Γιώργος Βέης – Από το Τόκιο στο Χαρτούμ. Μαρτυρίες, συνδηλώσεις

APO TO TOKIOSTO XARTOYMΟ τυχερός των οριζόντων

A.

Ένα χωρίο από το μυθιστόρημα Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ, που ξεφυλλίστηκε εκ νέου ύστερα από την ολοκλήρωση μιας αναφοράς για την πολιτική κατάσταση στο Σουδάν, παραχώρησε στον συγγραφέα την ιδέα του παρόντος βιβλίου. Η συνύπαρξη Ιαπωνίας και Σαχάρας στην ίδια σελίδα ενεργοποίησε την διαπίστωση – επιταγή του Τζορτζ Στάινερ, να αδράχνονται οι πρώτης τάξεως σκέψεις, να μην πάνε χαμένες οι καρποφόρες τάσεις του πνευματικού μας ρεύματος, ακόμα κι όταν έρχονται σε ανύποπτες στιγμές.

Τόκιο λοιπόν: εδώ η αυγή έχει το δικό της ιδεόγραμμα και η κάθε μέρα την δική της τελετή υποδοχής. Η λευκή σελίδα του ποιητή εναρμονίζεται με το ριζόχαρτο του καλλιγράφου και υφίσταται «αισθητικούς κραδασμούς πρώτου μεγέθους», δικαιώνοντας τα λόγια του Ίταλο Καλβίνο από την Συλλογή της Άμμου, πως τα ταξίδια χρησιμεύουν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, στο να σε βοηθήσουν να επαναδραστηριοποιήσεις για μια στιγμή τη χρήση των ματιών σου, την οπτική ανάγνωση του κόσμου.

japanese-girl-with-by-the-red-table-1967 - 1 Στην αναδομημένη πρωτεύουσα του 1960 εξοργισμένος ο Τζουνίτσιρο Τανιζάκι έβλεπε την ολοκλήρωση ενός ακραίου εκφυλισμού και αναρωτιόταν ποιος μεταμόρφωσε το Τόκιο σε μια άθλια και χαοτική πόλη με τον άλλοτε ωραίο της ποταμό να μοιάζει με απόνερα μαύρης μελάνης. Για εκείνον το παλιό Τόκιο βρισκόταν πια μόνο στο Κιότο. Ποιες είναι άραγε οι πρώτες πρωινές εικόνες για τον σύγχρονο παρατηρητή; Ο Βέης βλέπει ευπρεπείς αλκοολικούς στο μηχάνημα του σάκε και τρένα – σιωπηλές συνομοταξίες κινούμενων κυψελών – που δεν αργούν ποτέ.

mishimaΈνα πυκνό κείμενο αφιερώνεται στον Απολυταρχικό του Ρομαντισμού, τον Γιούκιο Μισίμα. Προτελευταίος σ’ έναν αυτοσχέδιο κατάλογο αυτοχείρων Ιαπώνων συγγραφέων – διακεκριμένων εκπροσώπων του δημιουργικού λόγου, με πιθανές συνεπώς κοινές αφετηρίες της θανάσιμης προαίρεσης, προκαλεί το ερώτημα των λόγων αυτής της σχεδόν ομαδικής εκούσιας αποδημίας. Το ανίατο σύμπτωμα της οξείας μελαγχολίας ταλαιπώρησε και τον κατά το ήμισυ ημέτερο Λευκάδιο Χερν, που πρώτος διέγνωσε «την συστηματική, κάποτε βίαιη μεταμόρφωση της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου από επικράτεια του βουδισμού ζεν, που επί αιώνες υπήρξε, σε επίγειο παράδεισο της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και του μεθοδικά οργανωμένου οικονομικού σχεδιασμού». Μήπως η ίδια η καθημερινή πράξη δημιουργικής γραφής στην σύγχρονη Ιαπωνία συχνά συνιστούσε προετοιμασία αυτοκτονίας;

fc,550x550,baby_blueΗ περίπτωση του Μισίμα, εκείνου του εκρηκτικά παραγωγικού και σπάνια αφοσιωμένου λογοτέχνη που χαρτογράφησε διεξοδικά την ιαπωνική ψυχή και συγκλονιζόταν το ίδιο με τα χρυσάνθεμα και με τα ξίφη, είναι βέβαια η πλέον πολύπλοκη και εμβληματική. Πώς να αγνοηθεί το θεαματικό του πραξικόπημά του στο ιαπωνικό κοινοβούλιο και η αυτοκτονία του με χαρά – κίρι ενώ νωρίτερα το ίδιο πρωί είχε μόλις ολοκληρώσει την τετράτομη περιώνυμη Θάλασσα της Γονιμότητας; Ο Ιναζό Νιτόμπε, στο Μπουσίντο, τον Κώδικα των Σαμουράι, προέβλεπε με ακρίβεια την αιματηρή ρήξη ανάλογων προσωπικοτήτων με την νέα ιαπωνική πραγματικότητα. Το κείμενο του Βέη είναι μια ιδανική εισαγωγή στο έργο του παράδοξου δημιουργού, του οποίου μια εξαιρετική βιογραφία θα παρουσιάσουμε σύντομα.

hearn lafcadioΙδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις «ενοικιαζόμενες αδελφές», που προσπαθούν να επανεντάξουν στην κοινωνία τους χικικομόρι, τους ιδιόρρυθμους γιαπωνέζους που κλείνονται εκούσια στο δωμάτιό τους για ασυνήθιστα μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι γυναίκες αυτές λειτουργούν γι’ αυτούς τους «αλκοολικούς της μόνωσης» ως γέφυρα επανασύνδεσης με την πραγματικότητα, εφόσον εκείνοι καταδεχτούν να εγκαταλείψουν ειλικρινά την πολυετή κατ’ οίκον μόνωση. Συχνά χρειάζεται να περιμένουν με τις ώρες στην παγωνιά, ώστε να καταφέρουν να τους βγάλουν έξω από την νησίδα υποτονικής, σχεδόν σβηστής ζωής, εκείνη την παράδοξη κιβωτό ονείρων στην οποία έχουν μετατρέψει το κλουβί τους. Επαρκής διάδοχος των Καβαμπάτα, Τανιζάκι και Μισίμα, ο Χαρούκι Μουρακάμι στο Κουρδιστό πουλί προβάλλει χαρακτήρες τρόπον τινά κρυπτο – χικικομόρι, κοινοποιώντας μας απωανατολικές ψυχώσεις, προδρόμους ίσως άλλων ομαδικών ασθενειών.

tokyo-at-night-japan-night-viewΟι μονήρεις αναχωρητές του ενός δωματίου περιφρονούν απόλυτα το μέλλον, ακριβώς όπως έκαναν και αρκετές γενιές πριν οι σαμουράι, αρνούνται να αντιμετωπίσουν τους άλλους και να εργαστούν και δημιουργούν ένα νέου τύπου στοχαστικό παράσιτο. Εξιλαστήριοι ναρκισσιστές ή εξελιγμένοι κυνικοί; Ό,τι και να είναι, αντιπροτείνουν την βεβαιότητα του δωματίου – κάστρου από την κόλαση της υποταγής στις εξωτερικές συναλλαγές του σώματος και της ψυχής. Προτιμούν να παραμένουν εφέστια πλάσματα, μεταξύ όντος και μη-όντος ή, πιθανώς, επαρκείς απελεύθεροι. Ο Βέης θυμάται το «Πάνθεον της μοναξιάς» του Φλωμπέρ, τον αμετάπειστο αυτοαποκλεισμό του Προυστ, την άνεση που βρίσκει μόνο στο στενό κελί του ο Πόρτσια και τον Μπατάιγ που είχε γράψει για την προοπτική εκφυλισμού της εργασίας σε νεύρωση και την οριακή αποξήρανση του Εγώ μέσα στα γρανάζια των δομών, μέσα στις οποίες ο αφοσιωμένος εργαζόμενος συγχέει την ύπαρξή του με την λειτουργία του.

Kazuo OhnoΣτον αντίποδα της κλειστοφοβίας, ο αυτοεξόριστος κτίζει μεθοδικά και ψύχραιμα τη δική του πτωχή αισθητική, τον περίκλειστο, υπεραπλό του χώρο. Αποπνικτικός για άλλους, ευεργετικός γι’ αυτόν, αποτελεί το φρούριο του είναι. Το ανοιχτό πεδίο της επαρχίας και ο λαβύρινθος της πρωτεύουσας αποτελούν τις δυο μεγάλες, οριοθετημένες περιοχές των δηλωμένων θυμάτων της μεταπολεμικής περίστασης. Η δική του, σχεδόν απροσπέλαστη απεραντοσύνη, η ουτιδανή γωνιά του, είναι αντιθέτως η περιούσια επικράτεια. Τον ελάχιστο χώρο το οποίο του παραχώρησε η γονική τύχη χωράει ο ωκεανός μιας ήρεμης ψύχωσης. Του φτάνουν και του περισσεύουν τα ψίχουλα του πολιτισμού. Σαν το βιβλικό στρουθίο, ο συνεπής χικικομόρι δεν θέλει να γνωρίσει τίποτε περισσότερο. [σ. 74]

Kaoru IzimaΈνα κείμενο περί των ορίων του εικονισμού αφορά τον φωτογράφο της νεκρότητας, Καόρου Ιζίμα, με το ασυνήθιστο έως αντιεμπορικό θέμα του: νεαρές γυναίκες που δείχνουν νεκρές. Οι απαστράπτουσες «νεκρές φύσεις» του αποτέλεσαν γρήγορα «πρότυπο της νεωτερικής προβολής των αγαθών του επιχειρηματικού τομέα» αλλά και μια μορφή στοχαστικής εξοικείωσης με το βιολογικό πέρας. Τελικά η εικαστικά νεκρή δίνει τη θέση της στο αναβαθμισμένο, ζωοποιημένο σχεδόν ρούχο και η θυσία της δικαιώνεται με την αύξηση των πωλήσεων. Άλλωστε η απόσταση από την πραγματικότητα δεν είναι τεράστια: εκατό περίπου άτομα αυτοκτονούν κάθε μέρα στην Ιαπωνία, ενώ το Εγχειρίδιο της αυτοκτονίας μοσχοπουλιέται και ανατυπώνεται συνεχώς.

Geisha_portrait_by_deboratsukiΓράφοντας για την αξία του κιμονό, ο συγγραφέας θυμάται την κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια του περασμένου αιώνα, η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ,που έμεινεεκστατική από τις ποιότητες και τις ποσότητες ιστοριών που εμπεριέχονται στην καλλιγραφία των κλουβιών για τα ωδικά πτηνά και αναλογίζεται πόσα ανάλογα στοιχεία, πόσα παρεμφερή κεκρυμμένα θα μπορούσε να είχε ανιχνεύσει σ’ αυτή την ειρκτή από μετάξι, στο περίτεχνο κλουβί του γυναικείου σώματος.

Οι ήρωες του Γιασουνάρι Καβαμπάτα και του Τζουνισίρο Τανιζάκι και οι λέξεις των Ανρί Μισό, Λου Σουέν, Εμίλ Σιοράν, Άρθουρ Κέσλερ, Ρολάντ Μπαρτ, Οκτάβιο Παζ, Πίτερ Κάρεϊ, Καζούο Ισιγκούρο, Γκορ Βιντάλ δεν αποτελούν παρά βοηθητικές πυξίδες στην μαθητεία του στην πρωτεύουσα και την χώρα της.

B.

Ricksha in Port SudanΑπό την Άπω Ανατολή μέχρι την Μαύρη Ήπειρο η μετάβαση μοιάζει αδύνατη και αβυσσαλέα. Όμως ο συγγραφέας αισθάνεται κι εδώ ευπρόσδεκτος – ήδη τον καλωσορίζουν δυο τριζόνια που κατοικούν και απαγγέλουν το μονότονο ποίημά τους από κάποιες απόκρυφες σχισμές του τοίχου της κουζίνας. Οι πανύψηλες χουρμαδιές και η κόκκινη γη του Καμερούν ολοκληρώνουν το αίσθημα της φιλότητας και την διαβεβαίωση πως αποτελεί κι ο ίδιος κομμάτι της. Ίσως ένας κεντρικός χαρακτήρας του Γκράχαμ Γκριν (The Heart of the Matter) δίνει μια απάντηση: Γιατί αγαπώ τόσο πολύ αυτόν τον τόπο; Μήπως γιατί εδώ πέρα η ανθρώπινη φύση δεν έχει την ευκαιρία να μασκαρευτεί; Η ανάγνωση, άλλωστε του Γκριν και ιδίως οι μουλιασμένες παράγραφοι από τις βροχές επιβεβαιώνουν τον χαρακτήρα της λογοτεχνίας ως φαρμακείου για τους τροπικούς.

sahara sudanΗ τετραετής μεταφύτευση στην αφρικανική ενδοχώρα υπήρξε επιτυχής και καρποφόρα. Πολύτιμοι αντιπρόσωποι της γης, οι έμπειροι της υποσαχαρικής Αφρικής συγγραφείς, κυρίως ο Σελίν και ο Καχτίτσης, είχαν ήδη φροντίσει για τις συστατικές οδηγίες. Και η Γιαουντέ γίνεται για τον συγγραφέα μένα εμφανέστατη προέκταση των υδροχαρών, ρευστών τοπίων της Άπω Ανατολής που γνώρισ[ε] ως τυχερός των οριζόντων. Κι αυτός ο τυχερός ετοιμάζεται να γράψει για τα τοπία που τον μύησαν στην τέχνη της μεταμόρφωσης των ορατών σε ινδάλματα μιας διαρκούς απόλαυσης.

«Στις όχθες των δύο Νείλων», που ξεκινά με παράθεμα από την εμβληματική Μερόη του Ρολέν, υπό 45 βαθμούς, οι φιλάργυροι των κινήσεων είναι πάντα έτοιμοι να μοιραστούν μαζί camel postman 5mτου ακόμα και τη σκιά τους. Η Τζορτζ Έλιοτ, του δικού της εμβληματικού Middlemarch έβαζε έναν χαρακτήρα της να επιμένει ότι αν οι εξερευνητές συμφωνούσαν να διατηρήσουν εσαεί απάτητη την περιοχή των πηγών του Νείλου, θα άφηναν επιτέλους έναν τόπο άμωμο, αφιερωμένο αποκλειστικά στη διάθεση της ποιητικής φαντασίας.

Ο οίνος των χουρμάδων (αράκι), απαγορευμένος στο καθεστώς της ποτοαπαγόρευσης που ισχύει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, παράγεται και πίνεται ιεροκρυφίως, κάποτε και μέσα στην αποπνικτική σκόνη και την βρωμιά δίπλα σε υπερπλήρεις σακούλες σκουπιδιών και σε άλλα απόβλητα της καθημερινότητας. Υποκατάστατο ολέθριο των οινοπνευματωδών στο οποίο έχει προστεθεί, για ευνόητους λόγους, μια ικανή ποσότητα διοξειδίου του θείου, από αυτό που φέρουν οι κοινές μπαταρίες, συνιστά το εφόδιο του πλούσιου και του φτωχού για ένα ταξίδι στον απόλυτο γνόφο μιας απόσυρσης. Κι έτσι η ακύρωση της μουσουλμανικής εθιμοτυπίας συνιστά ένα είδος ανταρσίας και μια αυτοκαταστροφική αντίδραση μαζί.

tumblr_m8fa34Aui31rz7pseo1_500Το Χαρτούμ, πόλη θολή, μισοφασματική, μισοαληθινή, ανήκει στις επίπεδες πόλεις  μήτρες, μακριά από τις επιθετικές πόλεις – φαλλούς όπως το Χονγκ Κονγκ ή το Μανχάταν. Το ζεματιστό χνότο της Σαχάρας, το πολλαπλώς ιερό αλλά άγονο χώμα με τα «άνυδρα, στερημένα απογεύματα αιώνων», η γη που προσπαθεί να δροσιστεί από την ιδέα του θείου, φτάνει ως εδώ. Μέσα στην εμμένεια της άμμου και την εντοπιότητα του καύσωνα ο εφιάλτης της αφυδάτωσης ξορκίζεται από τους ντόπιους με το αργό, ιερατικό βάδισμα, σαν βουβή επίκληση σε ένα δροσερότερο επέκεινα, όσον κι αν ακούγεται παράλογο ή μεταφυσικό. Ο προσεκτικός ταξιδιώτης, ιδίως εκείνος που έχει μάθει να ξεχωρίζει εύκολα ανάμεσα στα ερείπια των μνημείων και στις μικροχαρές της ζωής, το απώτερο νόημα του χρόνο, θα μας έλεγε ότι όποιος ζει σ’ αυτά τα μέρη γίνεται ο ίδιος σιγά σιγά κινούμενη ξηρασία κι απαντοχή, κινούμενη έρημος και όαση μαζί. [σ. 266]

tumblr_m93z85Opjt1rxd6fro1_500Η πίστη των γηγενών ανιμιστών δεν έχει εξαλειφθεί, παρά τις μεθόδους των μονοθεϊστών. Σε κάθε περίπτωση, εδώ, στις παρυφές του κίτρινου τίποτα, ο Θεός είναι η έσχατη παρουσία. Οι κόπτες επίσκοποι, οι τελευταίοι πνευματικοί ηγέτες των πολυπληθών μονοφυσιτών με περηφάνια δηλώνουν ότι από καθαρά πνευματική άποψη είναι απόγονοι των πρώτων χριστιανών. Εδώ η σκληρότητα των περιστάσεων είναι άλλου είδους, από τις θυσίες των ζώων ως τον 26χρονο εμφύλιο πόλεμο. Αλλά μέσα στις τραγικές πολιτικές μοίρες της χώρας, οι νομάδες, οι περιστασιακοί οπλαρχηγοί, τα αφεντικά της καμήλας και των αλόγων δεν πιστεύουν σε σύνορα και διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες κρατών. Οι έμπιστοι των αμμόλοφων νομοθετούν εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια με γνώμονα τις κινήσεις των κοπαδιών τους κατά την περίοδο των βροχών και των αντίστοιχων ξηρασιών.

the university of khartoumΟι Λυπημένοι Τροπικοί του Λεβί – Στρος και το Ημερολόγιον του εν τω Σουδάν Ελληνισμού, ο Ηλιόδωρος και ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ιάκωβος και οι αδελφοί του (Τόμας Μαν), και οι λέξεις των Βιτγκενστάιν, Σέλινγκ, Γέιτς, Μαντελστάμ, Άγκαμπεν, Φλωμπέρ, Κάφκα, Πεντζίκη και πολλών άλλων, συντροφεύουν και ενίοτε φωτίζουν την οπτική του συγγραφέα πάνω στους τόπους που μας μετατρέπει, με τη σειρά του, σε λέξεις. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 342, με φωτογραφικό δεκαεξασέλιδο για το Τόκιο και οχτασέλιδο για το Χαρτούμ.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

Γιώργος Βέης – Μανχάταν – Μπανγκόκ. Μαρτυρίες, μεταβάσεις

coverΈνας εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος

Μια από τις βαθύτατα αγαπημένες μου ταινίες είναι το Τάκερ του Φ.Φ. Κόπολα (1987), με τον Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του εκκεντρικού εφευρέτη και επιχειρηματία Πρέστον Τάκερ που συνόψισε τις προσδοκίες, την επιτυχία αλλά και την αναπόφευκτη κατάρρευση που δοκίμασαν και χιλιάδες συμπατριώτες του στην μεταπολεμική Αμερική. Στην πολιτεία Υψηλάντη του Μίτσιγκαν, τυπική μεσοδυτική περιοχή που οφείλει το όνομά της σε φιλέλληνες ενθουσιασμένους από τη δράση της φερώνυμης οικογένειας, ο Τάκερ κατασκεύασε στην αυλή του ένα ευφυές αυτοσχέδιο όχημα. Το ονομαζόμενο Τάκερ, με τις προστατευτικές ασπίδες αέρα και τα κυκλώπεια φανάρια, αποτέλεσε το «αυτοκίνητο του μέλλοντος»…

… αλλά όπως ήταν επόμενο ο ενθουσιώδης δημιουργός ήρθε σε άμεση ρήξη με τις τρεις παντοδύναμες βιομηχανίες αυτοκινήτων του Σικάγου (Φορντ, Τζένεραλ Μότορς, Κράισλερ) που του κήρυξαν ανέντιμο, εξοντωτικό πόλεμο μαζί με τους πολιτικούς τους συμμάχους, οδηγώντας τον στο δικαστήριο για κατασκευασμένα αδικήματα. Λίγο αργότερα χρεοκόπησε, αφού μπόρεσε να διαθέσει στην αγορά πενήντα ένα μόλις αυτοκίνητα (σαράντα επτά απ’ τα οποία επιζούν έως σήμερα) και πέθανε το 1956, χωρίς να παραιτηθεί από την έμμονη ιδέα του. Σε μια από τις αξέχαστες κινηματογραφικές σκηνές ο Τάκερ δικαιώνεται στο δικαστήριο και οι ένορκοι μαζί με μέλη του ακροατηρίου επιβαίνουν πανευτυχείς στα ολοκαίνουργια μοντέλα που παρασκεύασε ταχύτατα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

gvΟ «εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος» του Γιώργου Βέη, ποιητή και διπλωμάτη, ακριβώς στην παράδοση ποιητών – διπλωματών όπως κάποτε έγραψε ο Δημήτρης Καλοκύρης, συνεχίζει να μας δίνει ερεθιστικότατα βιβλία μιας απολύτως προσωπικής και σαγηνευτικά ποιητικής ταξιδιωτικής (και ταξιδευτικής!) πρόζας. Αυτή τη φορά οι στάσεις είναι δύο: Ινδοκίνα – Κίνα  – Ινδονησία και Το τοπίο ως παιδαγωγός, το ταξίδι ως αισθητική. Ξεκίνησα αντίστροφα, στο Δυτικό δεύτερο μέρος του βιβλίου, συγκινησιακώς αιφνιδιασμένος από το κείμενο για την ξεχασμένη ταινία – μεταφορά μιας ολόκληρης Αμερικής. Άλλωστε, «Τι άλλο θέλετε;» διαβάζουμε στα μάτια του Τζεφ Μπρίτζες που χαμογελά συνεχώς επί 105 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το φιλμ, γράφει ο Βέης, βέβαιος πως ο Τάκερ είναι η προγενέστερη Αμερική, η Αμερική του Βενιαμίν Φραγκλίνου και πως ο Δον Κιχώτης οδηγεί εντέλει ένα Τάκερ.

Preston_Tucker_himselfΜανχάταν, λοιπόν, «το υπερ-άστυ, δηλαδή το μείζον κείμενο», που βιώνει ξανά με το δικό του τρόπο, ανιχνεύοντας αλήθειες και πλάνες στα κείμενα του Στάινερ, του Μέιλερ και του Σαρτρ αλλά και του Λεβί – Στρος, που καθόρισε μια πολυπρισματική συνεκδοχή της πόλης – τροφού. Όπως στο Πεκίνο, έτσι κι εδώ ο συγγραφέας αισθάνεται την μέθεξη με το χώρο, στο βαθμό που κι ο ίδιος γίνεται πότε αναπόσπαστο μέρος του, και πότε ο χώρος προέκτασή του ίδιου. Και άραγε τι έλεγε ο Πολ Μοράν, ο συγγραφέας που ερωτεύτηκε τον δρόμο, άρα και τη Νέα Ρώμη του 1930; Πως στην Αμερική η ανάγκη για διασκέδαση ξεσπάει σαν επανάσταση, πως υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, εκείνη της ίδιας νύχτας, πως η Τεσσαρακοστή Δεύτερη οδός μοιάζει με χίλιες πλατείες Πιγκάλ μαζί, ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, βαλμένες πλάι πλάι, πως εκεί ξεχνάς την ιστορία, πως η φύση και οι θεοί έχουν αντικατασταθεί από καινούργιες λέξεις. Ένας άλλος ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο Σελίν, υπογράμμισε όσο ελάχιστοι την σεξουαλικότητα του Μανχάταν: πόλη ορθή.

 Tucker BridgesΣτην αμερικανική μητρόπολη διάβαζε επισταμένα το Walden του Ντέβιντ Θορό (σε δύο αντίτυπα, στο σπίτι και στο γραφείο), μυούμενος στην εντοπιότητα και την ιθαγένεια που τίμησαν ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και επιστρέφοντας στο ερώτημα του Θορό μήπως η Αφρική και η Άγρια Δύση δεν συμβολίζει παρά το δικό μας εσωτερικό κόσμο, την δική μας λευκή ανεξερεύνητη περιοχή. Ειδικότερα κείμενα αφιερώνονται στον Νικόλας Κάλας (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε), στον Μπόρχες, στον Άντι Γουόρχολ, στον Μπομπ Ντίλαν, στον Φρανκ Στέλα (έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανους ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών) κ.ά.

Silom Road Bangkok from State TowerΟ συγγραφέας έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη για έξι χρόνια (1983 – 1989) και στην Κίνα για εφτά και πλέον χρόνια (Πεκίνο 1991 – 1995, Χονγκ Κονγκ 2000-2004). Η εμπειρία της Άπω Ανατολής, αποτυπωμένη ήδη σε προγενέστερα βιβλία, συνεχίζει να μεταπλάθεται σε στοχασμό και γραφή. Σίγουρα ένας άλλος δρόμος θα βούλιαζε κάτω από τόσους κραδασμούς. μέσα σε τόσους σπασμούς θα είχε γίνει θρύψαλα. Οι μεγάλες λεωφόροι γερνούν, εκφυλίζονται σε λυρικά απομεινάρια του άδοξα σπαταλημένου χρόνου. Όχι όμως αυτή. Ανεπιτήδευτη και ανεξίκακη, πολιτισμικά ευάγωγη, η Σιλόμ επιτρέπει συνειδητά σε όλους απλώς να είναι, γράφει για την Λεωφόρο Σιλόμ στην κομβική Μπάνκοκ, για την οποία άλλοτε εκφράστηκε με πρώιμο ενθουσιασμό ο Τζόζεφ Κόνραντ σΤα Νιάτα. Ο «οδυσσειακός» Ευρωπαίος Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ήταν για χρόνια φανατικός κάτοικος αυτής της πόλης.

6111675462_beaa8bbbf5_zΣτην Ταϊλάνδη οι θρησκευόμενοι έχουν ένα σπάνιο προνόμιο: οι βουδιστές κρατούν τον νεκρό στο φέρετρο για πέντε ημέρες πιστεύοντας πως οι νεκροί τους ακούνε, έτσι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, να καλυφθούν παραλείψεις και να διορθωθούν σφάλματα. Ο συγγραφέας παρατηρεί την εναπόθεση του θανάτου σε ναούς και βιώνει την ιερότητα των μακρόσυρτων κατευοδίων, ανάμεσα σε επαγγελματίες των κοπετών, πρόβες χάους και γαλουχίες του ελέους, μέσα σε σκηνές ξεκομμένες από το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Εκεί ο νεκρός θα αναπνέει «μέσα από τις μελλοντικές χαρές τους, μέσα από τα διάκενα της τέλειας αμεριμνησίας τους». Για άλλη μια φορά η οικουμενικότητα της απώλειας μας φέρνει κοντά και μας εξισώνει…

075Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις τυφλές μασέζ, μια αρκετά μεγάλη υποκατηγορία της εργατικής τάξης· βρίσκονται πάντα στους ημιωρόφους των ξενοδοχείων, στο πίσω μέρος των κουρείων, στους βοηθητικούς χώρους των λαϊκών εστιατορίων και στα ταπεινότερα υπόγεια. Σαν τον τυφλό βελονιστή κύριο Σουζούκι, στο μυθιστόρημα Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, αυτές οι φυσιογνωμίστριες του σκοταδιού ασκούν την επιχειρηματολογία των μαλάξεων και αλώνουν τους όγκους των σωμάτων, που τους αφήνονται απολυτρωμένα και ανυπεράσπιστα μαζί.

Στην Καμπότζη στο Μουσείο της Εξόντωσης και σε μια τσιμεντένια παγόδα που αποτελεί μια από τις εκατοντάδες κιβωτούς συλλογικού πένθους, καθώς εκεί έχουν οργανώσει «τα απέραντα λιβάδια του εμφύλιου αίματος σε καταπράσινα αρχεία αναδρομικής φρίκης και αποτορπιασμών», ο συγγραφέας σκέφτεται πως η συσσωρευμένη επιθετικότητα των Ερυθρών Χμερ και του άφρονα ηγέτη τους Πολ Ποτ είναι το καταπίστευμα του εφιάλτη – παρανθρώπου, αυτού του διακεκριμένου σφάλματος παραγωγής της Φύσης και διαβάζει την εθνοκτονία στα ιερογλυφικά του πολέμου με τάξη στα καύκαλα της βιτρίνας.

5797633253_d693262899_zΣτο κρυμμένο στα ενδότερα της οργιαστικής φύσης Σιέμ Ριέπ και στα αυτοκρατορικά οικοδομήματα με τα αινιγματικά αετώματα, τα ερείπια ζουν για χρόνια στην άμεση δικαιοδοσία των βαθύσκιων ατραπών, περισφιγμένα από αμέτρητα κλαδιά και κορμούς και ρίζες από τα αλλοτινά μικροσκοπικά σπορόφυτα που έριξαν κάποτε τα πουλιά. Στους τοίχους καλλιγραφεί συστηματικά η υγρασία και αναρωτιέται ο συγγραφέας: Είναι ερειπιοφυή δέντρα και μοιραία κατεξουσιαστικά φυτά ή μήπως το ακριβώς αντίστροφο, ανεκτίμητοι φύλακες τιμαλφών; Τα κλαδιά και οι ρίζες αμύνθηκαν υπέρ της φυλετικής μνήμης κατά τρόπο απρόβλεπτο και ρηξικέλευθο…

Ta Prohm. Angkor, Cambodia.Στους συλημένους ναούς της Ανγκόρ, με τους αποκεφαλισμένους Βούδες και τα χορταριασμένα δωμάτια ανάμεσα στις χαραμάδες του θαυμασμού θυμάται πως εδώ έδρασε ο νεαρός Αντρέ Μαλρό που το 1923 καταπριόνισε κομμάτια τους, μετριάζοντας εμμέσως τις κατηγορίες της κατάφωρης αρχαιοκαπηλείας του στο βιβλίο του Βασιλική Οδός (1930). Η Ανγκόρ είναι πλέον ένα πλάσμα του δάσους, σαν αυτά που κατοικούν σε ορισμένες νοτισμένες σελίδες του Κόνραντ και του Κίπλινγκ.

yasunari_kawabata1Στην Κίνα, το βίωμα συγκεκριμένων βουνών κάποτε ξεπερνά ακόμα και την εμπειρία σατόρι, αυτή την «ακραία έκλαμψη αυτοσυνειδησίας», καθώς ο συγγραφέας θυμάται αποσπάσματα από το κυνηγετικό όπλο του Γιασούσι Ινόουε αλλά και τον κύριο χαρακτήρα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα που στον Ήχο του βουνού του ακούει με ιδιαίτερη ευκρίνεια το πλησιέστερο βουνό. Τα όρη ως μεγάλη, υπαίθρια βιβλιοθήκη ποιημάτων ανακαλούν σελίδες από τις Περιπλανώμενες σκιές του Πασκάλ Κινιάρ,  την Δώρια του Έζρα Πάουντ που ζητά να κρατηθεί στην βαθιά μοναξιά των ανήλιαγων γκρεμών αλλά τις φράσεις του Μαρκ Σαγκάλ, πως για τον ευγενικό περιπατητή το βουνό είναι μια δεύτερη γενέτειρα συγκινήσεων.

Η λογοτεχνία του Βέη είναι ένα συναρπαστικό αμάλγαμα προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικής γραφής, δοκιμιακής ενδοσκόπησης, περιπλανητικής θεωρίας, κορυφαίας πεζόμορφης ποιητικής και αισθητικής στοχαστικής. Ο ποιητής εγκολπώνεται χωρίς κανένα δισταγμό τις παραδοξότητες των τόπων, τους αποδέχεται ως υλικό ονείρων και πορεύεται με τις αποζημιώσεις των περιφορών, τις απομνημονεύσεις των φευγαλέων και τις θεωρήσεις των μυήσεων πάνω στο διαβατήριο.

400px-preston-tucker-tucker-torpedo-1946Αναπόσπαστο κομμάτι των βιβλίων του αποτελεί η βιβλιογραφία των παραθεμάτων, γεμάτη από έργα, εκτός των προαναφερθέντων, των Βιττγκενστάιν, Μάγκρις, Ντεμπόρ, Πεσσόα, Πόρτσια, Προυστ, Ροθ, Σέλλινγκ, Στίβενς, Φλωμπέρ, Φώκνερ, Χαίλντερλιν και πολλών άλλων αρχαιότερων και νεώτερων δεν καθρεφτίζει παρά την βαθύτατη καλλιέργειά του αλλά και τον ατελεύτητο διάλογο ταξιδιών και γραφής. Τα περισσότερα από τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Η Λέξη, Νέα Πορεία, σε ένθετα εφημερίδων και ηλεκτρονικές σελίδες. Θα συνεχίσουμε τις επόμενες ημέρες παρουσιάζοντας παλαιότερα έργα του, όλα Κεδρώα και κερδώα.

Εκδ. Κέδρος, 2011, σ. 237, με 24σέλιδο έγχρωμο φωτογραφικό ένθετο και βιβλιογραφία παραθεμάτων. Στις εικόνες: Ο Τάκερ στο Τάκερ, ο Τζεφ ως Τάκερ, η Σιλόμ τη Νύχτα, Σιέμ Ριέπ, Άνγκορ, Καβαμπάτα, ο Άνθρωπος και το Όνειρό του.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Western & Eastern.