Διονύσης Μαρίνος – Τελευταία πόλη

Στον δρόμο (μιας χώρας που κάποτε έλεγαν Γιουγκοσλαβία)  

Σε αυτό το απύθμενο άγνωστο, που στην αρχή του ταξιδιού μόνο φαρμακερό πόνο τούς προκαλούσε, αλλά, καθώς χανόταν ακόμα πιο βαθιά στην πρησμένη γη και κατατρώγονταν από την τοκογλυφία του χρόνου, ο δρόμος έγινε ο σιαμαίος αδερφός τους. [σ. 23]

Στον δρόμο: σπάνια μια φράση έχει τόσα διαφορετικά εννοιολογικά φορτία – περιπλάνηση, διαφορετική κοσμοθεωρία ζωής, οικείωση με τον κόσμο, έξοδος από τον αστικό εγκλωβισμό του ιδιωτικού σπιτιού αλλά και κατάσταση αστέγων, εκδίωξη, προσφυγιά και ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ. Σε μια από τις χειρότερες εκδοχές του δρόμου ωθείται ένα νεαρό ζεύγος μαζί με το μικρό του παιδί, την εποχή του πολέμου στη Βοσνία. Από τις αρχικές προφορικές τους φράσεις – Μας είπαν πρόσφυγες. Μέσα στην ίδια μας τη χώρα. Και αυτοί που μας ονόμασαν έτσι πρόσφυγες θα γίνουν μια μέρα – , αν άτυπο προφητικό επίγραμμα, μέχρι το ατέλειωτο σιωπηλό τους περπάτημα, γινόμαστε μάρτυρες της πορείας τους, μιας πορείας που αποτελεί πλέον κοινό συλλογικό ευρωπαϊκό υποσυνείδητο.

Αυτά τα τρία κεφάλια περπατούν σκυφτά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό· τα μέλη τους μοιάζουν να έχουν προσαρμοστεί τυχαία και ακαθόριστα πάνω στα κυρτωμένα τους κορμιά. Μπροστά τους ανοίγεται ένας ορίζοντας σας πάτος βαρελιού γεμάτου φρέσκια πίσσα, χωρίς ψυχή ζώσα. Προορισμός τους και ενσάρκωση ύστατης ελπίδας η παλιά θάλασσα, έστω και γεμάτη τώρα με πολτώδη βρωμιά, έστω και με νερό σταχτί σα βλέννα, με την βέβαιη σχεδόν υποψία της οριστικής της μόλυνσης. Η αναχώρηση τους έμοιαζε δηλητηριασμένη με κινδύνους, αλλά και οι τέσσερις τοίχοι ήταν αβάσταχτοι όσο ποτέ. Γύρω τους σφύριζαν σπαράγματα ειδήσεων για εχθροπραξίες και σηκωνόταν ο αχός των (πόσο μακρινών;) γεγονότων. Μέχρι χθες έβλεπαν τα ράφια του σούπερ μάρκετ να αδειάζουν, το ρεύμα να κόβεται, τον δρόμο έξω απ’ το παράθυρό τους να ερημώνει, τα γραφεία να κατεβάζουν ρολά από το φόβο της επίταξης.

Η ελπίδα ότι στον δρόμο προς την θάλασσα ίσως αργήσουν να τους βρουν, εκτός κι αν κι αυτή αποτελεί ένα ψεύδος ζωτικό, υπερίσχυσε της επιλογής να μείνουν «με δική τους ευθύνη». Η φυγή με την πόρτα αφημένη ορθάνοιχτη ήταν θέμα χρόνου – και πιθανώς ενός υπόκωφου πανικού. Ο γείτονάς τους έχει ήδη φύγει αλλά τους αρνήθηκε κάθε κοινή πορεία. Είχε δίκιο ο Ζάρκο. Κανείς δεν αντέχει το διπλανό του, γιατί είναι σαν να βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη.Και πώς να πορευτείς όταν η  πεπερασμένη αλήθεια του κουρασμένου τοπίου, έτσι ήσυχο όπως τους αγκάλιαζε, έδειχνε να είναι η τέλεια παγίδα; Όταν το περπάτημα γίνεται αβάσταχτο με το καύκαλο στην πλάτη τους, τα σακίδια με τα πράγματα που διάλεξε ο καθένας, τα μοναδικά που τους ανήκουν σε έναν κόσμο που κανείς δεν θα έχει τίποτα για κάμποσο (πόσο;) καιρό; Πόσο μάλλον όταν η προγενέστερη δημόσια ζωή τους ήταν ανύπαρκτη:

Ο Νικόλα δεν είχε βγει ποτέ πέρα από το τετράγωνο που όριζε το σπίτι του και το άλλο που τον περιχαράκωνε στο εργοστάσιό του. Πήγαινε και ερχόταν κουβαλώντας το βάρος των επιθυμιών του, που ποτέ δεν έβρισκαν κάπου αλλού να ξαποστάσουν. με τον καιρό, απέκτησε, σαν τσίχλα που δεν ξεκόλλαγε, εκείνη τη συναισθηματική ανικανότητα να θαυμάσιε κάτι καινούργιο, να ξανοίξει το βλέμμα του, να γευτεί το άγνωστο. Τώρα αναγκάστηκε να το χάφτει με τις παλάμες του γεμάτες από τον πικρό καρπό του άτακτου φευγιού. [σ. 17]

Ο Νίκολα και η Κάλι στο δρόμο χάνουν τα ονόματά τους, γιατί δεν έχουν καμία σημασία. Το κουδούνισμα των ξεχασμένων κλειδιών στην τσέπη ακούγεται ειρωνικό, Ακόμα και οι σκέψεις της παλιάς τους ζωής αφαιρούνται από το μυαλό, «σαν ρούχο περιττό». Πώς θα φύγει όμως ολόκληρο το παρελθόν που τρυπάει ακόμα και τα πλευρά, όταν το παρόν δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα μαύρο αρχιπέλαγος σκόνης και ρύπων, μια κρούστα υποτυπώδους ζωής; Βαδίζοντας προς το τίποτα μετατρέπονται σε «ανθρώπινα σαρκώματα, λεπιασμένα από τη σκόνη και τον ιδρώτα», με πνευμόνια «σαν ξεραμένα ασκιά χωρίς αέρα», μονοδιάστατες λωρίδες κρέατος, σκελετοί που αναπνέουν από συνήθεια, σκιές σπασμένες κι ακανόνιστες, κυνηγημένες απ’ τη φλόγωση του δρόμου και την ρυπαρότητα της ίδιας τους της ύπαρξης. Περνούν από γειτονιές σπαρμένες με λιμνάζοντα φόβο, με χαμόσπιτα έρημα σαν άδεια μνήμη. Και ποιο μέρος είναι άραγε ασφαλέστερο, τα άγνωστα σπίτια ή ο έκθετος δρόμος;

Γύρω τους ένας κόσμος απονεκρωμένος, με σκόρπιες μαριονέτες, «που έχει σπάσει ολότελα σε κομμάτια και κανένα σκοινί δεν μπορεί να τον κρατήσει στη θέση του». Οι άδειες χαμοκέλες με τα χάσκοντα παράθυρα – τρύπες μοιάζουν εφιαλτικότερες απ’ τον δρόμο· ακόμα κι σόμπα στο εσωτερικό τους, μαύρη και ακίνητη, μοιάζει σαν εσταυρωμένος. Στις καχύποπτες ερωτήσεις των οπλισμένων για το ποιοι είναι απαντούν: «Διωγμένοι από τα σπίτια μας, αυτό είμαστε μόνο» και μπροστά στην επιμονή των ξεχασμένων τρωγλοδυτών που οικειοποιούνται τα εγκαταλειμμένα σπίτια και τους προτείνουν επίμονα την πώληση του παιδιού τους δεν μπορούν παρά να συνεχίσουν την πορεία τους. Ελπίζοντας να μην καταλήξουν απόβλητοι σαν κι αυτούς, που απλώς ζουν περιμένοντας, ορισμένες φορές ούτε καν αυτό.

Η μυρωδιά του δάσους ήταν ταγκή και αποκρουστική ακόμα και για τα δικά τους ρουθούνια, που είχαν συνηθίσει να οσμίζονται τις βρομιές σαν κάτι το φυσιολογικό. Λες και οι ίδιοι είχαν ενδυθεί πλέον αυτή την ανυπόφορη μπόχα, τόσο, που άρχισαν να πιστεύουν (και πιο πολύ αυτός) ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση του σαν ένα σφουγγάρι ή μια αχόρταγη καταβόθρα, που υπό συνθήκες μπορεί να καταπιεί τα πάντα: από ροδόνερο μέχρι περιττώματα. [σ. 28 – 29]

Έξω στο δρόμο λοιπόν οι πολίτες γίνονται πρόσφυγες, οι κάτοικοι μετανάστες, οι φίλοι αντίπαλοι, όπως άρχισαν να γίνονται οι αντίπαλοι τις μέρες που έπεσε η πρώτη σφαίρα και οι μάχες γίνονταν πέρα απ’ τα βουνά, όταν η κουβέντα πήγαινε στον ποδοσφαιριστή της ομάδας που είχε γεννηθεί από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος και τώρα ήταν κανονικός εχθρός. Πάμε, δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε από το να προχωρήσουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε λέει κάποια στιγμή η Κάλι. Συνεχίζουν προς τον εφιάλτη του κατεστραμμένου λιμανιού, μ’ έναν βαθύ φόβο για την πορεία προς την αποκτήνωση. Συνεχίζουν…μέχρι;

Η νουβέλα δεν ισορροπεί μόνο ανάμεσα σε λεπτότατο σκοινί πάνω από το αβυσσαλέο της θέμα αλλά και ανάμεσα στην υπόκωφη σκληρότητα της συγκυρίας και τον διογκωμένο, σχεδόν πρησμένο εσωτερισμό των χαρακτήρων. Ρεαλισμός βρώμικος και λυρικός ταυτόχρονα. Αλλά, υπάρχει και μια άλλη ισορροπία, στο μέσον της οποίας βρέθηκα ως ανάγνωσης. Από τη μία, ο ίδιος ο μύθος με προέτρεπε να διατρέξω όσο γινόταν γρηγορότερα το τραγικό οδοιπορικό των χαρακτήρων για να είμαι εκεί στην σωτηρία τους (που ήλπιζα) ή στο χαμό τους (που απευχόμουν), – κάποιες φορές μάλιστα και από την φευγαλέα αίσθηση πως κι ο ίδιος έπρεπε να επιταχύνω το βήμα, υπό τον φόβο της απειλής εκείνων που ακολουθούν. Από την άλλη, οι ίδιες οι παράγραφοι με κρατούσαν δέσμιο, για να δω ευρύτατα πλάνα εξωτερικών εικόνων αλλά και εσωτερικών σκέψεων (σε μια ομολογουμένως δύσκολη αντίστιξη) και οι ίδιες οι λέξεις απαιτούσαν την στάση μου πάνω στην ποιητική τους αλλά και την ποικιλία τους. Πόσο μάλλον αν σκεφτεί κανείς το εξαιρετικά λεπτό, αβυσσαλέο (και εντελώς ανεπιθύμητο από τους έλληνες λογοτέχνες) επίκεντρο της Τελευταίας Πόλης.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012, σελ. 101

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Χρήστος Χρυσόπουλος – Φακός στο στόμα. Ένα χρονικό για την Αθήνα

Ο ουρανός που δεν μας προστατεύει

στο δικό μας μυαλό έχουμε συνδέσει την καθημερινότητα με το ερείπιο και έχουμε συνηθίσει στη θέα του ημιτελούς, του ανεπισκεύαστου και του όντως κατεστραμμένου. Γι’ αυτό ίσως δεν μας κάνουν εντύπωση τα έμβια, τα ανθρώπινα ερείπια γύρω μας. Να, λοιπόν, που έχουμε μεταβληθεί σε ένα μουσείο ερειπίων. […] Τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε  το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε. Κι έτσι επιλέγουμε απλώς να μην κοιτούμε. [σ. 95 – 96]

