Nancy Huston – Χαμένος βορράς. Δώδεκα Γαλλίες

0566 HUSTON-XAMENOS VORRASΗ διγλωσσία, η ξενικότητα και οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Το εντελώς μοναδικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι ότι δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Δύσκολο για κάποιον εκπατρισμένο να μην έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, ενώ οι εκπατρισμένοι μπορούν σε όλη τους τη ζωή να βαυκαλίζονται με μια γλυκιά αυταπάτη συνέχειας και βεβαιότητας. [σ. 20]

1. Η μόνη καταγωγή

Την εποχή που η συγγραφέας γράφει το βιβλίο συμπληρώνονται εικοσιπέντε χρόνια ζωής στη Γαλλία [1973 – 1998]. Αλλά εκείνη νοιώθει πάντα παιδί της χώρας της επειδή εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Και τίποτα δεν μοιάζει με τα παιδικά χρόνια, είναι βέβαιη. Άλλωστε δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου σε μια χώρα ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια. Τώρα νιώθετε Γαλλίδα; την ρωτούν συχνά. Οι εκπατρισμένοι είναι αιωνίως εκτεθειμένοι σε ανόητες ερωτήσεις, σκέφτεται κι εκείνη συχνά και αναρωτιέται τι να σημαίνει το να νιώθεις Γαλλίδα. Από τι θα το καταλάβεις; Και θα γίνει ποτέ κανείς Γάλλος αν δεν του δώσεις γαλλικά παιδικά χρόνια;

hustonnancyΗ συγγραφέας είναι απόλυτη: η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. Κάποτε στην επισήμανση ενός αναγνώστη της πως ορισμένα της μυθοπλαστικά θέματα όπως η έκτρωση ή η παιδοκτονία είναι καθαρά γυναικεία ζητήματα, εκείνη του απάντησε, ότι μπορεί ως άνδρα να μην τον αγγίζουν, αλλά ως παιδί θα συμφωνούσε ότι αφορούν όλο τον κόσμο. Και στην διαμαρτυρία του πως δεν είναι παιδί, του απάντησε: Μα και βέβαια είστε παιδί· είμαστε όλες οι ηλικίες μας συγχρόνως, δεν το πιστεύετε; Η παιδική ηλικία είναι σαν τον πυρήνα του φρούτου: το φρούτο, μεγαλώνοντας, δεν γίνεται κούφιο! Δεν σημαίνει ότι επειδή η σάρκα ωριμάζει, ο πυρήνας εξαφανίζεται…

Από Βορρά σε Βορρά λοιπόν: το Κάλγκαρι που την γέννησε βρίσκεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με το Παρίσι που την υιοθέτησε. Χώρα της συνεπώς ο «αληθινός βορράς», έξω από σύνορα και ονομασίες – άλλωστε η χώρα όπου γεννήθηκε, ο Καναδάς, ονομάζεται έτσι μόνο τους τελευταίους δυο αιώνες – , χώρα της και η εξορία. Γεωγραφική εξορία σημαίνει ότι η παιδική ηλικία είναι μακριά. Εδώ, αποσιωπάς αυτό που ήσουν, εκεί αποσιωπάς αυτό που κάνεις εδώ. Η εξορία ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό, την λογοκρισία, την ενοχή. Αυτή η γεωγραφική ασυνέχεια μπορεί να κρύβει μια αντίστοιχη κοινωνική εξορία, που αντιλαμβάνεσαι όταν αναγνωρίζεις ότι δεν μοιράζεσαι πια τις αξίες εκείνων που σε γέννησαν. Η συγγραφέας άργησε να αντιληφθεί ότι και η δική της εξορία ήταν κοινωνική· δεν επρόκειτο για ένα κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική αλλά ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο συστήματα αξιών.

2. Η εnancy_huston_4νσυνείδητη μίμηση

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Η μάσκα…». Η επιλογή της εγκατάλειψης της χώρας σου για έναν πολιτισμό και μια γλώσσα άγνωστους μέχρι τότε σημαίνει την αποδοχή της μίμησης, της προσποίησης, του θεάτρου. Φορτωμένος με τις βαριές αποσκευές των προηγούμενων δεκαετιών σου, καταδικάζεσαι στην ενσυνείδητη μίμηση της ξένης γλώσσας. Η προέλευσή σου άλλωστε είναι η πληροφορία που αποκρυσταλλώνεται στο μυαλό των άλλων ως η πιο αξιοπρόσεκτη ιδιότητά σου. Εκείνη, για παράδειγμα ήταν πάντα «η Καναδέζα»· η μελαγχολική μας Καναδέζα, όπως την αποκαλούσαν αμέτρητες φορές. Αλλά εκεί που οι άλλοι είναι προκατειλημμένοι αρνητικά, εκείνη ακούει θετικά όσο τίποτε άλλο κάθε προφορά, ξενική και μη.

Είτε πρόκειται για κάποιον Αϊτινό από το Μόντρεαλ, για μια Γερμανίδα στο Παρίσι ή για έναν Κινέζο στο Σικάγο, όλα είναι μυθιστόρημα, αν το σκεφτούμε. «Α…σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο· έχει λοιπόν μια ιστορία». Διότι εκείνος που γνωρίζει δυο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δυο πολιτισμούς και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και τη επίπονη σχετικότητα των δυο πολιτισμών Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί εκπατρισμένοι. [σ. 38]

3. Η ξενικότητα, μια μεταφορά σεβασμού

Η ξένη γλώσσα δεν αποθαnancy_huston_3ρρύνει μόνο φλυαρίες και ανακεφαλαιώσεις αλλά και σε εμποδίζει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Σου δίνει μάλιστα και μια σωτήρια απόσταση ως προς όλους τους άλλους «ρόλους» της ζωής σου. Για την Χιούστον η ξενικότητα αποτελεί μια μεταφορά του σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο. Είμαστε δυο, ο καθένας από εμάς, το λιγότερο δύο, αρκεί να το ξέρουμε! Και, ακόμα και στο εσωτερικό μιας μόνο γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. (Οι ξενόφοβοι, με το μήνυμα της ταυτότητας, απλουστευτικό αλλά τόσο καθησυχαστικό, επιζητούν αντιθέτως να ισοπεδώσουν τις τραχύτητες και να διαλύσουν τις αποχρώσεις.) [σ. 38 – 39]

Ο ξένος είναι εκείνος που προσαρμόζεται και αυτή η διαρκής ανάγκη προσαρμογής μπορεί να είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για το γράψιμο. Στα ξένα τίποτα πια δεν σου ανήκει από καταγωγής, δικαιωματικά και αυτονόητα. Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι κοινός (ούτε κυριολεκτικά, ούτε γραμματικά): τα πάντα είναι εξωτικά. Η διγλωσσία είναι η πνευματική διέγερση κάθε στιγμής. Και η Χιούστον ως «ξένη» συγγραφέας μπορεί ευκολότερα να παραβιάζει τους κανόνες και τις προσδοκίες της γαλλικής γλώσσας. Και τουλάχιστο στο γράψιμό της δεν ακούγεται η προφορά της!

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες. [σ. 20]

Emiliano_Ponzi 134. Ακατάρριπτες λέξεις, άπιαστη μνήμη

Καθώς προχωρούν οι σελίδες, η αυτοβιογραφική γραφή της συγγραφέως βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στο κεφάλαιο για την μη γνήσια διγλωσσία, το βασανιστήριο να μην βρίσκεις ποτέ τις λέξεις την στιγμή που τις χρειάζεσαι, την άγνωστη γλώσσα πίσω από τα σύνορα: τοίχος αδιαφανής, όρια αδιαπέραστα. Ο ξένος ψελλίζει, τραυλίζει· γίνεται σιωπηλός, άλαλος. Η παραμικρή λεπτομέρεια γίνεται βουνό. Όσες επικλήσεις κι αν κάνουμε στην παγκόσμια γλώσσα της μουσικής, στην επικοινωνία των αισθημάτων κ.ά., οι λέξεις παραμένουν ακατάρριπτες ως μέσο επικοινωνίας.

Υπάρχει βέβαια εκεί στα ξένα η σωτήρια μνήμη· αυτή η ιερή γη, αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που δεν μπορεί κανείς να το κυριεύσει και να το αλλοιώσει, κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας στερήσει. Αλλά και αυτή είναι αναξιόπιστη, όπως και οι αναμνήσεις μας, που, διαμορφώνονται από αυτό που ζούμε κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο που διαμορφώνονται και οι προτιμήσεις, οι απόψεις, οι δεσμεύσεις μας. Η μνήμη είναι ευμετάβλητη, ιριδίζουσα, φευγαλέα, άπιαστη. Τι απέγιναν λοιπόν οι σωτήριες αναμνήσεις στην Ξένη Γη; Έσβησαν από ασιτία, μαράζωσαν από έλλειψη επισκέψεων. Οι αναμνήσεις χρειάζονται επίσκεψη, τροφή, αερισμό, επίδειξη, διήγηση. Στην άγνωστη χώρα κανένα τοπίο ή πρόσωπο ή γεγονός δεν πυροδότησε το ηλεκτρικό σήμα επαναφοράς τους.

HUSTONn_A.Sagalyn5. Οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Η συγγραφέας γράφει για την ελευθερία να πηγαίνουμε αλλού και να είμαστε άλλοι μέσα στο κεφάλι μας, την ελευθερία να μην ικανοποιούμαστε από μια ταυτότητα (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, σεξουαλική) που παρέχεται από τη γέννηση, την επίγνωση ότι έχουμε χίλια διαφορετικά πρόσωπα και ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζεται «εγώ».

Το να είσαι ολοκληρωτικά ανοιχτός σ’ αυτήν τη ροή, σ’ αυτήν την πολλαπλότητα, σ’ αυτήν την δεκτική ικανότητα του εαυτού σου, σημαίνει ότι βουλιάζεις μέσα στην τρέλα. Για να φυλάξουμε τη λογική, γινόμαστε μύωπες και αμνησιακοί. Οριοθετούμε αυστηρά τη ζωή μας. Χαρτογραφούμε την ίδια γη μέρα με τη μέρα, χαρακτηρίζοντάς την ως «η ζωή μου». Και τελικά η λογοτεχνία μας επιτρέπει να διευρύνουμε αυτά τα όρια, καθώς, διαβάζοντας, επιτρέπουμε σε άλλα όντα να εισχωρήσουν μέσα μας και τους δίνουμε αβίαστα χώρο, γιατί τα γνωρίζουμε ήδη. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που εξυμνεί αυτή την αναγνώριση των άλλων σε σένα και του εαυτού σου στους άλλους.

Emiliano Ponzi 19BTo επισυναπτόμενο στην έκδοση μικρό δοκίμιο για τις Δώδεκα Γαλλίες σκιαγραφεί με μικρά κείμενα τις όψεις / προσωπικές της προσλήψεις της χώρας της: Φαντασιωσική [της γλώσσας, του τραγουδιού και της ποίησης], την Θολή [με τις δυσκολίες κατανόησης και αποδοχής], Μνημειώδης [που υπερηφανεύεται για τα περασμένα της μεγαλεία, ξεχνώντας όμως το παρόν], Αριστερίστρια [των διαδηλώσεων και του ’68], Καμακατζού […], Θεωρητική [όπου και η εμπειρία της επίδρασης, της υποταγής αλλά και του απογαλακτισμού από τον Ρολάν Μπαρτ], Φεμινίστρια, Κοινότοπη, Κοσμοπολίτισσα, Κομφορμίστρια, Χλευαστική, Απόκρυφη.

Ένα τόσο σύντομο αφήγημα αποτελεί το πολυτιμότερο εγχειρίδιο κατανόησης της διγλωσσίας, της ξενικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο των συνανθρώπων μας αλλά και των δικών μας εαυτών.

Εκδ. Άγρα, 2000, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 133 σελ. [Nord Perdu / Douze France, 1999].

Μαργκερίτ Ντυράς – Μετέωρο πάθος

Ο αduras exofνεπαρκής λόγος και η ηδονοβλεψία της γραφής

Συνέντευξη στην Λεοπολντίνα Παλλόττα Ντέλλα Τόρρε

1. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η πολλαπλότητα του εαυτού

Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει; πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση. [σ. 156]

…εξομολογείται η Μαργκερίτ Ντυράς σε μια σειρά οικιακών συζητήσεων πάνω στην γραφή και το κείμενο, την λογοτεχνία και την κριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, το πάθος και την γυναίκα, τα πρόσωπα και τους τόπους – σε ίδια και παρόμοια σχήματα άλλωστε συστηματοποιούνται εδώ οι απολαυστικοί ετούτοι διάλογοι. Φυσικά η αρχή αφορά την παιδική ηλικία…

duras.1266995641Δεν θα υπάρξει ποτέ κάτι αντίστοιχο σε ένταση σαν την παιδική ηλικία, είναι βέβαιη η Ντυράς. Ο Σταντάλ έχει δίκιο: η παιδική ηλικία είναι απεριόριστη. Στην δική της παιδική ηλικία εκείνη ήταν περισσότερο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, μονίμως ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια και δυτικούς κανόνες, με εκθαμβωτικές αναμνήσεις «τόσο δυνατές που καμιά γραφή δε θα μπορέσει ποτέ να τις ανακαλέσει». Κατηγορούσε τον Θεό για τα λοιμοκαθαρτήρια έξω από τα χωριά αλλά και ενθαρρυνόταν από τα ζωτικά γέλια των εγκλείστων. Κάποτε εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα της κι έκτοτε ζει «εξόριστη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια», όπως οι Εβραίοι: όλα όσα πήρα μαζί μου στις περιπλανήσεις μου έγιναν πιο δυνατά και από το γεγονός ότι ήταν μακρινά, απόντα.

Φυσικά τα βιώματα αLouis Boudreault _paintingsπό τα πρώτα εκείνα δώδεκα χρόνια δεν έπαψαν να την επισκέπτονται. Γύρω τους και οι δευτεραγωνιστές της τότε ζωής της: μια χήρα πια μητέρα που αγόρασε γη που δεν ήταν καλλιεργήσιμη, πλημμύρισε από τον ειρηνικό, την δούλεψε μάταια για είκοσι χρόνια και κατέληξε μόνη, φτωχή και πικρόχολη, πάντα φοβισμένη απέναντι στους διανοούμενους, ότι κάτι από αυτούς πάντα θα της ξεφεύγει. Κι ένας αδελφός η επαφή με το σώμα του οποίου της προκαλούσε φρίκη και ταυτόχρονα την τραβούσε. Ούτως ή άλλως εκείνη άρχισε να γράφει «για να κάνει να μιλήσει η σιωπή κάτω από την οποία την είχαν συνθλίψει»· στα δώδεκά της, τής φαινόταν «ο μόνος τρόπος. Τα χρόνια του Παρισιού ήρθαν όταν κατάλαβε το λάθος της να περιμένει μέχρι να αντιληφθεί την παρουσία της η οικογένειά της· εκεί και η κατανίκηση του αισθήματος της αθλιότητας που της είχε μεταδώσει εκείνη η μητέρα.

2. Να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας…

Η εγγραφή της marguerite-durasστο Κομμουνιστικό Κόμμα υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ένταξης σε μια συλλογική και συμμετοχική συνείδηση. Η δέσμευση σήμαινε να αφήσει την προσωπική της μοίρα και να ακολουθήσει του κόμματος· η δυστυχία της από προσωπική να γίνει ταξική. Κατά την οκταετή θητεία της άργησε να καταλάβει ότι «η εργατική τάξη ήταν θύμα των ίδιων της των αδυναμιών, ότι ακόμα και το προλεταριάτο δεν έκανε τίποτα για να βγει από τα όρια της μοίρας της». Η Ντυράς το είδε κατά πρόσωπο: η μαρξιστική δημαγωγία, στην προσπάθειά της να εκμηδενίζει τις αντιφάσεις του ατόμου, το μόνο που κάνει είναι να το αλλοτριώνει περισσότερο. Κάθε απόπειρα απλοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης εμπεριέχει κάτι το φασιστικό. / Όπως όλα τα καθεστώτα, ο μαρξισμός φοβάται ότι «ορισμένες ελεύθερες δυνάμεις» – το φαντασιακό, η ποίηση, ακόμα κι ο έρωτας – αν δεν καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να υποσκάψουν τα θεμέλιά του, και εφάρμοσε πάντα ένα είδος λογοκρισίας της εμπειρίας, της επιθυμίας. [σ. 33]

DSC_0390Άλλωστε, για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα «πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο». Κι όμως, η συγγραφέας πίστεψε στην πολιτική ουτοπία: στον Αλιέντε, στην επανάσταση του 1917, στην άνοιξη της Πράγας, στα πρώτα χρόνια της Κούβας, στον Τσε Γκεβάρα, στο παρισινό 1968, γνωρίζοντας ακριβώς ότι κι αυτό ήταν ουτοπία. Η παράνοια και η ουτοπία μας σώζουν, μας προφυλάσσουν από όλα. Ο Μάης του ’68 ήταν πολύ πιο χρήσιμη πολιτική αποτυχία, με το ιδεολογικό κενό που δημιούργησε, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη νίκη. Μάθαμε να κινούμαστε χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες ή τις αντιφάσεις, να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας. Αντίθετα, είναι στο φόβο του κενού, στην επιθυμία καταστολής και του παραμικρού ρίσκου που θεμελιώνεται η εξουσία… Καμία ιδεολογία δεν προσδιόρισε τη γραφή της. Κάθε φορά που έγραφε ξεχνούσε κάθε ιδεολογία και κάθε αναφορά σε κουλτούρα.

3. Το ανέκφραστο πάθος και η ηδονοβλεψία της γραφής

3Ειδικό κεφάλαιο συζήτησης αφιερώνεται στο πάθος, που αν και υπήρξε το κατεξοχήν θέμα όλων των τεχνών, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο να ειπωθεί και να περιγραφεί. Όταν έγραφε το βιβλίο της Ο εραστής ένοιωθε ένα είδος ευτυχίας. Το βιβλίο είχε βγει από το σκοτάδι, ένα σκοτάδι όπου είχε κρύψει την παιδική της ηλικία. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα άγριο κείμενο, που έβγαλε την βίαιη πλευρά της· σαν το κινέζικο σώμα του που δεν της άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό της. Η γυναίκα του Moderato Cantabile και του Χιροσίμα αγάπη μου ήταν εκείνη, «εξουθενωμένη από το πάθος και μη μπορώντας να το εκφράσει με το λόγο», αποφάσισε να το γράψει, «σχεδόν με ψυχρότητα». Όσο για το βιβλίο της Έρωτας, αυτό που μένει είναι όλα εκείνα που μένουν μετέωρα, μέσα στο πάθος, δίχως την δυνατότητα να τα ονομάσεις. Το νόημα του βιβλίου βρίσκεται ολοκληρωτικά εκεί, σε αυτό τον ελλειπτικό λόγο. Άλλωστε, όπως λέει αλλού, τα βιβλία βγαίνουν ύστερα από μεγάλες, ατέλειωτες σιωπές.

Η ηδονοβλεψία, μια μόνιμη θεματική στο έργοmarguerite-duras-2-by-laura-grigorita[41378] της μοιάζει να θέλει να επικυρώσει την αδιάκοπη παρουσία ενός τρίτου που κοιτάζει το φούντωμα του πάθους σε ένα ζευγάρι, όπως ορθά παρατηρεί η ερωτούσα. Και πράγματι η συγγραφέας πιστεύει ότι ο έρωτας γίνεται με τρεις: ένα μάτι που κοιτάζει, την ώρα που η επιθυμία κυκλοφορεί από τον έναν στον άλλο. Αλλά εδώ κάνει μια ευφυή σύνδεση: θα αποκαλούσε τη γραφή τρίτο στοιχείο μιας ιστορίας. Άλλωστε, δεν συμπίπτουμε ποτέ τελείως με αυτό που κάνουμε, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που νομίζουμε πως είμαστε. Ανάμεσα σ’ εμάς και στις πράξεις μας υπάρχει μια απόσταση, τα πάντα γίνονται εξωτερικά. Τα πρόσωπα κοιτάζουν ξέροντας ότι τα κοιτάζει κι αυτά κάποιος άλλος.

4. Ο ανεπαρκής λόγος, ο ελλειπτικός λόγος

5Υπάρχει μια αίσθηση ανείπωτου στα κείμενα της Ντυράς: κενά από το ένα απόσπασμα στο άλλο, διαλείψεις του λόγου, μια νέα σημειωτική, μια νοσταλγία για τη χαμένη μυθοπλασία. Η σιωπή, η συγκράτηση, αυτό που αποσιωπάται ή απλώς αναφέρεται υπαινικτικά, ο ανώφελος λόγος, μια ενύπαρκτη αδυναμία να φτάσεις τον άλλον. Τελικά οι σιωπές που τέμνουν τον λόγο έχουν δυνατότητα επικοινωνίας μεγαλύτερη απ’ οποιουδήποτε λόγου; Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα ανεπαρκές και ψεύτικο μέσο έκφρασης της επιθυμίας.

duras1Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει. [σ. 70 – 71]

DurasΗ γραφή της Ντυράς αγνοεί και την γραμμικότητα ή την χρονική ακολουθία· εκμηδενίζει κάθε ενότητα πράξης και τοπίου ενώ ακολουθεί μια συνεχή συγχρονία, όπου σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί η συνάντηση με κάποιο άλλο που εκτυλίσσεται αλλού. Ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτει με την άμεση αποκατάσταση ενός εσωτερικού χρόνου και με την απελευθερωμένη ροή μιας πράξης σύμφωνα με τις διάφορες χωροχρονικές συντεταγμένες.

5. Τα γεγονότα ως κύκλοι στο νερό …

Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους. [σ. 76]

Το προσωπικό της σpg056-01τοίχημα υπήρξε ακριβώς η αποκρυπτογράφηση αυτού «που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους», στο χώρον που αποκαλεί «χώρο του πάθους». Κάπου εδώ θυμάται και την γνωστή παλιά προσταγή: είναι ανάγκη να στρωθείς στο γράψιμο χωρίς να ξέρεις ακόμα τι θα γράψεις – η ίδια η γραφή εκφράζει αυτήν την άγνοια, αυτήν την αναζήτηση του σκοτεινού χώρου όπου συσσωρεύεται το σύνολο των εμπειριών. Οι συγγραφείς, άλλωστε, δίνουν μορφή σε αυτό που οι άλλοι αισθάνονται με ασάφεια· ένας λόγος παραπάνω να τους κυνηγούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ιδού το έργο της λογοτεχνίας: να αναπαραστήσει το απαγορευμένο· να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά.

6 …και το κενό ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη

Ακριβώς σε αυτά τα ελλειπτιNEAUPHLE LE CHATEAU: HOUSE OF MARGUERITE DURASκά σχήματα είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο. Αυτό που δεν έπαψε να ενδιαφέρει την Ντυράς ήταν η μελέτη του ραγίσματος, των δυσαναπλήρωτων κενών που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται ή περιχαρακώνεται σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Το μάθημα, άλλωστε του Εραστή ήταν αρκετό: στην προσπάθειά της ονομάσει εκείνη την ιστορία βγάζοντάς την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Σε μια γνωστή αποστροφή της, η συγγραφέας λέει ότι δεν είναι το σεξ αυτό που την ενδιαφέρει, αλλά εκείνο που βρίσκεται στη ρίζα του ερωτισμού, η επιθυμία· αυτό που δεν μπορούμε, ίσως και να μην πρέπει, να κατευνάσουμε με το σεξ. Σε άλλη της συνομιλία, όπως αναφέρεται στις υποσημειώσεις, είχε δηλώσει: Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια.

4 - tumblr_mvhupk3w6y1qd0hmpo1_500Και τελικά, αυτή η ιέρεια της γραφής δεν παύει να υποστηρίζει ότι τα πράγματα που μας ανήκουν περισσότερο από όλα περνούν από εκεί ακριβώς: από τον προφορικό, άμεσο λόγο, να πιστεύει ότι εκείνο που αποφασίζει για μας δεν είναι η θέλησή μας αλλά η ακούσια μνήμη και να επιμένει ότι πρέπει τα βιβλία να απελευθερωθούν τα βιβλία από το κλουβί της γραφής, να γίνουν ζωντανά και ικανά να κυκλοφορήσουν, να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν. Κάπου εκεί εκφράζει την ωραία έκπληξη της έμπνευσης ενός συγκροτήματος από το Hiroshima mon amour. Φυσικά πρόκειται για τους περίφημους «νεοκυματικούς» τότε Ultravox, που πιστά αρχίσαμε να ακολουθούμε στις αρχές εκείνου του ηλεκτρονικού νέου ροκ, προτού αγαπήσουν κι αυτοί τα ανοιχτά στάδια. Πού να γνωρίζαμε κι εμείς τότε, ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά θα συνεχίζαμε να απολαμβάναμε την γραφή της ηθικής αυτουργού αλλά και κάθε της λόγο σε αυτό το τόσο απολαυστικό διαλογικό βιβλίο. Somehow we drifted out so far, communicate like distant stars….

Εκδ. Ολκός, 2013, μτφ. Βάσω Μέντζου, σελ. 189, με 79 σημειώσεις του/της Ρενέ ντε Σεκαττί [Marguerite Duras, La passion suspendue. Entretiens avec Leopoldina Pallotta della Torre, 2013]

ΥΓ. Εμπνευσμένος από την Marguerite Duras και αφιερωμένος στο πρόσωπό της ήταν και ο δίσκος Hommage a Duras που κυκλοφόρησαν Οι αγαπημένοι μας Δίσκοι του Λυκόφωτος το 1987, με συμμετοχές των Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti Column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά.