλοι ετοιμάζονται να απολαύσουν την ταπείνωσή της, όλοι εμβρόντητοι πληροφορούνται τις διδακτορικές της σπουδές. Η ανάκριση αρχίζει και οι ανώτερες τάξεις καιροφυλακτούν για τις απαντήσεις της μετανάστριας, μέσα στις οποίες αγωνιούν να διακρίνουν ομολογίες και δικαιολογίες. Η ευστροφία τους φτάνει μόνο μέχρι τους γνώριμους τρόπους απαξίωσης: μπερδεύουν το επώνυμό της, θυμούνται το φολκλόρ της χώρας της, αναρωτιούνται ποιοι την προώθησαν και πού ελπίζει να εργαστεί. Μόνο που η Σόνια παρά την αρχική της αμηχανία αποδεικνύεται εξαιρετική χειρίστρια του λόγου και αποστομωτική συνδιαλεγόμενη. Την ίδια στιγμή που μετατρέπεται σε έκθεμα, αμέσως επιστρέφει τους προβολείς στους επιτιθέμενους, που ο ένας μετά τον άλλον καταπίνουν τη γλώσσα τους.

Αρκεί να υπήρξες κάποτε φτωχός για να ανήκεις για πάντα στο στρατόπεδο εκείνων που δεν αντέχουν να μιλούν οι άλλοι για τη φτώχια παρά μόνο αν ξέρουν καλά για τι μιλούν. Δεν αντέχουν ούτε καν να χρησιμοποιείται η λέξη. [σ. 106]

Ο εβραϊκής καταγωγής και μαροκινής ανατροφής συγγραφέας αποδεικνύεται μαιτρ στην σύντομη πλην δηκτικότατη βιογράφηση του καθενός από τους καλεσμένους (ιδίως τη στιγμή που καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον), ενώ η ειρωνεία του για τις πλαστές «νεο-γυναίκες» φτάνει στα όρια του γυμνού σαρκασμού. Ένα δεύτερο πεδίο όπου η γραφή του απογειώνεται είναι οι ζωντανοί διάλογοι, εύρυθμα μοιρασμένοι ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και την κρισιμότητα των λέξεων των ομοτράπεζων, που όσο κι αν προσπαθούν να κινηθούν στην ελαφρότητα, γλιστρούν και πέφτουν σε βάθη μικροπρέπειας. Επιπρόσθετα, δεν παρασύρεται από το αβανταδόρικο θέμα και αποφεύγει να του δώσει την έκταση μυθιστορήματος – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε, καθώς οι σχετικοί διάλογοι είναι ανεξάντλητοι – επιλέγοντας χάρη στη θραυσματικότητα της νουβέλας να το αφήσει ως έχει: ατελές και ορθάνοιχτο.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες των υπηρεσιών και υπηρέτες των επαγγελμάτων, επίκαιροι αλλά ποτέ σύγχρονοι, ετούτη η «κοινωνία του θεάματος και του θεαθήναι, όταν δεν απολαμβάνει την εσωτερική της κατανάλωση – ο ένας τρέφεται από τον άλλον, όταν δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο άλλων αντιγράφων ή ιδανικό ντεκόρ συγκεκριμένου περιβάλλοντος – στρέφεται στη βορά του ξένου. Όχι βέβαια εναντίον του πάμπλουτου αμερικανού επισκέπτη – επενδυτή, στον οποίο όλοι ετοιμάζονται να κάνουν βαθιά, πολύ βαθιά υπόκλιση αλλά σ’ εκείνον που (ευελπιστούν  πως) θα τους κάνει να αισθανθούν ανώτεροι. Από την άλλη, η ευρύτερη γαλλική κοινωνία προφανώς κάνει πως δεν θυμάται το ποσοστό της δυναμικής των μεταναστών στην σύνθεσή της, ούτε βέβαια την συνεισφορά τους στον πολιτισμό της και στη συνολική της ουσία. Και άλλωστε τι θα ήταν τα γεύματά της κυρά – Σοφί χωρίς το πολύτιμο ζεύγος της υπηρέτριας και του μάγειρα;

Κάποια στιγμή ένας ευφυής καλεσμένος, ο Νταντιέ μονολογεί  «Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αλλιώς θα καταστραφούμε. Αχ, η τέχνη του προσκεκλημένου…» αλλά η φωνή του χάνεται στα τσουγκρίσματα της συγκατάβασης. Όταν όμως η Σόνια ακούει πως στο Παρίσι θα είναι πάντα μια φιλοξενούμενη, απαντά: Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου κι αν πάω. Έτσι, είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νιώθω λιγότερο…προσκεκλημένη όπως λέτε. […] Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της. Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ότι οι Γάλλοι, για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο ν’ αρνείσαι τον εαυτό σου. Με αυτό τον τρόπο, οι «ξένοι» της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω. [σ. 159]

Η αποικιοκρατική συμπεριφορά, η αναπαραγωγή δόλιων στερεοτύπων και ο συγκαλυμμένος ρατσισμός θα βρίσκουν πάντα ιδανικό έδαφος στην ημιμάθεια και την κενότητα των προαστιακών μεγαλοαστών και όχι μόνο. Αλλά αυτοί δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή, ενώ η Σόνια την ζει παλεύοντας και την παλεύει ζώντας, καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της βρίσκεται σε κατάσταση φυγής, σε θέση μειοψηφούσα και μειονεκτική, σε μια διαρκή κατάσταση άμυνας και απολογίας αλλά και με την αμετακίνητη επιθυμία να είναι μια πρέσβειρα μιας Γαλλίας πεφωτισμένης και εξιδανικευμένης, της Γαλλίας του Διαφωτισμού. Σε αυτή τη διαρκώς «μεταβλητή γεωμετρία μια κινούμενης πραγματικότητας», όπου ονειρευόταν να είναι ακόμα κι αν η κουλτούρα δεν βρίσκεται στα βιβλία αλλά στη ζωή, η Σόνια είχε μάθει από τους καλούς συγγραφείς ότι αυτό το πλήθος μέσα της ήταν γόνιμο. Αυτή η ένταση θα ήταν ο πλούτος της. Μήπως για άλλη μια φορά, όπως τότε έτσι και τώρα, η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε όλοι προσκεκλημένοι;

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 196 [Les Invités, 2009].

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα δυο παραθέματα): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).