1. Ο συγγραφέας και ο δρομέας

Η δουλειά του συγγραφέα μοιάζει σε πολλά με τον αγώνα του μαραθωνοδρόμου: ο δρομέας τρέχει μόνος, η διαδρομή καταλήγει στην αφετηρία, ο αγώνας γίνεται υπό αντίξοες συνθήκες. Πράγματι, η τέχνη του αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του δρομέα, μια άσκηση ρυθμού, άλλοτε επιζητώντας την ταχύτητα (: στην ακαριαία μεταμόρφωση του βιώματος σε λέξεις) και άλλοτε το αντίθετό της (: στην συγκράτηση της έκφρασης και στην κούραση της σκέψης πάνω σ’ αυτό), ενώ συχνά ο αγώνας γίνεται χωρίς ελπίδα για νίκη. Κάπως έτσι η γραφή ενός χρονικού μοιάζει με μια σύντομη επιτάχυνση κατά τη διάρκεια ενός μαραθωνίου. Το τρέξιμο πίσω από τα γεγονότα ανταγωνίζεται την ωρίμανση της εντύπωσης, αμφότερα αποστρέφονται την πλοκή (μολονότι δεδομένη όπου υπάρχει γραφή) και τελικά το παροντικό βλέμμα φιλοδοξεί να διατηρήσει την δραστικότητά του και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Κάπως έτσι, δρομέας της μιας ανάσας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος εντάσσει τις  παραπάνω σκέψεις στον «επίλογο» ενός χρονικού που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ως χειρόγραφου κομματιού ενός μελλοντικού βιβλίου που συζευγνύει κείμενο, εικόνα και περιπλάνηση· ενός έργου που γράφτηκε μεμιάς και παραδόθηκε άμεσα στον εκδότη. Το χρονικό συνδυάζει παρατήρηση, συνομιλία, δοκίμιο και μυθοπλασία και αποδίδει ακριβώς την συγκυρία της πόλης [του] κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

2. Η πόλη των νέων φόβων

Στην πόλη μας ο αισθησιασμός μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από την οδύνη.

Η μητροπολιτική τοπολογία, γράφει ο Χρυσόπουλος, δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ένα προνομιακό σημείο όπου όλα τα γεγονότα συμβαίνουν αλλά από μια πρωτοφανή διασπορά προς κάθε γωνία της πόλης. Ταυτόχρονα όμως το γεγονός [αυτό που συμβαίνει] μεταμορφώνεται σε φόβο [αυτό που σημαίνει], που συχνά συναντιέται στα ίδια μέρη με την ηδονή [εκεί όπου συμβαίνουν περίεργα πράγματα]. Η πόλη τελευταία έχει σιωπήσει, έχει σκοτεινιάσει και ίσως γι’ αυτό ακούγεται τόσο έντονα ο νέος οξύς ήχος, η μεταλλική στριγγλιά από τα καροτσάκια πολυκαταστημάτων που σέρνουν οι περιπλανώμενοι ρακοσυλλέκτες. Αν επιτρέψουμε την άκριτη ταύτιση με τα γεγονότα, τότε είμαστε εκτεθειμένοι σε κάθε είδους μόλυνση, σε κάθε είδους φόβο και παρανόηση. Αν, από την άλλη, επιδιώξουμε την περίκλειστη προστασία από κάθε γεγονός (χωρίς στην ουσία να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο), γινόμαστε αιχμάλωτοι της νοσταλγίας ενός φανταστικού αισθήματος ασφάλειας («τότε που αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες»), που όμως δεν υπήρξε ποτέ. [σ. 28]

3. Ο συγγραφέας περιπατητής του αστικού τοπίου

Δεδηλωμένος περιπατητής του αστικού τοπίου, ο συγγραφέας υποκύπτει για άλλη μια φορά στην σφοδρή επιθυμία να εγκαταλείψει το δωμάτιό του («των φαντασμάτων») για έναν περίπατο στην πόλη. Είναι άλλωστε απαραίτητο για τον οποιονδήποτε περιηγητή να εγγράφει στην προσωπική του ανάγνωση το οποιοδήποτε περιβάλλον και η κάθε διαδρομή να γίνεται η δική του διαδρομή, συνώνυμη της επινόησης και της προσωπικής μυθοπλαστικής κατασκευής. Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες. Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει. [σ. 52]

Αλλά αδιάσπαστο πλέον κομμάτι της Αθήνας αποτελούν οι σκιώδεις υπάρξεις που αποφεύγουμε στους δρόμους, γυρνώντας το πρόσωπο ή αλλάζοντας την κατεύθυνση του περιπάτου μας. Αναπόφευκτα ο συγγραφέας σκοντάφτει στην πρώτη διπλωμένη ανθρώπινη ύπαρξη που μοιάζει με «γιγάντιο σαλιγκάρι» και δίνει την εντύπωση ενός «έμψυχου απορρίμματος». Αναρωτιέται κανείς αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ανθρώπινο σκουπίδι… Το απροστάτευτο σώμα που κείται στο δημόσιο χώρο έχει, ως εικόνα, κάτι το βαθιά ανησυχαστικό – ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύει μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα.

4. Ο συγγραφέας και ο άστεγος

Αυτό το βιβλίο δεν γράφεται μόνο από τον συγγραφέα. Ο άνθρωπος που ζει έξω γίνεται πρόθυμος συνομιλητής του (σε σημείο να εκφράζει μια ύστατη επιθυμία επικοινωνίας με τον κόσμο που δεν ζει έξω), μ’ έναν λόγο θρυμματισμένο, αλλά όχι περισσότερο θρυμματισμένο από του συγγραφέα και της πόλης [τους]. Στο κάθισμα μπροστά από το αμαξοστάσιο των λεωφορείων εκφράζονται τα συμπυκνώματα της εμπειρίας: Όταν πέσεις έξω είναι δύσκολο να ξανασηκωθείς. Δεν μπορείς να βγεις απ’ το πεζοδρόμιο. […] Άμα βγεις στο δρόμο, δεν μπορείς να επιστρέψεις στην κανονική ζωή. […] Μόλις δουν [ενν. η αστυνομία] άστεγο μόνο σε σηκώνουν και σου λένε να προχωρήσεις. Σα να μην έχεις δικαίωμα να σταθείς. Δεν ξέρω, γι’ αυτούς είναι σαν παιχνίδι. […] Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση κι αυτή είναι προς τα κάτω, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, και στο τέλος απλά μέχρι να πεθάνεις. […]

Οι άνθρωποι χωρίς σπίτι κοιμούνται οπουδήποτε, από τις εσοχές και τους ακάλυπτους κτιρίων μέχρι σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, ξαποσταίνουν στα κινούμενα λεωφορεία, παρακαλούν για διαμονή στα νυχτερινά, μαθαίνουν πως τα καλάθια των αχρήστων στις στάσεις έχουν τα χρησιμότερα αποφάγια, «διαμένουν» πίσω από την δημόσια βιβλιοθήκη (ονομασία διπλής ειρωνείας), ξεκοιλιάζουν τα πεταμένα στρώματα από τα συρμάτινα ελατήρια, επιχειρούν να προφυλαχτούν από το κρύο μέσα στους κάδους απορριμμάτων. Ο δρόμος πληθαίνει από νέους κατοίκους, συνήθως πρόσφατους συνταξιούχους που αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Στην οσμή του ανθρώπινου σώματος ζέχνει μια κοινή μοίρα, την φράση δεν θέλω να συνεχίσω, αυτό δεν είναι ζωή δεν μπορεί να ακολουθεί καμία φράση.

Ο συγγραφέας θυμάται τον παράξενο, σχεδόν ειρωνικό παραλληλισμό:  το να είσαι συγγραφέας απαιτεί να παραδεχτείς ότι ένα μέρος σου θα παραμένει πάντοτε απροστάτευτο, δημόσιο, και ο καθένας μπορεί εύκολα να το ξεφυλλίσει. Αλλά πώς είναι να ζεις σε δημόσια θέα με όλη τη σημασία της λέξης; Πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η ισορροπία οδηγώντας έναν «κανονικό άνθρωπο» στο περιθώριο και κάποιον ήδη περιθωριοποιημένο στην άβυσσο; Και ο συγγραφέας ως συγγραφέας θα εστιάσει λαίμαργα το βλέμμα του στον γονατισμένο ή θα φοβηθεί μην του κλέψει την αξιοπρέπειά του; Κι όταν δεν τον ξαναβρεί στο συνηθισμένο του σημείο, θα ανησυχήσει μήπως τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του ή θα ελπίσει πως τα κατάφερε; Τι να ευχηθεί; Να τον βρει αύριο στο ίδιο σημείο;

5. Καταγραφείς και καταγραφόμενοι

Σε κάθε σελίδα αναζητώ την δική μου θέση σ’ αυτή το χρονικό. Πού βρίσκομαι ο ίδιος ως αναγνώστης, ως διαβιών στην συγκεκριμένη πόλη των νέων αστέγων, ως περαστικός δίπλα από τα καταλύματά τους, πεζός διαβάτης της πεζής πραγματικότητας; Αν αποστρέψω το βλέμμα δειλιάζω; Αν προσποιηθώ πως δεν υπάρχουν απαλλάσσω την καθημερινότητά μου από ένα (παραπάνω) δυσάρεστο άγος/άλγος; Αν δεν γυρίσω το κεφάλι αλλά τους κοιτάξω με καθαρό βλέμμα είμαι περισσότερο γενναίος και διατείνομαι πως κοιτάζω στα ίσια το πρόβλημα; Στα πόσα ευθεία βλέμματα απαλλάσσομαι; Και ως προσωρινός ενδιάμεσος [αναγνώστης] μεταξύ χρονικογράφου και έκθετου της πόλης, σε ποια θέση είναι πιθανότερο να βρεθώ σε μια μελλοντική συγκυρία, του καταγραφέα ή του καταγραφόμενου; Ποια απατηλότητα με πείθει πως το πρώτο είναι πιθανότερο από το δεύτερο; Και πως η απάθεια της ενδιάμεσης ζώνης συνεπάγεται ασφάλεια;

6. Η επιστροφή του συγγραφέα στο γραφείο του

Ο συγγραφέας ΧΧ για άλλη μια φορά επέλεξε τον πιο σύνθετο τρόπο να (απο-, περι-, κατα-, εγ-, συγ-) γράψει την οιονεί πόλη, την ύπαρξή του στην πόλη και την ύπαρξη εκείνων κάπου ανάμεσα, δηλαδή τους τρεις διαφορετικούς άξονες που έχουν καρφωθεί εγκάρσια στον βίο μας. Όσον αφορά τον τρίτο (την παροντική και μελλοντική διάσταση του οποίου αδυνατούμε ή αποφεύγουμε να συλλάβουμε), θα μπορούσε να συγγράψει μια ευπώλητη νουβέλα των αστέγων ή ένα μυθιστόρημα των ανθρώπων του δρόμου και να εξαργυρώσει την συγγραφική ευαισθησία πάνω στο απαγορευμένο θέμα. Αλλά πιστός στην υβριδική του γραφή (που αυτή τη φορά απόλυτα την επιζητά η ίδια η «ιστορία») επιχειρεί να κυκλώσει και να κυκλωθεί από το θέμα, μέρος του οποίου αποτελεί ο ίδιος.  Και για μια ακόμη φορά έγραψε ένα βιβλίο που είναι αδύνατο να διαβαστεί μόνο μια φορά αλλά και να κλείσει: η τελευταία του σελίδα είναι η πρώτη ενός άλλου που δεν θα είναι μόνο έντυπο αλλά θα γράφεται σε κάθε νέα περιπλάνηση δική του και δική μας.

Κι όσο υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που με τον φακό στο στόμα, για να έχει τα χέρια ελεύθερα, έψαχνε (για) την επιβίωσή του στον κάδο των σκουπιδιών, εκκινώντας άθελά του το παρόν βιβλίο, δεν θα παύω να σκέφτομαι γι’ αυτόν πως, σε αντίθεση με τον απέραντο τίτλο εκείνου του βιβλίου του Πολ Μπόουλς (The Sheltering Sky), ούτε ο ουρανός δεν τον προστατεύει.

Η πόλη μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα – έξω. Όπως βάζουμε το χέρι για να γυρίσουμε μια κάλτσα. Όσα προορίζονταν κάποτε για τον προστατευμένο από το δημόσιο βλέμμα χώρο, όλα εκείνα που παρέμεναν κρυφά – ή μάλλον ιδιωτικά – μέσα στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, τώρα γίνονται δίχως καμιά προφύλαξη καταμεσής του δρόμου. Η κηδεμονία του σώματος, οι βασικές λειτουργίες όπως ο ύπνος και το φαγητό, οι διαπληκτισμοί και οι ερωτοτροπίες τώρα πλέον ξεχύνονται με απελπισία ολόγυρά μας, όχι με αιδημοσύνη ούτε με το θράσος της απόλαυσης, αλλά με έναν νευρικό σπασμό. [σ. 33-34]

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 128, με σειρά φωτογραφιών του συγγραφέα (εκτός τεσσάρων που προέρχονται από το Athensville.blogspot.com).

Οι φωτογραφίες του δρόμου τραβήχτηκαν από τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων για τη γραφή του βιβλίου (εκτός από τις δυο τελευταίες που είναι διαδικτυακές) και είναι ανέκδοτες.  Οι φωτογραφίες όπου εικονίζεται ο ίδιος συγγραφέας είναι από τους: Πέπη Λουλακάκη (1), Γ. Καμπούρη (2) και Σωκράτη Σπανού (video – still) (3).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.