Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 80. Δημήτρης Στεφανάκης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Φρούτα Εποχής το 2000 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Οι τεχνητοί τρόποι διαφυγής του σύγχρονου ανθρώπου με φόντο τον θρίαμβο του φωτός και της Μεσογείου. Όταν η Μύκονος γίνεται λογοτεχνικός προορισμός.

Λέγε με Καΐρα. Η νοσταλγία της χαμένης Ελλάδας του ΄50 και του ΄60 θέτει αναπάντητα πολιτικά ερωτήματα και όχι μόνο.

Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία: Αθηναϊκό μυθιστόρημα. Ένας κύκλος αίματος και παρανοήσεων για ένα κόσμο που αρνείται επίμονα ν’ αλλάξει.

Μέρες Αλεξάνδρειας: Η τοιχογραφία του εικοστού αιώνα. Η πόλη του Καβάφη καλειδοσκόπιο του κοσμοπολιτισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο που με σύστησε στο ευρωπαϊκό κοινό και που μου χάρισε εσχάτως δύο διεθνή βραβεία, το Prix Méditerranée Etranger και το βραβείο Καβάφη.

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι. Επιστροφή στη Μύκονο με κεντρικό ήρωα τον Καμύ.

Θα πολεμάς με τους Θεούς. Ένα κοντινό μυθιστορηματικό πλάνο στον Λεωνίδα, τον πρώτο ήρωα της Ιστορίας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή μου. Είμαι δύσπιστος σ’ αυτό που γράφει το χέρι. Αφήνω που ο γραφικός μου χαρακτήρας γίνεται όλο και πιο δυσανάγνωστος ακόμα και από μένα τον ίδιο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η διαδικασία είναι περίπου ίδια κάθε φορά. Θα σας πω μόνο ότι το τελικό στάδιο της συγγραφής του μυθιστορήματος αποδεικνύεται πάντα το πιο εύκολο απ’ όλα.

Η μουσική που επιλέγω εξαρτάται συνήθως από το θέμα. Προτιμώ πάντως κλασική μουσική ή όπερα.

Οι προτιμήσεις μου; Μικρές δημιουργίες για πιάνο: Σονάτες, πρελούδια, αυτοσχεδιασμοί. Σούμπερτ, Μπετόβεν, Σοπέν, Ντεμπυσύ αλλά και Μπαχ και Μότσαρτ ή Ραχμάνινοφ.

Άριες από τις όπερες του Πουτσίνι.

Πιανίστες της τζαζ όπως ο Μπιλ Έβανς, ο Κηθ Τζάρετ

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Κάποιες φορές ναι. Κατά κανόνα πάντως γράφω στο σπίτι.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Το έχω κάνει ήδη κι εννοώ το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι με ήρωα τον Καμύ.

Αν το έκανα ξανά θα σκεφτόμουν τον Ντοστογιέφσκι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ντοστογιέφσκι, Τολστόι Μπαλζάκ, Προυστ, Τζόυς, Βιρτζίνια Γουλφ, Μούζιλ, Κάφκα, Καμύ,

Σωλ Μπέλοου, Τζον Μπάνβιλ, Χαβιέρ Μαρίας, Κλαούντιο Μάγκρις από τους σύγχρονους.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αδελφοί Καραμαζόφ, Ο Ξανακερδισμένος χρόνος, Άννα Καρένινα, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Ο ξένος, Η Θάλασσα, Το πρόσωπό σου αύριο, Μικρόκοσμοι…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Τσέχοφ, του Κάφκα, του Τζόυς και του Χεμινγουέη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πιστεύω σε δυο τρεις νέους λογοτέχνες μας.  Περιμένω απλώς τη συνέχεια.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ, ο Ντιμίτρι Καραμάζοφ και η Άννα Καρένινα

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω το Εντευκτήριο  για την διαχρονικότητά του,  το Book’s Journal για το στυλ του και την Κλεψύδρα γιατί συμμετέχω κι εγώ στην προσπάθεια. Επίσης την Οδό Πανός. Όμως τα καλά λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα είναι πολλά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προσπαθώ να μεταφέρω το πρωτότυπο στο δικό μας γλωσσικό περιβάλλον χωρίς να «τραυματίσω» τα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλευε ανέκαθεν ο Φόρστερ γιατί συνήθως χρησιμοποιεί τις λέξεις με την τέταρτη ή πέμπτη σημασία τους. Με έθελξε ο Μπέλοου και ο Απντάικ αλλά και ο ιστορικός Τομ Χόλλαντ με τα άρτια Αγγλικά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ο Χέρτσογκ  του Μπέλλοου είναι πραγματικό αριστούργημα. Γερτρούδη και Κλαύδιος του Απντάικ είναι μια ανατροπή της σαιξπηρικής ματιάς, γραμμένο από ένα μεγάλο μαιτρ της λογοτεχνίας. Η Κάρμεν τουΜεριμέ αλλά και η Περσική φωτιά του Τομ Χόλλαντ αξίζει να διαβαστούν, όπως και το Καφέ με τον Πλάτωνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα πω μόνο πως η μετάφραση είναι πραγματικό σχολειό για τον λογοτέχνη. Για αυτό και μόνο νομίζω πως αξίζει να καταπιαστεί με αυτή κάθε επίδοξος συγγραφέας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Εργάζομαι πολύ, συνδυάζοντας τα ενδιαφέροντά μου με την εργασία και την εξέλιξή μου. Θα επαναλάβω αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν: «Η λογοτεχνία είναι μόχθος». Η μουσική που επιλέγω είναι αυτή που ήδη προανέφερα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα μ’ ενδιέφερε να μεταφράσω την σύγχρονη αγγλόφωνη λογοτεχνία στις καλύτερες στιγμές της (Μπάνβιλ, Μπαρνς, Μακ Γιούαν, Έιμις) και κάποιους κλασικούς γάλλους συγγραφείς.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν είναι εύκολο να ανατραπεί η εκδοτική και αναγνωστική νοοτροπία δεκαετιών. Είναι σίγουρα άδικο να περιθωριοποιείται ο μεταφραστής, αλλά αυτό γίνεται κατά κόρον στην Ελλάδα και δεν βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Ο καλός επιμελητής είναι αναντικατάστατος. Η ποιότητα της συνεργασίας εξαρτάται από την ποιότητα συγγραφέα και επιμελητή και βέβαια από την καλή πρόθεση αμφοτέρων.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Οι ήρωες των καλών βιβλίων πάντα μας ακολουθούν είτε τα γράφουμε εμείς είτε τα μεταφράζουμε.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τα βιβλία μου.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω πολλά πράγματα μαζί. Γράφω και ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για το σκοτεινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Με ενθουσίασε η ιδέα του the Artist.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο διευκολύνει, υπό όρους,  την μετάδοση της γνώσης και υποκαθιστά ένα μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας. «Μέτρον άριστον» όπως σε όλα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ταυτίζω την αιώνια νιότη με την αιώνια πλήξη. Προτιμώ να κρατήσω την εμπειρία του χρόνου που περνά και τις άλλες μου ιδιότητες.

Διαμαντής Αξιώτης – Λάθος λύκο

Η κόλαση είναι οι πάντες και τα πάντα

Όσο μπορείς και λες «Να το χειρότερο», δεν έχεις ζήσει ακόμα το χειρότερο (σ. 49).

Και η σειρά των χειρότερων για τον κεντρικό χαρακτήρα δεν σταματά πουθενά. Ανεπιθύμητο τέκνο της μεγαλοαστικής του οικογένειας, με τα σημάδια του διαφορετικού και το στίγμα του διαταραγμένου, ο τριαντάρης Στέφανος ζει μια μοναχική, ανέσπερη ζωή, άδεια από αγάπη και βεβαρημένη με φόβο, φαντασιακά παραληρήματα, μεσσιανικές παραισθήσεις, συγκεχυμένες απόψεις για το πνεύμα του κακού και φροϋδικά υπολειπόμενα. Η καταστροφική επίδραση της οικογένειας (μέσα από τους μηχανισμούς της ενοχής, της βαρύνουσας κοινωνικής εικόνας και της τιμωρίας, ιδίως του ερωτισμού) είναι καθολική· η απουσία της γονεϊκής αγάπης δεν υποκαθίσταται ούτε από την τρυφερή προσέγγιση της άκληρης θείας του, η επιθυμία της οποίας να τον υιοθετήσει αποτελεί το ηλεκτρισμένο μυστικό ανάμεσα στις δυο αδελφές. Μέσα του βλασταίνει η επιθυμία της εκδίκησης και της κάθαρσης. Η κόλαση είναι οι άλλοι, κι έχουν όλοι τη μορφή λύκου.

Η στάση των οικείων του, κυμαινόμενη ανάμεσα στο υπερφίαλο και το άβουλο, το επιθετικό και το ηττοπαθές θυμίζει την αντίστοιχη οικογενειακή τοιχογραφία στις Πλωτές Γυναίκες (παλαιότερου μυθιστορήματος του συγγραφέα). Στο σπίτι ούτως ή άλλως ο Στέφανος υπήρξε πάντα «διαφορετικός»: Επειδή κάποτε μιλούσε πολύ, τον θεωρούσαν παράξενο, κι ούτε σταμάτησαν να τον θεωρούν τώρα που πια δεν μιλάει καθόλου. Ο τρόμος μην μαθευτεί η προϊστορία του ανεπιθύμητου βλαστού δεν είναι ανάλογος και στις περιπτώσεις των εξώγαμων σχέσεων του δεσπότη – δυνάστη της οικογένειας. Χαρακτηριστική η περιγραφή της μητέρας του Ευγενίας μπροστά στο αναπόδραστο ξέσπασμά του: Το βλέμμα της είναι σαν βλέμμα βαριά άρρωστου που υποπτεύεται την αλήθεια και σε κοιτά επί ώρες χωρίς να μιλά. Σε εκλιπαρεί με ένα πελώριο ερωτηματικό λες και απαιτεί να μάθει, και συνάμα ελπίζει να μη μιλήσεις αν πρόκειται να επιβεβαιώσεις τους φόβους του.

Η επαρχιακή του πόλη έχει μετατραπεί σε τόπο εχθρικό, που στέκεται και κυριολεκτικά απέναντί του, καθώς την κοιτάζει από απόσταση το βράδυ που φεύγει ο αιώνας. Τι νόημα έχει το εορταζόμενο τέλος του κόσμου όταν το δικό σου τέλος είναι πιο εκκωφαντικό; Κάθε προστασία της υπήρξε προσωρινή, σαν εκείνη που του παρέχουν τα υπόστεγα και οι τέντες των καταστημάτων στις συνεχείς βροχές της. Όταν και οι τελευταίοι φίλοι αποχωρούν και η τέχνη αδυνατεί να απορροφήσει το αποπνικτικό δυναμικό οργής, η καταφυγή στην θρησκευτική και ναρκοληπτική παραμυθία προβάλλει για άλλη μια φορά ως μοναδική διέξοδος. Κι αν σ’ αυτή τη «βαλτωμένη σκατούπολη» η αυτοκτονία αναβάλλεται επ’ αόριστον, όπως λένε με την επικάλυψη του αστείου μερικοί νέοι, τότε κάποιοι πρέπει να πληρώσουν. Η αναζήτηση ενός πατέρα (πνευματικού και βιολογικού) αλλά και ενός εκδικητικού πρότυπου τον οδηγεί στη αφοσίωση σε θρησκευτικούς και κοσμικούς θαυματοποιούς: ο ερημίτης μοναχός και ο ταχυδακτυλουργός με τον νάνο του υπόσχονται εμμέσως πλην σαφώς μια διαφορετική αναδιάταξη του κόσμου έστω δια της μεταφυσικής και την νομιμοποιούμενη έκλυση της δολοφονικής του μανίας.

Ο Αξιώτης παραμένει πιστός στην πολύτροπη γραφή του: πολλαπλασιάζει τις χωροχρονικές γωνίες, αφήνει τις διαφορετικές φωνές των πρωταγωνιστών να ακουστούν (ακόμα και των ψυχρών επιστημόνων ή των νυσταλέων αρχών) και περιγράφει ακόμα και τις πιο μελανές όψεις μιας σκληρής πραγματικότητας με ελεγχόμενο ρεαλισμό και διάχυτη ποιητικότητα. Η λογοτεχνική ανατομία της φρενοβλάβειας που επιχειρεί δεν είναι μονοκόμματη ή απλουστευτική. Η φύση του κακού δεν πιστώνεται σε ατομική σπορά αλλά ανιχνεύεται μέσα στα οικογενειακά, κοινωνικά και τοπογραφικά περιβάλλοντα. Ούτως ή άλλως, σε μια κοινωνία που άκαμπτη και απόλυτη έχει προδιαγράψει ήδη τις δυνατότητες και τα όρια των μελών της, η παραμικρή κίνηση της στρόφιγγας πέρα από την επιτρεπόμενη θέση θεωρείται (και διανοητική) παράβαση και προκαλεί ανεπιθύμητες πλημμύρες.

Αποτελεί όμως ο Στέφανος μια ιδιάζουσα, σπάνια περίπτωση διαταραγμένου ψυχισμού ή μήπως εκπροσωπεί ένα σύγχρονο, διαδεδομένο παράδειγμα, ένα νέο «ανθρώπινο κανόνα»; Πόσοι άνθρωποι σήμερα δεν είναι μοναχικοί, ανασφαλείς, με αίσθηση κατωτερότητας, χωρίς συντροφιά, φιλία και έρωτα, με αγεφύρωτες έως δραματικές οικογενειακές σχέσεις, με μια διαρκώς αυξανόμενη αρνητική διάθεση απέναντι στον κόσμο, απέναντι στα πάντα; Μόνο εκείνος περιστοιχίζεται από πληθώρα εγγυήσεων που υπόσχονται την ελεύθερη εκδήλωση της κοινής σε όλους μας πλην λανθάνουσας σχιζοφρένειας; Μόνο το δικό του περιβάλλον είναι το ιδανικό για την ενεργοποίησή της. Ακόμα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις της αναρωτιέται κανείς ποιος δικαιούται τον τίτλο του λογικού και του σώφρονος.

Κάποια στιγμή ο Στέφανος φαντασιώνεται να μεταμορφωθεί σε θαλάσσιο χτένι βυθισμένο στην άμμο, σε στρείδι κολλημένο στη σχισμή κάποιου βράχου. Να κλειστεί μέσα σε σπίτι – κέλυφος, να μείνει εκεί για πάντα, φερέοικος, μακριά από φίλους και συγγενείς. Στο τέλος θα βρει μεν την πολυπόθητη απομόνωσή του, αλλά στην πιο ανελέητη μορφή της, στις πιο σκληρές συνθήκες εγκλεισμού σε θαλάμους πέραν πάσης αποδράσεως. Δεν τον βοήθησε κανείς: ο ιερέας του είχε ξεκαθαρίσει πως «μολονότι εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια υποσχόμαστε τον Παράδεισο, δεν κάναμε το λάθος να τον δείξουμε», ενώ από τις ιστορίες που ήξερε καμιά δεν ήταν όμορφη ή ελκυστική. Και πώς να πορευτεί κανείς χωρίς ούτε μια όμορφη ιστορία;

Αποσπάσματα του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκαν σε πρώτη μορφή στα περιοδικά Εντευκτήριο και Εξώπολις.

Εκδ. Κέδρος 2010, σελ. 301.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011). Οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα.