Στο αίθριο του Πανδοχείου, 86. Μαρία Ξυλούρη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μακρύς o κατάλογος: Πολ Όστερ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Πέρσιβαλ Έβερετ, Λίντια Ντέιβις, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν (ειδικά της πρώτης, πιο μακάβριας περιόδου του). Δίνω μάχη με τον Τόμας Πίντσον (προφανώς, κερδίζει ο Πίντσον). Ακόμα: Αλεχάντρο Σάμπρα, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους.

Από Έλληνες, Αντρέας Φραγκιάς, Στρατής Τσίρκας, Ζυράννα Ζατέλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Λένος Χρηστίδης· και Σώτη Τριανταφύλλου, επειδή πέρασα την εφηβεία μου με τα βιβλία της.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μακρύς κατάλογος #2: Η Ιερή Πείνα του Άνσγουορθ· Η Τριλογία της Νέας Υόρκης του Όστερ (όπως και αρκετά ακόμα από τα βιβλία του Όστερ)· 2666 του Μπολάνιο· Infinite Jest του Γουάλας· Ωκεανός του Μπαρίκο· Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου· Το κουρδιστό πουλί του Μουρακάμι· Ο Άτλας του ουρανού του Μίτσελ· Us του Κίμπολ· Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά του Φόερ· Όταν όλα καταρρέουν της Κράους.

Από ελληνικά βιβλία: Η χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· Το Πλήθος του Φραγκιά· Το διπλό βιβλίο του Χατζή· Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη· Ο άγιος της μοναξιάς της Καρυστιάνη· Οι τέσσερις τοίχοι του Χατζηγιαννίδη· Η Ανάκριση του Μαγκλίνη· το μόνιμο αντικαταθλιπτικό μου, το Λοστρέ του Χρηστίδη· Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης της Τριανταφύλλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πολλά από τα διηγήματα του Τσίρκα, του Κάρβερ και του Γουάλας. Σχεδόν όλα τα διηγήματα της Λίντια Ντέιβις, αλλά ιδίως τα πιο σύντομα – όπως, για παράδειγμα, το “Collaboration With Fly” από τη συλλογή Varieties of Disturbance:

I put that word on the page,

but he added the apostrophe.

Το Orientation του Ντανιέλ Ορόζκο. Περσινή Αρραβωνιαστικιά και Μανιώδης του καπνού της Ζατέλη. Και ζήλεψα πολλά από τα διηγήματα της συλλογής How They Were Found του Ματ Μπελ που διάβασα πρόσφατα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στο Πώς τελειώνει ο κόσμος υπάρχουν αρκετά πρόσωπα που οι αναγνώστες θα θυμούνται από το Rewind· τα δύο βιβλία επικοινωνούν, αν και δεν είναι συνέχεια το ένα του άλλου. Απλώς η διαδικασία ήταν κάπως ανάποδη – το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι βιβλίο που το γράφω και το ξαναγράφω πολύ πριν γεννηθεί το Rewind, οπότε δεν μπήκαν οι ήρωες του Rewind στο Πώς τελειώνει ο κόσμος, αλλά το αντίστροφο. Το είχαν συνηθίσει, εξάλλου, να εμφανίζονται σε ό,τι κι αν έγραφα με το έτσι θέλω. Ελπίζω τώρα, που με την έκδοση του Πώς τελειώνει ο κόσμος η ιστορία τους οριστικοποιήθηκε (όσο μπορεί, τέλος πάντων, να οριστικοποιηθεί μια ιστορία), να μην ξανασυναντηθούμε.

(Ξέρω, βέβαια, πως όλα αυτά είναι παραμύθια: πλάσματα του μυαλού μου είναι, εγώ τους ελέγχω· άρα δεν μ’ ακολουθούν αυτοί, εγώ τους ακολουθώ μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί τους. Μα αν δεν μπω στη διαδικασία να ξεγελαστώ ότι μόνοι τους τα σκέφτονται και μόνοι τους τα κάνουν, θα πρέπει να τους ελέγχω συνειδητά, και φοβάμαι ότι θα μοιάζουν με μηχανάκια.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Φλώρα από τη Χαμένη Άνοιξη του Τσίρκα· ο Φάνσοου από το Κλειδωμένο δωμάτιο και ο Έκτορ Μαν από το Βιβλίο των ψευδαισθήσεων του Όστερ· ο Αρτσιμπόλντι από το 2666 του Μπολάνιο· η Madame Psychosis από το Infinite Jest του Γουάλας· το ζευγάρι Ρότζερ και Τζέσικα από το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας του Πίντσον.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχει συμβεί να γράψω στις αεροπορικές θέσεις στα καράβια από και προς την Κρήτη, ώρες που οι συνεπιβάτες κοιμούνταν του καλού καιρού· με τα χρόνια, όμως, ανέπτυξα μια δυσανεξία, τόσο στις αεροπορικές θέσεις, όσο και στο γράψιμο σε δημόσιους χώρους. Προτιμώ την ασφάλεια των τεσσάρων τοίχων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις, δοκιμές για διηγήματα, παρατηρήσεις για χαρακτήρες που δεν έχουν ακόμα όνομα ή βιβλίο, περιστατικά από τη ζωή τους. Οργανώνω τις ιστορίες μου ή σκηνές από τις ιστορίες μου στα μέσα μεταφοράς, παρατηρώντας τους συνεπιβάτες μου κι ακούγοντας μουσική. Καθετί που ακούω, βλέπω, σκέφτομαι ή διαβάζω μπορεί να είναι υλικό για βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το αναγνωρίζω ως τέτοιο στην ώρα του.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η πρώτη γραφή γίνεται πάντα με χαρτί και στιλό – δυσκολεύομαι πολύ μπροστά στην οθόνη. Ξεκινάω τη δακτυλογράφηση μονάχα όταν το βιβλίο είναι –κατά το μεγαλύτερο μέρος του, τουλάχιστον– ολοκληρωμένο στο χειρόγραφο· μόνο μικρές παράγραφοι και φράσεις του Rewind και του Πώς τελειώνει ο κόσμος γράφτηκαν απευθείας στον υπολογιστή. Αλλά και μετά τη δακτυλογράφηση, πάλι στο χαρτί και το στιλό επιστρέφω – τυπώνω, περνάω τις διορθώσεις στο τυπωμένο, μετά τις περνάω και στο ηλεκτρονικό αρχείο, ξανατυπώνω, ξαναδιορθώνω. Στην κόλαση θα θέλω να τυπώσω και δεν θα έχω χαρτί.

Δεν επιδιώκω να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα για να γράψω. Απλώς, αποφεύγω συστηματικά το γραφείο – είναι πιθανότερο να με βρεις να γράφω και να δακτυλογραφώ στο τραπέζι της κουζίνας ή στον καναπέ. Από εκεί και πέρα δεν νομίζω ότι έχω άλλες παραξενιές – για παράδειγμα, το ότι γράφω κυρίως βραδινές ώρες έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του οκταώρου κι όχι με δική μου προτίμηση.

Μουσική άλλοτε ακούω όταν γράφω (συχνά το ίδιο τραγούδι, ξανά και ξανά), άλλοτε όχι – τα τελευταία χρόνια, συχνότερα όχι. Αλλά είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας, αφού πολλές σκηνές ή κι ολόκληρα κεφάλαια οργανώνονται στο μυαλό μου με σάουντρακ συγκεκριμένα τραγούδια. Αρκετές από τις μουσικές αναφορές του Rewind, για παράδειγμα, είναι τραγούδια που μου χρησίμευσαν στο στήσιμο κεφαλαίων του βιβλίου. Αντίστοιχα δούλεψα και στο Πώς τελειώνει ο κόσμος. Εκτός από τα τραγούδια που αναφέρονται στο βιβλίο, το σάουντρακ περιλαμβάνει το Suicide Dream 2 από How to Dress Well, και το Tonight We Fly των Divine Comedy στην εκδοχή του Νιλ Χάνον με τον Ντιουκ Σπέσιαλ.

Στο mp3 player μου αυτό τον καιρό υπάρχουν Tindersticks, Walkabouts, Wu Lyf, Tarnation, Weeknd, Μαρκ Λάνεγκαν, ΠιΤζέι Χάρβεϊ, Τόρι Έιμος και Τομ Γουέιτς, Νικ Κέιβ και Μπρους Σπρίνγκστιν.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του πρώτου σας βιβλίου (Rewind);

Ευχαρίστως, αλλά την ξενάγηση θα σας την κάνει ο Πέτρος· αυτόν ν’ ακολουθήσετε. Παρά τις φήμες που τον θέλουν πολλά κιλά μαλάκα, είναι, νομίζω, καλό παιδί.

Ναι, το στόμα της κοπέλας δίπλα του είναι ραμμένο. Αυτός της το έραψε, γιατί δεν άντεχε να την ακούει.

Σε λίγο θ’ ανέβει στο μηχανάκι του για να πάει στο πατρικό του, όπου ο πατέρας του ζει με μια γυναίκα που είναι νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα.

Ακολουθήστε τον, δεν κινδυνεύετε.

Νομίζω, δηλαδή.

Θα μας ανοίξετε και τα παράθυρα του δεύτερου βιβλίου σας που μόλις κυκλοφόρησε;

Το καλοκαίρι του 2000 εξαφανίζεται μια έφηβη, η Άννα· το φθινόπωρο του 2007 αυτοκτονεί ο αδελφός της, ο Δημήτρης. Το Πώς τελειώνει ο κόσμος είναι ένα περίγραμμα αυτών των δύο απουσιών· με κέντρο την εξαφάνιση της Άννας και τον θάνατο του Δημήτρη ξετυλίγεται μια σπείρα από ιστορίες ανθρώπων οι οποίοι βρέθηκαν στη σκιά που άφησαν τα δύο αδέλφια φεύγοντας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα μια ανάγνωση του Infinite Jest, έναν γάτο ονόματι Χαρούκι, μια κοπέλα που τη φωνάζουν Κατσαρίδα, ταξίδια με πλοίο και ταξίδια με τρένο, λυπημένους επιβάτες λεωφορείων και τρόλεϊ, γυναίκες που ερωτεύονται κτίρια, έναν γέρο που τον επισκέπτεται η μακαρίτισσα η γυναίκα του στον ύπνο του για να του ανακοινώσει ποιος είναι για θάνατο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως κειμενογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ομολογώ ότι πλην του Διαβάζω δεν παρακολουθώ με συνέπεια κάποιο άλλο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό (αυτό να καταγραφεί σαν δική μου αδυναμία, κι όχι σαν αδυναμία των περιοδικών). Παρακολουθώ κυρίως σάιτ και μπλογκ που ασχολούνται με την αμερικάνικη λογοτεχνία (The Millions, Biblioklept, Moby Lives κ.ά.).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Μάλλον τον Αντρέα Φραγκιά.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Κινηματογράφο όχι τόσο όσο παλιότερα· θέατρο σχεδόν καθόλου. Η Κόκκινη ταινία του Κριστόφ Κισλόφσκι είναι από τις αγαπημένες μου – ίσως επειδή την είδα ακριβώς τον καιρό που έπρεπε. Άλλη αγαπημένη μου είναι το Hedwig and the Angry Inch του Τζον Κάμερον Μίτσελ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Στη δική μου περίπτωση η ποίηση ήταν μια εφηβική αρρώστια που παρατράβηξε· στα 22-23 μου αναγκάστηκα να το παραδεχτώ και την εγκατέλειψα. Προφανώς η ποίηση δεν έχασε απολύτως τίποτα. (Όπως δεν θα έχανε κι η πεζογραφία αν σταματούσα να γράφω· απλώς την απώλειά της δεν θα την άντεχα εγώ.)

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τελείωσα το Rien ne va plus της Μαργαρίτας Καραπάνου, και το Fire Season του Φίλιπ Κόνορς.

Τι γράφετε τώρα; 

Μια και με άφησαν ήσυχη οι προηγούμενοι ήρωες, μπαινοβγαίνω στα σπίτια νέων και καταγράφω τα χούγια τους (με το φόβο μην κι επιστρέψει κάνας Ορέστης να μου ζητήσει τα ρέστα). Γεμίζω τετράδια με σημειώσεις κι αφετηρίες ιστοριών και περιμένω να δω ποιος απ’ όλους θα με πείσει ότι η δική του ιστορία είναι πιο επείγουσα για ν’ αφοσιωθώ σ’ αυτήν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; (μέσο, διαδρομή, βιβλίο, λόγος μνήμης).

Πρόσφατα διάβαζα στο μετρό το Last Days του Μπράιαν Έβενσον. Ο ήρωας του βιβλίου έχει πρόσφατα χάσει το χέρι του και βρίσκεται παγιδευμένος σε μια αίρεση. Για να φύγει από εκεί ζωντανός, πρέπει να διαλευκάνει έναν φόνο. Στην αίρεση όλοι είναι μανιακοί του ακρωτηριασμού· όσο περισσότερους ακρωτηριασμούς έχει κάποιος, τόσο πιο ψηλά βρίσκεται στην ιεραρχία. Μια και του λείπει μόνο ένα χέρι, ο ήρωας δεν μπορεί να μιλήσει με πιο υψηλόβαθμα στελέχη και δεν έχει πρόσβαση σε σημαντικές πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Είναι προφανές ότι έχει μόνο μια επιλογή, αν θέλει να βγει από κει μέσα: να αρχίσει να αυτοακρωτηριάζεται ώστε να ανέβει στην ιεραρχία και να συνεχίσει την έρευνα.

Διαβάζω, λοιπόν, την περιγραφή μιας συνάντησης των μελών της αίρεσης· κάθε μέλος είναι ένας κατάλογος ελλείψεων: δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο ποδιού, δάχτυλο χεριού, αριστερό χέρι, μάτι. Όταν τους λείπει μάτι δεν βάζουν γυάλινο, απλώς το βλέφαρό τους είναι μόνιμα κλειστό. Ο συρμός σταματά στο Σύνταγμα κι επιβιβάζεται μια κοπέλα παραπατώντας. Έτσι όπως είμαι βουτηγμένη στην ατμόσφαιρα του βιβλίου, σκέφτομαι ότι παραπατά επειδή της λείπουν δάχτυλα του ποδιού και δεν μπορεί να ισορροπήσει καλά. Έρχεται και στέκεται δίπλα μου, με στριμώχνει κιόλας με την τσάντα της σα να μην μπορεί να υπολογίσει την απόσταση από μένα (ο συρμός είναι σχεδόν άδειος, δεν είναι ότι δεν έχει χώρο να σταθεί). Κάνω λίγο στην άκρη και συνεχίζω το διάβασμα, αριστερό πόδι, δεξί πόδι, αριστερό χέρι, δάχτυλο χεριού, δάχτυλο χεριού, μισή γλώσσα, αφτί, μάτι, και εκείνη γυρνά και με ρωτάει αν πάει καλά για Ευαγγελισμό και βλέπω ότι το ένα βλέφαρό της είναι κλειστό.

Δεν έχω τολμήσει να ξαναγγίξω το βιβλίο από τότε.

(Για την ιστορία, δεν πήγαινε καλά για Ευαγγελισμό – ήμασταν στο συρμό για Άγιο Δημήτριο. Προσπαθήσαμε να της εξηγήσουμε με έναν κύριο ότι έπρεπε να κατέβει Ακρόπολη, να γυρίσει στο Σύνταγμα και από εκεί να πάρει τη μπλε γραμμή. Δεν καταλάβαινε. Εντέλει την πείσαμε να βγει στην Ακρόπολη. Κατέβηκε παραπατώντας πάλι, σχεδόν έπεσε πάνω σε ένα ζευγάρι. Ακόμα αναρωτιέμαι τι της συνέβαινε.)

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί βάφτισα μια ηρωίδα του καινούργιου βιβλίου Κατσαρίδα και πώς είναι το πραγματικό της όνομα. Μόνο και μόνο για να έχω τη διεστραμμένη χαρά να μην απαντήσω, όπως αρνούμαι συστηματικά ν’ απαντήσω τι περιέχουν τα κουτιά που μεταφέρει ο Πέτρος του Rewind.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Αναγνωστικά μου είναι, πλέον, απαραίτητο, αφού μέσω διαδικτύου ενημερώνομαι για βιβλία και συγγραφείς και συζητάω με άλλους αναγνώστες. Συγγραφικά σου προσφέρει εξαιρετικά εργαλεία, τόσο για να εμπλουτίσεις τη δουλειά σου (είναι, για παράδειγμα, πολύ πιο εύκολο να κάνεις έρευνα πια), όσο και για να την παρουσιάσεις και να «συναντηθείς» με το κοινό. Το κλειδί, βέβαια, είναι ακριβώς η δουλειά σου: τα βιβλία είναι πάντα σημαντικότερα για έναν συγγραφέα από τη διαδικτυακή του παρουσία.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να συζητήσω την πρόταση, καθώς δεσμεύομαι ήδη από αποκλειστικό συμβόλαιο με το διάβολο: του πούλησα την ψυχή μου σε αντάλλαγμα ενός magnum opus. (Μάλλον κορόιδο πιάστηκα, αλλά ας ζήσω λίγο ακόμα με τις ψευδαισθήσεις μου.)

Στις εικόνες: Πολ Όστερ, Αλεχάντρο Σάμπρα, Αλεσάντρο Μπαρίκο, Νικόλ Κράους, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Ντέιβιντ Μίτσελ, Ίαν ΜακΓιούαν, οι 2 αγαπημένες ταινίες, Ζοζέ Σαραμάγκου.

Προσφορά της συγγραφέως: εικαστικό του Narita (UbahnCode) για το Πώς τελειώνει ο κόσμος, βασισμένο σε φωτογραφίες του TheSkyEtc, φωτογραφία του TheSkyEtc για το Πώς τελειώνει ο κόσμος και προσωπική της φωτογραφία από τον Παναγιώτη Γαβριήλογλου.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 83. Αννίτα Παναρέτου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, βιβλία, διηγήματα. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Προτιμώ να μην απαντήσω στις παραπάνω ερωτήσεις. Συνήθως δεν θυμόμαστε όλους τους συγγραφείς ή τα βιβλία που αγαπούμε ή που μας γοήτευσαν, με πιθανό αποτέλεσμα να δημιουργούμε άθελά μας αντιπάθειες. Εξ άλλου, εδώ και αρκετά χρόνια διαβάζω ελάχιστη αμιγή λογοτεχνία – με έχουν κερδίσει η ιστορία και οι προσωπικές μαρτυρίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα μας ακολουθεί ο εαυτός μας, ο όσος εαυτός ενσαρκώνεται ή ενσωματώνεται στους ήρωές μας. Μάλλον εκείνοι υπαινίσσονται συχνά τα νέα της ζωής μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένο δεν θυμάμαι. Το «ζηλευτός» χρειάζεται μια διευκρίνιση: εννοείτε χαρακτήρα που θα ήθελα να έχω αποδώσει συγγραφικά, ή χαρακτήρα με τον οποίο θα ήθελα η ίδια να ταυτιστώ ή να τείνω ως προσωπικότητα;

Στην πρώτη περίπτωση, ναι, υπάρχουν χαρακτήρες που θα ήθελα να είχα «πλάσει» η ίδια (πολύ πρόχειρα παραδείγματα, ο Αλέξης Ζορμπάς και η Ελένη Μπούκουρα – Αλταμούρα –παρ’ ότι και οι δύο υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και όχι δημιουργήματα του Νίκου Καζαντζάκη και της Ρέας Γαλανάκη).

Αν εννοείτε το δεύτερο, και αν υποθέσουμε ότι ζηλεύω, αυτό θα αφορά υπαρκτούς και όχι λογοτεχνικούς χαρακτήρες, με την εξαίρεση, ίσως, των Ροβινσώνα Κρούσου και Φιλέα Φογκ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ω, ναι, υπάρχει μια που θα μου μείνει αξέχαστη. Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για ανάγνωση, αλλά για λαθρανάγνωση: βρισκόμουν όρθια στο τρόλεϊ. Στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής αποφάσισα (αν και ήξερα ότι δεν μπορώ να διαβάσω μέσα σε κινούμενο όχημα) να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα που διάβαζε καθήμενος συνεπιβάτης –είχα σταθεί πάνω από το κεφάλι του και μερικοί πειρασμοί αποδεικνύονται ακατανίκητοι. Ύστερα από λίγο άρχισα να αισθάνομαι ναυτία. Έκανα δυο στάσεις υπομονή και κατέβηκα στον Ευαγγελισμό, κρατώντας το στομάχι μου στα δόντια.

Πάντως, την ανάγνωση μέσα σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο την αντιμετωπίζω ως αντίδοτο στην πιθανή ανία της διαδρομής. Την οποία –ανία- μπορώ να αντιμετωπίσω είτε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είτε κοιτάζοντας μέσα μου. Έτσι, δεν «χαραμίζω» τη σαγήνη ενός ελκυστικού βιβλίου –στην ανάγκη προτιμώ να λύνω σταυρόλεξα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει λίγες αράδες και έχω κρατήσει σημειώσεις οπουδήποτε. Από το τρόλεϊ όταν είναι σταματημένο σε φανάρι, ως κινηματογραφικές αίθουσες σε ώρα προβολής, ακόμα και οδοιπορώντας στην εξοχή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο συνειρμικός, που –θαρρώ- είναι και ο κύριος, για να μην πω ο μόνος, τρόπος. Οι ιδέες μου είναι συγκερασμοί πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων, απρόβλεπτων και συχνά ασύνδετων. Και συνήθως παγιδεύονται από τη λειτουργία της μνήμης, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και του χρόνου. Ατυχώς υπάρχουν και οι αναμενόμενες απώλειες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πρέπει να μπω στο κλίμα. Δηλαδή να προσαρμόσω τη ματιά μου και την ψυχική μου διαθεσιμότητα σε αυτό που θέλω να γράψω, έτσι ώστε να αποτελέσει το κλίμα μέσα στο οποίο ζω· έτσι ώστε διάφορα ερεθίσματα -φαινομενικά άσχετα- να βρουν τρόπο να συναφθούν και να αξιοποιηθούν. Όταν καταφέρνω να μετατρέψω τα ερεθίσματα σε αξιοποιήσιμο υλικό, τότε ξέρω ότι «το έχω». Όταν το υπό συγγραφή βιβλίο φτάσει στο σημείο να κυριεύσει και να χρωματίσει την καθημερινότητά μου, όταν νιώσω ότι με ελέγχει, τότε αισθάνομαι ότι το ελέγχω.

Η μουσική αποτελεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, επειδή γενικώς ακούω μουσική (αδιάκοπα, ακόμα και μέσα μου, πράγμα που γίνεται και λίγο τυραννικό, όταν μου «κολλάει» ένα τραγούδι για μια ολόκληρη μέρα και ιδίως αν το τραγούδι με εκνευρίζει, αλλά αδυνατώ να το αποδιώξω).

Κάθε φορά που γράφω, υπάρχει μια συγκεκριμένη μουσική (ή και περισσότερες, αλλά πάντα συγκεκριμένες μουσικές), με την οποία υποσυνείδητα ή συνειδητά ή κατ΄ επιλογή συσχετίζω αυτό που γράφω. Αλλά ως εκεί. Όταν γράφω και όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική, κυρίως δεν ακούω τραγούδια με στίχους που με ταξιδεύουν, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Προτιμώ την ελληνική μουσική, σε κάθε της διαχρονική έκφραση, με την ξένη μουσική να ακολουθεί σε μικρή απόσταση και την κλασική να έπεται σε λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ως ένα σημείο πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση:

Η διδακτορική μου διατριβή, με θέμα τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου πυροδότησε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για την ελληνική ταξιδιωτική πεζογραφία, με καρπό το πεντάτομο έργο Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία (ευρεία εισαγωγή και ανθολόγιο κειμένων από την ομηρική Οδύσσεια ως το 1990), καθώς και τον μεταγενέστερο ομότιτλο μικρό τόμο, όπου παρακολουθείται η εξέλιξη της ελληνικής ταξιδιωτικής γραφής ως το 2000.

Η προσπέλαση, στο πλαίσιο της διατριβής μου, ολόκληρου του έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου οδήγησε και στη συγγραφή της μονογραφίας Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του. Η εργασία αυτή υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών, ύστερα από προκήρυξη σχετικού βραβείου λίγο μετά τον θάνατο του Παναγιωτόπουλου. Είχα σκεφτεί τότε ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να αξιοποιήσω το υλικό που είχα συγκεντρώσει (και που, εξαιρουμένων των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ήταν καταδικασμένο να μείνει ανεκμετάλλευτο), ενώ και το χρηματικό έπαθλο ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Έτσι γνώρισα τον Παντελή Πρεβελάκη, μέλος της Ακαδημίας, καθώς διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Αυτή η αποφασιστικής σημασίας γνωριμία κατέληξε στη συγγραφή του βιβλίου Παντελής Πρεβελάκης. Οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου.

Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων και προσωπικών επιθυμιών:

Χάρη στην φιλική οικογενειακή γνωριμία μας, ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης μου εμπιστεύθηκε το αρχείο του πατέρα του Χρυσόστομου Γανιάρη, πρωτοποριακού εκδότη της δεκαετίας του 1920, ποιητή και βαθύτατα καλλιεργημένου, ευαίσθητου και πονεμένου ανθρώπου. Όταν ολοκλήρωσα τη μελέτη, το αρχείο δωρήθηκε από την οικογένεια στο Ε.Λ.Ι.Α., απ΄ όπου και εκδόθηκε Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσόστομου Γανιάρη βίος και έργα.

Η παρηγορία των επιστολών σου… (Ευανθία Καΐρη και Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου: αλληλογραφώντας όπως θα ήθελαν) προέκυψε όταν, την εποχή που ξαναδιάβαζα την Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ, έφτασαν στα χέρια μου τα πρακτικά ενός συνεδρίου για την Ευανθία. Οι δυο τους, συνομήλικες και σύγχρονες, μπροστά από την εποχή τους, μόνες και ουσιαστικά αδικαίωτες, θα έβρισκαν αποκούμπι και στήριγμα στη μεταξύ τους φιλία, που ποτέ δεν κατορθώθηκε. Την παραμυθία αυτής της φιλίας θέλησα να τους προσφέρω, έστω και με μια καθυστέρηση σχεδόν 180 χρόνων.

Αφορμή για Τα πορτραίτα της υπήρξε μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε -φτάνω να πιστεύω ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της ήταν να μου προσφέρει το έναυσμα για τη συγγραφή των Πορτραίτων.

Το παιδικό αφήγημα Μια ιστορία καλοκαιρινή με ένα σκύλο, πέντε γάτες, περιβόλια κι ακρογιάλια περιγράφει τις προσωπικές μου εμπειρίες από τη θερινή συμβίωση με έξι υπέροχα ζώα. Χάρη στις χάρες τους, έζησα έναν γλυκύτατα αποκαλυπτικό Αύγουστο, είκοσι χρόνια πριν.

Και το δίγλωσσο λεύκωμα Ελλάδα, διαδρομή αιώνων προέκυψε από την ανάγκη ή την παρόρμηση να δω, συγκεντρωμένες και τυπωμένες, εικόνες και όψεις της Ελλάδας που επιχειρούν να εκδιπλώσουν ένα ελληνικό πανόραμα: πρόκειται για πλήθος ετερόκλητων κειμένων (χρονικά, ποιήματα, περιγραφές, ιστορικά τεκμήρια, άγνωστο αρχειακό υλικό, αυτοβιογραφικά αποσπάσματα) που μπερδεύονται με την προσωπική μου αφήγηση, και ζωντανεύουν και διανθίζονται από πλήθος εξαίρετων φωτογραφιών του Βελισσάριου Βουτσά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τα Πορτραίτα της: Μεσοπόλεμος (πρόσφυγες του ΄22, Βενιζέλος, Μεταξάς, αναψηλάφηση της ελληνικότητας), τέχνη, εικαστική ματιά και έρωτας, αδιέξοδα, πάθος και κάθαρση, αυθεντικά γεγονότα και πρόσωπα της Αθήνας σε αγαστή –θέλω να πιστεύω- διαπλοκή.

(Σας έδωσα το κλειδί, μπορείτε να εισέλθετε).

Πώς βιοπορίζεστε;

Όχι από τα συγγραφικά μου δικαιώματα. Και, πλέον, εδώ και κάμποσο καιρό, ούτε από το ενοίκιο ενός πατρικού ακινήτου.

Επομένως κοντεύω να μη βιοπορίζομαι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αφαιρώντας τα περί προτάσεως (η προσωπική επιλογή είναι πολύ πιθανότερο ενδεχόμενο), μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση, καθώς χαρακτηρίζει τη συγγραφική μου ροπή, τόσο στα φιλολογικά όσο και στα λογοτεχνικά μου έργα.

Υπάρχουν άνθρωποι που ήδη μου κέντρισαν το ενδιαφέρον στο πλαίσιο όχι μόνο μιας φιλολογικής μονογραφίας (όπως έκανα για τους Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο, Παντελή Πρεβελάκη, Χρυσόστομο Γανιάρη), αλλά και ενός ιστορικού μυθιστορήματος (όπως έκανα με την Ευανθία Καΐρη και την Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου).

Επιπλέον, η μακρά ερευνητική θητεία μου σε διαφορετικά πεδία με φιλοδώρησε με τερπνές συναντήσεις:

Στην ενασχόληση με την ταξιδιωτική πεζογραφία διασταυρώθηκα με δεκάδες ταξιδιωτών και ταξιδιογράφων, από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Θα μου άρεσε λοιπόν να γράψω για τον Νίκανδρο Νούκιο (συναρπαστική προσωπικότητα πλάνητος του 16ου αιώνα) ή για τον Κωνσταντίνο Γεράκη, (πρωθυπουργό του Σιάμ τον 17ο αιώνα).

Στην ενασχόληση με τη χρονογραφία (αναζητώντας στοιχεία για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που δεν προχώρησε) διασταυρώθηκα με πολλούς, ανώνυμους και μη, χρονικογράφους, σε μια τεράστια περίοδο 5 αιώνων. Οι ομιχλώδεις μορφές τους συνιστούν συγγραφική πρόκληση.

Στην ενασχόληση με την ιστορία του ελληνισμού υπό βενετική κυριαρχία  (υλικό για ένα βιβλίο υπό συγγραφή) με συγκίνησαν οι Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανειώτης (Έλληνας ποιητής και στρατιώτης του 15ου αιώνα, που έζησε στην Ιταλία, έγραψε στα λατινικά και πορτραίτο του φιλοτεχνήθηκε από τον Boticelli), Άννα Νοταρά (θυγατέρα του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, πιθανώς μνηστή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η οποία, στα 1453, φυγαδεύτηκε στη Βενετία, όπου και ανέπτυξε ποικίλη ελληνοκεντρική δραστηριότητα) και Αικατερίνη Κορνάρο (βενετικής καταγωγής βασίλισσα της Κύπρου).

Ψαχουλεύοντας την τοπική μικρο-ιστορία της Ζακύνθου, της Άνδρου και της Σύρου μέσα στην ευρύτερη συγκυρία του αγώνα της παλιγγενεσίας (όταν έγραφα την Παρηγορία των επιστολών σου), στάθηκα στην περίπτωση του Θεοδοσίου Δημάδη, δασκάλου, μέλους της Φιλικής Εταιρείας, διαφωτιστή και αγωνιστή της Επανάστασης.

Τέλος, η περιδιάβαση στον χώρο της τέχνης και της πολιτικής κατά την περίοδο του μεσοπολέμου (προκειμένου να γράψω Τα πορτραίτα της) μου αποκάλυψε χαρισματικές προσωπικότητες, που μπορούν να στηρίξουν συναρπαστικά βιβλία. Παράδειγμα ο ζωγράφος Νίκος Λύτρας και ο επιχειρηματίας, βιομήχανος, καθηγητής της Ανωτέρας Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών Πειραιώς και υπουργός, Επαμεινώνδας Χαρίλαος.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει ο αγγλικός και ο αμερικάνικος κινηματογράφος. Παρ΄ όλα αυτά, μια ταινία που με γοήτευσε και μου έρχεται τώρα στο νου είναι γιαπωνέζικη –οι «Αναχωρήσεις».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αποπειράθηκα κάποτε, αλλά εκ του αποτελέσματος έκρινα ότι θα ήταν καλύτερα να μην το κουράσω περισσότερο…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Ανασύρω από μια στοίβα βιβλίων και αποκομμάτων από εφημερίδες, πάντα με ιστορικό περιεχόμενο (για οποιαδήποτε περίοδο –ελληνικής, συνήθως- ιστορίας μου πέσει στα χέρια). Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό ονομάζεται συστηματική ανάγνωση, είναι πάντως θελκτικό και διεγερτικό.

Τι γράφετε τώρα;

Σχεδόν τίποτα – απλώς κρατώ σημειώσεις. Περνάω μια περίοδο αποδιοργάνωσης, με μύριους όσους περισπασμούς. Υπάρχουν όμως κατά νου τρία συγγραφικά σχέδια, για μια σειρά μικρών διηγημάτων, για μια σειρά μελετημάτων-δοκιμίων πάνω στην ταξιδιωτική πεζογραφία, καθώς και το φιλόδοξο σχέδιο ενός μυθιστορήματος που καλύπτει ευρύ ιστορικό φάσμα, ξεκινώντας από τους μεταβυζαντινούς χρόνους και καταλήγοντας στον 19ο αιώνα, για το οποίο, όπως ανέφερα και πιο πάνω, έχει ήδη γίνει ερευνητική προεργασία πολλών μηνών. Ελπίζω να επανακάμψω απτόητη σύντομα.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Οι δυνατότητες του διαδικτύου είναι ανεκτίμητες. Τόσο για τον οποιοδήποτε φιλοπερίεργο άνθρωπο, όσο και –ακόμα περισσότερο- για έναν ερευνητή.

Υπάρχει βέβαια και η μαγεία (από λευκή, πολύχρωμη, έως μαύρη) που ονομάζεται facebook: από τη μια σκέφτομαι την εικόνα που παρουσιάζουμε, ιδίως απογεύματα ή Κυριακές, τόσοι άνθρωποι κλεισμένοι στο σπίτι τους με τα μούτρα σε μια οθόνη πληκτρολογώντας, και θλίβομαι γιατί σκέφτομαι ότι, αντί γι αυτό, θα μπορούσαμε, οι ίδιοι άνθρωποι, να είμαστε έξω, στους δρόμους, στη θάλασσα, στην Ακρόπολη. Και από την άλλη σκέφτομαι ότι είμαστε μια τόοοοοοσο μεγάλη (και σε πολλές περιπτώσεις πολύ ενδιαφέρουσα) παρέα, πράγμα αδύνατο σε άλλη περίπτωση κι αυτό μου αρέσει.

Και από τη μια αισθάνομαι ότι χάνω πολύτιμο χρόνο και ότι σκορπίζομαι, και από την άλλη ότι, με τρόπο επιλεκτικό και ελεγχόμενο, κερδίζω ανθρώπινες παρουσίες, πορείες και περιπέτειες.

Μάλλον κάποιο ισοζύγιο υπολογίζω ότι προκύπτει.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η αιώνια, δηλαδή στατική, νιότη θα πρέπει να καταντά κάποτε πληκτική και μονότονη. Η συγγραφική ιδιότητα ποτέ. (Αν όμως μου πρότειναν μια νεότητα απλώς κάπως μεγαλύτερης διάρκειας, δεν θα το σκεφτόμουν ούτε λεπτό –χωρίς απώλεια της συγγραφικής ιδιότητας, εννοείται…)

Η επιστημονική ενασχόλησή σας με πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Εξαργυρώνεται πολλαπλώς. Απομυζώ τόσο τα πρόσωπα, όσο και τα θέματα. Τα εκμεταλλεύομαι αγρίως, σχεδόν τα λεηλατώ, για να ανακαλύψω ή και να κατασκευάσω υλικό για λογοτεχνικότερα συγγραφικά εγχειρήματα. Όταν συμβεί αυτό, ξεκινά μια αντίστροφη φορά: με εκμεταλλεύονται και με λεηλατούν εκείνα –εννοώ ότι εκμεταλλεύονται και λεηλατούν δημιουργικά τον χρόνο μου, τις διαθέσεις μου, τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούλησή μου. Διπλή, μάλλον πολλαπλή εξαργύρωση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απόλαυσα τις ερωτήσεις σας. Δεν βρίσκω καμιά άλλη αυτή τη στιγμή.

Ευχαριστώ το Πανδοχείο για τη φιλοξενία στο αίθριό του –πραγματικά με ενέπνευσε…