Λογοτεχνείο, αρ. 47

Μάξιμ Μπίλερ, Γη των πατέρων και των προδοτών, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Ηλίας Κανέλλης, σ. 271 – 272 (Maxim Biller, Land der Väter und Verräter, 1994).

Κοιτούσε μέσα του κι έτρεμε απ’ το φόβο του γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη είχε αρχίσει να βλέπει κάθε εικόνα ξεχωριστά, κάθε φωτογραφία που τράβηξε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχε μετατραπεί σε φωτογραφική μηχανή και φιλμ συγχρόνως. Και απέναντί του όλοι αυτοί, οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο, οι πελάτες του Σόκολοφ. Ο στρατηγός που έκλεινε τακτικά δωμάτιο για να κάθεται σ’ ένα τραπέζι και να μελετάει κάτι μεγάλες, χοντρές εγκυκλοπαίδειες, ώσπου τον έπαιρνε καθιστό ο ύπνος. Η κοπέλα που πέρασε έναν ολόκληρο μήνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παλτό, να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το ζευγάρι, αυτή ξανθιά, εκείνος μελαχρινός, που συναντιούνταν στο Σόκολοφ ερήμην των οικογενειών τους για χρόνια ώσπου να γιορτάσουν στο ίδιο ξενοδοχείο το γάμο τους. Ο ξανθός όμορφος χίπι που του έσβηνε συνεχώς ο ναργιλές, οι χαρτοπαίκτες που το χάραμα έδινα ο ένας στον άλλον πίσω τα κερδισμένα, οι γέροι με τους μικρούς του πεζοδρομίου, ο ρώσος ζωγράφος, το ζευγάρι των Αμερικανών, η Γερμανίδα κι ο Γκέερμαν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου που μερικές φορές καθόταν στα άδεια δωμάτια και κοιτούσε για ώρες το πάτωμα, οι καθαρίστριες που δεν παρέλειπαν ποτέ να ανακατέψουν τις βαλίτσες των πελατών. Οι Ανατολίτες κι οι Ευρωπαίοι, οι Γιέκες και οι Φελάχοι, οι Σεφαρδείμ και οι Ασκενάζυ, οι μαύροι και οι λευκοί και οι κίτρινοι και οι κόκκινοι – όλοι τους, ο κόσμος όλος και μαζί μ’ αυτούς ο Πούλβερ, ο καημένος ο Πούλβερ που καθόταν κι έβλεπε όλες εκείνες τις εικόνες να τρέχουν μέσα του σε απόσταση δευτερολέπτων η μια πίσω απ’ την άλλη, ο Πούλβερ που άρχισε να ιδρώνει, να καίγεται σαν παλιά μηχανή προβολής. Κι έπειτα όταν πέρασαν όλα, όταν πέρασε και το τελευταίο κάδρο, έγινε μέσα του πάλι σκοτάδι και γαλήνη κι άρχισε η άλλη ταινία, η ταινία της νιότης του. Κι ο Πούλβερ είχε την εντύπωση ότι από τη στιγμή της γέννησής του δεν είχε κάνει τίποτα άλλο απ’ το να φωτογραφίζει κάθε στιγμή εκείνης της υπέροχης εποχής.

Στην Μαρία Ευσταθιάδη

Μπέρνχαρντ Σλινκ – Το Σαββατοκύριακο

Μια ιδιόμορφη σύναξη συνειδήσεων

Και ποιος νοιάζεται τώρα τι έγινε πριν τριάντα χρόνια; Πρέπει να ζήσεις στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. (σ. 92)

Πόσα ερωτήματα χωρούν σε ένα τριήμερο; Το κατά Σλινκ Σαββατοκύριακο προτίθεται να περιλάβει όσα περισσότερα γίνεται, σε σχέση με ένα αιχμηρό πολιτικό ζήτημα: την αποδοχή ενός (πρώην;) τρομοκράτη από τον οικογενειακό και πολιτικό του περίγυρο και την ίδια την κοινωνία. Πώς θα γίνει λοιπόν δεκτός από τον κύκλο του ο αμνηστευθείς Γιοργκ, ένοπλος αγωνιστής της Φράξιας Κόκκινος Στρατός; Ποιοι είναι οι «πρόθυμοι, άρα και κατάλληλοι» να παραβρεθούν, ή, μάλλον, να συνευρεθούν στο πρώτο ελεύθερό του τριήμερο ύστερα από είκοσι τρία έτη εγκλεισμού;

Όπως είναι ευνόητο, η τρι-ημερήσια διάταξη της ιδιόμορφης αυτής συνέλευσης φίλων, οικείων και πρώην «συναγωνιστών» είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη. Όλοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τις επιλογές τους και να απολογηθούν για την προηγούμενη και νυν ζωή τους, οφείλοντας, συχνά, να απαντούν στις διεισδυτικές έως και σκληρές ερωτήσεις της ομήγυρης. Ο καθένας άλλωστε αντιπροσωπεύει εκτός από τον εαυτό του και έναν ολόκληρο ιδεολογικό κόσμο ή, έστω, μια ιδιαίτερη αντίληψη ζωής.

Για τους περισσότερους ο Γιόργκ αποτελεί ένα πολύτιμο έπαθλο που επιθυμούν, συνειδητά ή μη, να αποκτήσουν για ιδία οφέλη. Η Κριστιάνε, που εκτός από αδελφή του υπήρξε και μητέρα γι’ αυτόν, κινείται μεταξύ υπόγειας ερωτικής έλξης και ακραίων εκδηλώσεων κτητικότητας. Η νεαρή κόρη ενός φίλου τον πολιορκεί ερωτικά (ως σπάνιο ερωτικό απόκτημα; ως πράξη ανθρωπισμού; λόγω του «μύθου» που αντιπροσωπεύει;), ενώ ο συνήγορός του Αντρέας, έχοντας μοχθήσει για την αποφυλάκισή του, ενδιαφέρεται πρώτιστα για την τήρηση των όρων της.

Αντίπαλο δέος σ’ όσους επιθυμούν να τον προστατεύσουν αποτελεί ο νεαρός Μάρκο, που θέλει να παρεμποδίσει αυτό που ονομάζει «κλειδαμπάρωμά» του. Κρίνοντας πως ο Γιόργκ δεν πέρασε τόσα στη φυλακή για το τίποτα και πως ο αγώνας συνεχίζεται, διεκδικεί την ανάδειξή του ως πνευματικού ηγέτη μιας νέας τρομοκρατίας. Πασχίζει να τον αποτρέψει από την ταπείνωση της συγνώμης και την συνακόλουθη καταρράκωση του κύρους του. Πιστεύει πως, μένοντας συνεπής στην ακλόνητη στάση του στη φυλακή, θα ικανοποιήσει πλήρως στις προσδοκίες των νέων αγωνιστών. Είναι εμφανείς οι προσδοκίες του ρόλου και το βάρος του προτύπου στα οποία καλείται να ανταποκριθεί ο Γιόργκ, εν μέσω μάλιστα μιας διπλής ευθύνης απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους αλλά και της επιθυμίας να απολαύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Η γνώριμη ρεαλιστική γραφή του Σλινκ, διεισδύει αργά και μεθοδικά – μην ξεχνάμε πως είναι νομικός – στην ψυχοσύνθεση των προσώπων, το υπαρξιστικό, πολιτικό και ψυχαναλυτικό έδαφος των οποίων μοιάζει με κινούμενη άμμο. Στην αφήγηση εγκιβωτίζεται, υπό μορφή κεφαλαίων γραφόμενου μυθιστορήματος από μια φίλη, ο ενδεχόμενος βίος του Γιαν, που σκηνοθέτησε την κηδεία του ώστε, ως έτερος Ματίας Πασκάλ, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα σαν «φάντασμα χωρίς ταυτότητα και ίχνη».

Όταν η πραγματικότητα στέκεται αμήχανη μπροστά σε ένα γεγονός (αμνηστία των τελευταίων έγκλειστων της RAF, γενικότερη συζήτηση περί μετάνοιας), τότε η έρχεται η λογοτεχνία να φωτίσει όψεις του. Σε αντίθεση όμως με άλλα πρόσφατα μυθιστορήματα που μίλησαν ανοιχτά περί τρομοκρατίας, η εν λόγω σύναξη δεν αποτελείται από ανυποψίαστους ανθρώπους που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή τους (όπως στο Τρομοκρατικό Χτύπημα του Γιασμίνα Χάντρα ή το Σάββατο του Ίαν Μακ Γιούαν), ούτε από στοχαστές που ωθήθηκαν σχεδόν «νομοτελειακά» στην άλλη πλευρά (όπως Ο τρομοκράτης τον Τζον Απντάικ). Στο «μετα – τρομοκρατικό» μυθιστόρημα του Σλινκ, οι πρώην αντάρτες πόλεων έχουν σταδιοδρομήσει επιτυχώς κι έχουν ενταχθεί οργανικά στην κοινωνία που αρχικά ήθελαν να καταστρέψουν (όπως συνέβη με τους περισσότερους χαρακτήρες στην Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σεμπρούν). Ένα Σαββατοκύριακο θα τους φέρει αντιμέτωπους με το νόημα της συγνώμης, την υποχρέωση της ορθολογιστικής θωράκισης των πράξεών τους, την ανάληψη μεριδίων ευθύνης και την σκληρή κριτική. H ιστορία του εντάσσεται σε ένα ειδυλλιακότατο εξοχικό τοπίο, πλήρως αποκαθαρμένο από οποιοδήποτε «αστικό» περίβλημα, ακριβώς για να σταθεί γυμνή απέναντι στην οποιαδήποτε – έστω και παροπλισμένη– ομορφιά της ζωής.

Εκδ. Κριτική, 2008, μτφ.: Αλέξανδρος Κάιμπελ, σελ. 245 / Bernhard Schlink, Das Wochenende, 2008.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).