Λογοτεχνείο, αρ. 64

Yves Bonnefoy, Η Αίγυπτος, Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 50 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1989), μτφ. Θανάσης Χατζόπουλος, σ. 277.

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου. Κι είχε συμβεί τόσες φορές! Όταν ήμουν παιδί, στην ηλικία περίπου αυτής της κοπελίτσας. Στην άλλη χώρα, στα βουνά, κι ενώ ο ήλιος ανέβαινε στο βάθος αριστερά, το τραίνο που έβγαινε από δεξιά ανάμεσα απ’ τις πέτρες ορμούσε προς το μέρος μας με το αστραφτερό του μέτωπο, κι έπειτα περνούσε πιτσιλίζοντάς μας με τη σκιά του, που κοβόταν ίσα – ίσα ανάμεσα στα βαγόνια από τα κόμματα, τις τελείες – ή μήπως τις λέξεις; – του φωτός. Όλο το χωριό πήγαινε στο σταθμό νωρίς το πρωί «να δει να περνάει» το τραίνο, γύριζε προς το τέλος του απογεύματος για να χαιρετήσει την επιστροφή του. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου, η θεία μου ακολουθούσαν συχνά, στις σχόλες του καλοκαιριού, και μερικές φορές κατεβαίναμε εμείς από το πάνω μέρος του σκαλοπατιού που ακόμα κραδαινόταν, με τις αναρίθμητες αποσκευές των διακοπών. Α, τσαλακωμένος από τη μεγάλη νύχτα στα ξέχειλα βαγόνια και τα κυλικεία των δύο ή τριών σταθμών, ξεχειλίζοντας από ατέλειωτα όνειρα, χτυπώντας τα φτερά σαν την θαμπωμένη κουκουβάγια, πώς ένιωθα ότι είχαν μαζευτεί όλοι εκεί, και οι ζωντανοί και οι νεκροί μαζί!

Στην Δήμητρα Μήττα

Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου