Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.

Georges Perec – Σκέψη / Ταξινόμηση

0696 PEREC-SKEPSI

Ο λίσταρχος και οι μανίες του

Εκείνο που με εντυπωσιάζει το περισσότερο στους τρόπους της ανάγνωσης είναι το εξής: όχι τόσο ότι η ανάγνωση εκτιμάται ως ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ότι, γενικά, δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της· πρέπει να ενταχθεί μέσα σε μιάν άλλη αναγκαιότητα· πρέπει μια άλλη δραστηριότητα να την υποστηρίζει: η ανάγνωση συνδέεται με την ιδέα του ότι έχεις να γεμίσεις ένα χρόνο, ένα χρόνο νεκρό τον οποίο πρέπει να εκμεταλλευτείς για να διαβάσεις. [σ. 181]

Η περί σχετικού εντυπωσιασμού εξομολόγηση του Περέκ δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκφράζει κάτι που έχουμε στο μυαλό μας αλλά δε βρίσκουμε πουθενά γραμμένο. Η πλέον απόλυτη βέβαια ταύτισή μας αφορά την μέγιστη μανία του, την κινητήρια δύναμη της γραφής του, το παιχνίδι της ίδιας του της ύπαρξης: την λατρευτική του εμμονή σε λίστες και καταλόγους.

Perec 1

Πρόκειται βέβαια για μια μανία που δεν καθορίζει απλώς την θεματολογία των βιβλίων του, αλλά και διαποτίζει την απίστευτη ποικιλία των μορφών τους. Έγραψε μυθιστορήματα μεγάλα και μικρά, πολυπρόσωπα και απρόσωπα, κείμενα και μικροκείμενα. Δοκίμασε την κοινωνιολογία και την ρητορεία, την τοπογραφία και την πλασματική αυτοβιογραφία. Πειραματίστηκε, έπαιξε: έφτιαξε ένα μυθιστόρημα χωρίς το γράμμα e, ένα μυθιστόρημα με μόνο φωνήεν το e, 480 αναμνηστικά στιγμιότυπα, ένα ογκώδες λεπτομερέστατο μυθιστόρημα με αλγοριθμική δόμηση (το περίφημο Ζωή. Οδηγίες χρήσεως), διάφορα βιογραφήματα, 176 ενδεκάστιχα, έτερα αστυφιλικά γραπτά. Και βέβαια η τακτοποίηση και η ταξινόμηση όλου του χάους των ιδεών χαρακτήρισε και το ίδιο του το εργαστήριο.

Σε αυτό το εργαστήριο βρισκόμαστε ήδη, καθώς το βιβλίο αποτελεί μια ορθάνοιχτη πρόσκληση στον γραφειακό χώρο του δαιμόνιου συγγραφέα ο οποίος μας ανοίγει κυριολεκτικά τα χαρτιά του. Με τις Σημειώσεις για αυτά που αναζητώ χωρίζει το έργο του σε βασικές ενότητες κι έτσι γίνεται γραμματολόγος του εαυτού του! Ακολουθούν Μερικές χρήσεις του ρήματος μένω, όπου και μια λεξικογραφική «τοποσημαντική» του όρου και Σημειώσεις για τα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και Μικρές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας, με αυτονόητο περιεχόμενο. Στις Τρεις ανακτημένες κάμαρες θυμάται δωμάτια όπου κάποτε διέμεινε, ενώ Οι τόποι ενός στρατηγήματος επιστρέφουν στις τραυματικές εμπειρίες της ψυχανάλυσης.

Perec 2

Το απώτατο παρελθόν αγγίζεται και στο Θυμάμαι τα βιβλία των Malet & Isaac, όπου και ανακαλεί τα περιεχόμενα του παιδικού σχολικού βιβλίου ιστορίας! Όπως είναι φανερό, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση και καταγραφή για τον Περέκ. Δώδεκα λοξά βλέμματα ομολογούν έμμεσα την επιρροή τους από το Σύστημα της μόδας του Ρολάν Μπαρτ, 81 δελτία μαγειρικής για αρχάριους ασκούνται στην συντομογράφηση του είδους, Στοχασμοί γύρω από τα γυαλιά στοχάζονται γύρω από τα γυαλιά και βέβαια υπάρχουν κείμενα για την Ανάγνωση, την Σκέψη και την Ταξινόμηση. Ένας εύτακτος χαμός!

Γόνος Πολωνών μεταναστών στο Παρίσι (γεν. 1936), ορφανός και από τους δυο γονείς του (στα έξι του από τον πατέρα του, που έχασε τη ζωή του κατά την εθελοντική του στράτευση στον αντιναζιστικό πόλεμο, λίγο αργότερα στα οκτώ του από την μητέρα του που εξαφανίστηκε στις εκκαθαρίσεις και πιθανότατα πέθανε στο Άουσβιτς), Εβραίος αλλά ανένταχτος Εβραίος, ο Περέκ προσπαθεί να καλύψει το κενό με δικές του ιστορίες, έχοντας μια διαρκή έγνοια όχι να «θυμηθεί» αλλά να λησμονήσει. Όπως γράφει στην πολύτιμη εισαγωγή της η μεταφράστρια ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με την δέουσα ξενότητα τον πανικό και τα τραύματα της ζωής του με συνδυασμούς συμβάντων και επινοημάτων δημιουργεί έναν χωρικό μικρόκοσμο για να παγιδεύσει τον χρονικό μακρόκοσμο.

Perec 4

Κι έτσι του γεννιέται η βουλιμική επιθυμία εξάντλησης όλων των δυνατών ορίων και ειδών του γραπτού λόγου. Οι λέξεις και ο κόσμος τους γίνονται από νωρίς ο βασικός λόγος ύπαρξής του. Γνωρίζει ότι μόνο με το φάρμακον της γραφής (ίαμα και συνάμα δηλητήριο) θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη μελαγχολία αλλά και την ναυτία από την τρέχουσα λογοτεχνία. Τα ίδια του τα κείμενα μαρτυρούν την απεγνωσμένη επιθυμία να βρει έναν μίτο μέσα σ’ αυτή την αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του. Σα να προσπαθεί να βρει και κυρίως να επινοήσει την παιδική ανεμελιά που δεν γνώρισε.

Και όλο αυτό δεν μπορούσε παρά να γίνει με τους κανόνες των παιχνιδιών, εφόσον το ίδιο αποτελούσε από μόνο του παιχνίδι. Φτιάχνει αυτοδεσμευτικούς κανόνες, κατασκευάζει λογοπαίγνια, γράφει λογοτεχνία «με το τίποτε». Εξελίσσεται σε ιδανικό λίσταρχο, που καταγράφει και ταξινομεί με μανιακή ακρίβεια τα πάντα: όνειρα που είδε, δωμάτια όπου κοιμήθηκε, γειτονιές όπου κατοίκησε, καρτ ποστάλ που έστειλε, παιδικές αναμνήσεις, ημερολογιακές εγγραφές, εισιτήρια ταξιδιών, στελέχη παλαιών καρνέ επιταγών. Μια σωστή αυτοβιβλιογραφία! Οργανώνει και αρχειοθετεί το χάος του σε μια διαρκή παλινδρόμηση από το ελάχιστο στο μείζον. Από εδώ διαρκώς προκύπτουν βιβλία, άρθρα, μελέτες, μελλοντικά σχέδια.

Perec 3

Οι περίφημες Οδηγίες Χρήσεως της Ζωής του έδωσαν την δυνατότητα επιβίωσης κι έτσι σταμάτησε την εργασία που διακονούσε από το 1961 ως υπεύθυνος για την βιβλιογραφία και την ταξινόμηση στην βιβλιοθήκη ενός εργαστηρίου Νευροφυσιολογίας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Βέβαια η εμπειρία της γραφειοκρατίας, των διαγραμμάτων, των καταλόγων, των πινάκων κλπ. μαζί με τον επιστημονικό λόγο καθόρισαν οριστικά την γραφή του. Όπως γράφει η εισαγωγέας μας, με τα κείμενά του ο Περέκ προσεγγίζει το κλίμα της νιτσεϊκής Χαρούμενης γνώσης, την αυστηρότητα του εργαστηρίου μαζί με την ευθυμία μιας αέναης, ξέφρενης γιορτής.

Αναζητώ ταυτόχρονα το αιώνιο και το εφήμερο, έγραφε στις Επανεμφανιζόμενες το 1972. Και ειδικά αυτό το εφήμερο το τίμησε με τον λόγο του όσο λίγοι· μνημείωσε το μηδαμινό, πρόσεξε το φευγαλέο, τακτοποίησε το άναρχο. Αυτός που κάποτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, ήρθε και αυτοκαθορίστηκε μέσω της γραφής και της αυτοπειθαρχίας που αυτή επιβάλλει. Τα περισσότερα κείμενά του επιχειρούν να καταρτίσουν ακριβώς έναν κατάλογο, τον κατάλογο της ζωής του, τιθασεύοντας την άναρχη και νομαδική του σκέψη. Άλλωστε γνώριζε καλά πως Δεν θα πάψεις ποτέ να σε βλέπεις.

Perec 5

Αισθάνομαι αμυδρά πως τα βιβλία που έχω γράψει εγγράφονται, νοηματοδοτούνται μέσα σε μια σφαιρική εικόνα που έχω περί λογοτεχνίας, αλλά μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα μπορέσω να συλλάβω επακριβώς τούτη την εικόνα που είναι για μένα ένα επέκεινα της γραφής, ένα «γιατί γράφω» στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω παρά γράφοντας, αναβάλλοντας συνεχώς τη στιγμή εκείνα όπου, παύοντας να γράφω, αυτή η εικόνα θα γινόταν ορατή, σαν ένα αναπόδραστο τελειωμένο παζλ. [σ. 54]

Εκδ. Άγρα, 2006, εισαγωγή – μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου, σελ. 248 [Penser / Classer, 1985]. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφικό σημείωμα και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 180.