Χουάν Κάρλος Ονέτι – Το ναυπηγείο

c1Η φάρσα ως μόνη δυνατότητα ζωής

Δεν υπάρχουν εκπλήξεις στη ζωή, εσείς το ξέρετε. Ό,τι μας εκπλήσσει είναι ακριβώς αυτό που επιβεβαιώνει το νόημα της ζωής. [σ. 113]

Πέντε χρόνια μετά τον εκτοπισμό του από την επαρχία, ο Λάρσεν βρίσκεται ξανά πίσω· τον βλέπουν στη στάση των λεωφορείων, εξαντλημένο από την ήττα και παραιτημένο από κάθε ελπίδα· ακόμα και για όσους δεν τον είδαν, ο θόρυβος των τακουνιών του μεταδίδεται στον αέρα με αυθάδεια. Εγκαθίσταται ξανά στο δωμάτιό του στην πανσιόν και σχεδιάζει να επιβάλει πάλι την παρουσία του στους δημόσιους χώρους της μισητής πόλης και να πάρει την άδολη ρεβάνς. Είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στο ναυπηγείο, μπροστά στα πελώρια μισοφαγωμένα γράμματα, δίπλα στους σκουριασμένους γερανούς, τα γκριζοπράσινα σανίδια με τα αγριόχορτα, το γκρίζο κτίριο σε σχήμα κύβου.

… σχεδόν οτιδήποτε άλλο ήταν προτιμότερο από το ταβάνι με τις χιλιοτρυπημένες λαμαρίνες, από τα σκονισμένα και κουτσά γραφεία, από τα βουνά των ντοσιέ και των κλασέρ στοιβαγμένα στους τοίχους, από τα αγκαθωτά αγριόχορτα που τυλίγονταν στον παραστάτη του γυμνού παραθύρου, από την εξοργιστική, υστερική κωμωδία της εργασίας, της επιχείρησης, της ευημερίας που διακοσμούσε τα έπιπλα (σκεβρωμένα από την πολυκαιρία και σαρακοφαγωμένα, βιαστικά να δείξουν ότι προορίζονται για καυσόξυλα, τα λερωμένα χαρτιά από τη βροχή, τον ήλιο και τις πατημασιές, πεταμένα ακατάστατα πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα, τα γαλαζωπά ρολά των σχεδίων συγκεντρωμένα σε πυραμίδα ή σκισμένα να κρέμονται από τους τοίχους. [σ. 35]

1Κι όμως, ενώ οτιδήποτε άλλο θα ήταν προτιμότερο ο Λάρσεν επιλέγει αυτόν ακριβώς τον χώρο να γίνει το ορμητήριο της μοναχικής, προσωπικής του εκδίκησης. Σε μια πράξη απελπισμένη και εξωφρενική ζητάει από τον γέροντα ιδιοκτήτη του ερειπωμένου ναυπηγείου Χερεμίας Πέτρους να γίνει Γενικός Διευθυντής. Και βρίσκεται αμέσως να διασχίζει το αχανές άδειο κτίριο, περνώντας γραφεία δίχως πόρτες και παράθυρα δίχως τζάμια, τα κομμένα καλώδια ενός τηλεφωνικού κέντρου, «νηστικός ανάμεσα σε σύμβολα, σε μια ατμόσφαιρα επιλόγου που ο ίδιος ενίσχυε». Εκεί γνωρίζει τους δυο εναπομείναντες υπαλλήλους, τον Γκάλβες και τον Κουνς, προϊστάμενους της οικονομικής και τεχνικής διεύθυνσης αντίστοιχα. Ο πρώτος τον ρωτάει ποιο πόσο να γράψει για τον μισθό του με μια ειρωνεία που στο εξής θα διαβρώνει ακατάπαυστα τους τρεις συνεργάτες, ανάμεσα σε υποκριτικά χαμόγελα και συζητήσεις για τα όρια πίεσης στους λέβητες ή τις τρέχουσες τιμές των μηχανών.

Τώρα είχε πιαστεί στην παγίδα, μα ήταν ανίκανος να της δώσει ένα όνομα, ανίκανος να συνειδητοποιήσει ότι είχε ταξιδέψει, ότι είχε κάνει σχέδια, είχε αφιερώσει χαμόγελα, ραδιουργίες και την υπομονή του, μόνο και μόνο για να πιαστεί σ’ αυτήν, για να βρει επιτέλους ανακούφιση σ’ ένα απελπισμένο και παράλογο καταφύγιο. [σ. 39 – 40]

2Ο δεύτερος τόπος που θα χρησιμοποιήσει τον υπολειπόμενο χρόνο του στην άσκηση μιας ανώφελης εκδίκησης, «σε αισθησιασμούς χωρίς νόημα», είναι το σπίτι της μισότρελης κόρης του ιδιοκτήτη, της Ανχέλικα Ινές. Την συναντάει σ’ ένα κιόσκι στον χορταριασμένο της κήπο ενώ το βρώμικο και ογκώδες σπίτι πιο μέσα ορθώνεται άχαρο πάνω σε υπερβολικά ανασηκωμένα υποστυλώματα, πιο πάνω από το επίπεδο μιας πιθανής φουσκονεριάς… Εκεί στο μελαγχολικό απογευματινό φως και στα απόμακρα αλυχτήματα των σκύλων της εξομολογείται τον ψευδό του έρωτα, της ομολογεί «δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει η ζωή· όμως αυτή η συνάντηση με αποζημιώνει».

4Ο Ονέτι [Μοντεβιδέο Ουρουγουάης, 1909 – 1994] είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, με υψηλής λογοτεχνικότητας γραφή. Η ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία τον απασχόλησε από το πρώτο του μυθιστόρημα Το πηγάδι [1939], που γράφτηκε πριν κυκλοφορήσει Ο Ξένος του Καμύ και σηματοδότησε, κατά τον Μάριο Βάργκας Λιόσα την γέννηση του μοντέρνου λατινοαμερικάνικου μυθιστορήματος. Όπως έγραψε ο Χ.Μ. Γκαρσία Ράμος στην εκτενή του εισαγωγή στην ισπανική έκδοση του 1983, «ο σύγχρονος μηδενισμός που εγκαινίασε ο Νίτσε και συνέχισαν ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ βρίσκει στον Χ.Κ. Ονέτι, μέσω του Λάρσεν, μια από τις πιο εκπληκτικές ερμηνείες μέσα στη λογοτεχνική παράδοση». Από αυτό το κείμενο και άλλα τέσσερα η μεταφράστρια συντάσσει την τετρασέλιδη κατατοπιστική εισαγωγή. Η σκληρή αντίθεση ακριβώς ανάμεσα στη μάταιη επιθυμία και στην καταθλιπτική πραγματικότητα είναι που ωθεί τον ήρωα στον μονόδρομο της επινόησης ενός ψέματος, στην υπόδυση ενός ρόλου και στην αποδοχή της διπλής φάρσας – της διεύθυνσης, του φλερτ – μόνο και μόνο γιατί πρέπει να ελπίσει σε κάτι που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν να ζήσει.

5Τούτη είναι η δυστυχία συλλογίστηκε «κι όχι η κακοτυχία που έρχεται, επιμένει, και σαν άπιστη φεύγει, μα η παλιά, ψυχρή, πρασινωπή δυστυχία. Δεν έρχεται για να μείνει, είναι διαφορετικά μαζί της, δεν έχει να κάνει με τα γεγονότα, μολονότι τα χρησιμοποιεί για να κάνει εμφανή την παρουσία της. Η δυστυχία απλώς υπάρχει, καμιά φορά. Και τούτη τη φορά υπάρχει, δεν ξέρω από πότε, στριφογύρισα αρκετά για να μην το αντιληφθώ, τη βοήθησα να θεριέψει με το όνειρο της Γενικής Διεύθυνσης, των τριάντα εκατομμυρίων, του στόματος που γέλασε αθόρυβα στο κιόσκι. Και τώρα, ό,τι κι αν κάνω, θα χρησιμεύσει μόνο για να έρθει να κολλήσει πιο δυνατά επάνω μου. Το μόνο πράγμα που μου απομένει να κάνω είναι ακριβώς αυτό: ό,τι να ’ναι, το ένα πράγμα μετά το άλλο, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς νόημα… [σ. 84]

07_espacios_astillero_416Διευθυντής πια στο Ναυπηγείο, ο Λάρσεν αφιερώνει τα απογεύματά του στο «γραφείο», ξεφυλλίζοντας ντοσιέ με εκθέσεις καταλακιασμένες από την υγρασία και προϋπολογισμούς επισκευών και αναφορές ναυαγίων. Άλλοτε κατεβαίνει την σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο υπόστεγο και σε ό,τι έχει απομείνει από την αποβάθρα· κι εκεί, ανάμεσα σε σκουριασμένες ακατανόητες κόκκινες από τη σκουριά μηχανές, παραλυμένες ίσως για πάντα και στη μονότονη γεωμετρία των ραφιών γεμάτων με πτώματα εργαλείων αναζητά να πειστεί πως όλα αυτά είναι δικά του, και περιμένουν την αφοσίωση που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν.

7Τα μεσημέρια και το βράδυ βολοδέρνει στου Μπελγκράνο – μπαρ – εστιατόριο – ξενοδοχείο και εμπορικό κατάστημα μαζί. Κάποτε, μπροστά στη μοναξιά και το κρύο, επισκέπτεται την ξύλινη παράγκα όπου ζει ο Γκάλβες με την γυναίκα του, μεταξύ του λεμβοστασίου κι ενός καλαμιώνα. Ξεχνούν τη γελοία πρόφαση της επίσκεψης και μοιράζονται το φαγητό και το φτηνό πότο. Η διόλου ελκυστική γυναίκα με το αντρικό πανωφόρι γίνεται για τον ίδιο η απαραίτητη συντροφιά στα βράδια που οι τρεις θα μοιράζονται από εδώ και μπρος. Επιθυμώντας απεγνωσμένα να ασκήσει ξανά την τεχνική του ξελογιάσματος κάποια στιγμή θα κάνει δώρα τόσο στην Ανχέλικα όσο και στην γυναίκα του Γκάλβες· ένας παλιός εραστής, που εδώ και χρόνια γνωρίζει πως «το πλησίασμα μιας γυναίκας δεν ήταν τίποτε άλλο από μία απαραίτητη τελετουργία, μια αποστολή που πρέπει να επιτελεστεί».

3Κι αν εκείνοι είναι τρελοί, αναγκαστικά είμαι κι εγώ τρελός. Διότι εγώ μπορούσα να παίξω το παιχνίδι μου, γιατί το έπαιζα μόνος μου· όμως, αν οι άλλοι με συνοδεύουν, τότε το παιχνίδι γίνεται αλήθεια, μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Αν το δέχεσαι έτσι – εγώ που το έπαιζα γιατί ήταν ένα παιχνίδι – σημαίνει ότι δέχεσαι την παραφροσύνη. [σ. 68]

Ο Λάρσεν αποτελεί έναν αξέχαστο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Σαν μια καρικατούρα, παχύς αλλά με λικνιστικό βάδισμα, το καπέλο πάντα ριγμένο πάνω στο φρύδι, το χέρι μέσα στο πέτο, με την ειρωνεία και την λεπτή περιφρόνηση να χαρακτηρίζει πάντα τη στάση του, «με την επιθυμία να τροποποιήσει ξένα πεπρωμένα, εν γένει συγκεχυμένα και ήδη περατωμένα». Ένας άντρας μόνος, που προσπαθεί να συνεχίσει να υπάρχει σ’ ένα κτίσμα κρύο και υγρό, μπροστά σ’ ένα ρημαγμένο γραφείο, με μια στοίβα φακέλων με νεκρά γεγονότα, αδύναμος μπροστά στην απομάκρυνση της παλιάς νεότητας.

6«Φτάνει μια στιγμή που κάτι ασήμαντο, κάτι ανάξιο λόγου, μας αναγκάζει να ξυπνήσουμε και να δούμε τα πράγματα όπως ακριβώς είναι». Ήταν ο φόβος της φάρσας, αυτεξούσια τώρα πια, ο φόβος μπροστά στην πρώτη πραγματική προειδοποίηση ότι το παιχνίδι είχε παιχτεί ανεξάρτητα από αυτόν, από τον Πέτρους, απ’ όλους εκείνους που είχαν παίξει με τη βεβαιότητα ότι το έκαναν για το κέφι τους και ότι αρκούσε να πουν ένα όχι για να σταματήσει το παιχνίδι. [σ. 178]

Μέσα από υποτιθέμενες μεταγενέστερες διηγήσεις, κάποτε σε μεγάλο βάθος χρόνου, συχνά αμφίβολες η αντικρουόμενες, μαθαίνουμε για τις συναντήσεις του Λάρσεν τον γιατρό Ντίας Γκρέυ ή τον μπάρμαν του συνοικιακού καταγωγίου Μπαρέιρο· τις νυκτωδίες του στο χαμαιτυπείο «Τσαμαμέ» και τις συζητήσεις με τον Χερεμίας ή τον Γκάλβες, που εκβιάζει και τους δυο με καταγγελία στους ανυποψίαστους πιστωτές, αδύναμοι να ξεχωρίσουμε ποιος κοροϊδεύει ποιον. Ο γιατρός άλλωστε κάποια στιγμή του λέει..

6bΚι εσείς, όπως κι εκείνοι, ξέρετε πως η ζωή μας, με τον τρόπο που τη ζούμε, είναι μια φάρσα, όλοι είναι ικανοί να το παραδεχτούν, μα κανείς δεν το κάνει, γιατί ο καθένας έχει ανάγκη, επιπλέον, να προστατεύει μια προσωπική φάρσα. Κι εγώ το ίδιο φυσικά. Ο Πέτερους είναι ένας φαρσέρ όταν σας προσφέρει τη Γενική Διεύθυνση, κι εσείς το ίδιο όταν τη δέχεστε. Είναι ένα παιχνίδι, τόσο εσείς, όσο κι εκείνος, ξέρετε ότι ο άλλος παίζει. Όμως σωπαίνετε και προσποιείστε. [σ. 114]

Κι έτσι παραπαίει ο Λάρσεν, οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή, προτιμώντας ό,τι έμελλε να συμβεί, να του είχε τύχει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ήταν νέος, έχοντας μια άλλου είδους πίστη· «Όμως ποτέ δε σε αφήνουν να διαλέξεις, μόνο μετά καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να είχες διαλέξει». Βέβαιος πια πως όλες οι ανθρώπινες πράξεις γεννιούνται πριν διαπραχθούν και προηγούνται της συναντήσεώς τους μ’ έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο εκτελεστή.

onettifotojovenΣκεφτόμουν αυτό που λέγαμε πριν, για το νόημα της ζωής. Το λάθος μας είναι ότι νομίζουμε πως το ίδιο συμβαίνει με τη ζωή, ότι δηλαδή δεν είναι αυτό που κάνει. Όμως είναι ψέμα, δεν είναι τίποτε άλλο  πέρα απ’ αυτό που όλοι βλέπουμε και ξέρουμε – μα δεν βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει και μόνο σκέφτηκε «Και τούτο έχει ένα ξεκάθαρο νόημα, ένα νόημα που εκείνη, η ζωή, ποτέ δεν προσπάθησε να κρύβει, ενάντια στο οποίο οι άνθρωποι ανοήτως πάλευαν από πάντα με λόγια και αγωνίες. Και η απόδειξη της αδυναμίας των ανθρώπων να αποδεχτούν το νόημά της βρίσκεται στο ότι η πιο απίστευτη απ’ όλες τις πιθανότητες, αυτή του ίδιου μας του θανάτου, είναι για κείνη μια απλή ρουτίνα· ένα γεγονός που ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί». [σ. 115]

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σελ. 231, με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας [Juan Carlos Onetti, Il astillero, 1961].

Ο Χουάν Κάρλος Ονέτι στο Λογοτεχνείο του Πανδοχείου και παραδίπλα, στις Θελκτικές Προσόψεις. Τα σχέδια προέρχονται από εδώ.

Λουίς Σεπούλβεδα – Η σκιά του εαυτού μας

coverΤα κουρέλια πολεμούν ακόμα

Σχεδίαζαν να παρατείνουν τη φιλία τους και να τη διατηρήσουν αλώβητη με τα χρόνια, αλλά υπήρξαν και σύντροφοι, συμπολεμιστές στον αγώνα για να γίνει η χώρα ένας τόπος αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον όχι τόσο απαυδισμένος, ώσπου ήρθε εκείνο το βροχερό πρωινό του Σεπτεμβρίου, κι απ’ το μεσημέρι τα ρολόγια άρχισαν να δείχνουν ώρες άγνωστες, ώρες δυσπιστίας, ώρες που οι φιλίες εξανεμίζονταν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τον έντρομο θρήνο των χηρών και των μανάδων. Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σ. 51]

109169887613hjΑκόμα και οι σκέψεις του Λόλο Γκαρμενδία είναι κοινές και συντροφικές μ’ εκείνες των άλλων δυο φίλων του, του Κάτσο Σαλίνας και του Λούτσο Αρανσίβια. Λίγο νωρίτερα ο Σαλίνας έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα ελεεινό κοτοπουλάδικο μέχρι να κοπάσει η βροχή, συνομιλώντας με τον πωλητή. Το Σαντιάγο με βροχή δεν θα μπορούσε να είναι πιο θλιβερό, ειδικά αν σκέφτεται κανείς πως η φράση «βρέχει στο Σαντιάγο» ήταν το πραξικοπηματικό σύνθημα των φασιστών που σκοτείνιασαν τη χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Σ’ αυτό το παράπηγμα οι δυο άντρες κοιτάζονται φευγαλέα στα μάτια κι ανακαλύπτουν «τα ίδια φαντάσματα, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν τη ζωή σε δυο αφηγηματικές γραμμές, καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτήν της πραγματικότητας κι εκείνην των επιθυμιών. Οι ναυαγοί απ’ το ίδιο πλοίο διαθέτουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται – όπως οι νάνοι».

11356734_e451ced8b8_zΟ τρίτος της παρέας, ο Λούτσο Αρανσίβια στο υπόστεγο με τους τεχνίτες ονειρεύεται σταυρόλεξα γεμάτα με λέξεις της δικής τους άγραφης Ιστορίας όταν του χτυπάει την πόρτα ο Σαλίνας. Οι δυο άντρες δεν είναι πια νεολαίοι· η νεολαία έχει διασκορπιστεί σε χιλιάδες σημεία, κουρελιασμένη απ’ τα ηλεκτροσόκ στις ανακρίσεις, θαμμένη σε μυστικούς τάφους που έβγαιναν στο φως σιγά σιγά, σε χρόνια φυλακής, σε ξένα σπίτια χωρών ακόμα πιο ξένων, σε ομηρικές επιστροφές από το πουθενά, κι απ’ αυτήν δεν είχαν μείνει παρά ύμνοι του αγώνα που κανείς δεν τραγουδούσε πια, γιατί οι κύριοι του παρόντος αποφάσισαν πως στη Χιλή δεν υπήρξα ποτέ νέοι σαν αυτούς, δεν τραγουδήθηκε ποτέ το Joven Guardia…. [σ. 29]

IMG_2950[1]Κάπου στην ίδια πόλη ένα πικ απ Dual για 33ρια αλλά και τα θρυλικά 78άρια από ανθρακίτη εκτοξεύεται από ένα παράθυρο χτυπώντας έναν τυχαίο περαστικό, μαζί με τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής του Εδουάρδο Γκαλεάνο· άτυχος νεκρός ο Πέδρο Νολάσκο Γκονσάλες, ο υπεύθυνος για την επανασύνδεση των παλιών επαναστατών τριάντα πέντε χρόνια μετά. Ο Νολάσκο δεν σταμάτησε να ενεργεί ούτε ως εξαφανισμένος: επιτέθηκε σ’ ένα εκτροφείο βιζόν στην Παταγονία κι ελευθέρωσε δυο χιλιάδες ζώα, «αξίας» εκατοντάδων χιλιάδων πέσο, που ανακατεύτηκαν με την τοπική πανίδα κι έχασαν κάθε αξία· άλλη φορά ανατίναξε ένα φράγμα αφήνοντας να δραπετεύσουν χιλιάδες σολομοί.

405616499_640Ήταν κάποιος που είχε μόλις επιστρέψει από την εξορία, ένας άνδρας που είχε ζήσει δεκαπέντε χρόνια στην Πράγα, και στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε πως το περιστατικό είχε συμβεί στη γειτονιά του, πως μια ζωή αυτός ο δρόμος πήγαινε από βορρά προς νότο, πως δεν ήξερα πότε του είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Όσοι επέστρεφαν από την εξορία είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σ. 74]

marcelo montecino prisoneras national stadium 1973Η επιστροφή των τριών από την εξορία είναι γεγονός, αλλά υπάρχει ποτέ τέτοια επιστροφή; Γιατί τελικά απ’ την εξορία δεν γυρίζεις, κάθε απόπειρα επιστροφής μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. Όλα είναι ωραία στη χώρα της μνήμης….είναι μια χώρα αμετακίνητη, «σαν τη θηλή της Αγίας Θηρεσίας ή σαν μια ταινία του Ροζέ Βαντίμ». Αν η πρώτη ληστεία τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο έγινε με προορισμό των χρημάτων για τους κολασμένους της γης και ο υπάλληλος τότε δε φοβήθηκε ούτε στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι, όπως είπε, του είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ότι οι τακτικοί πελάτες της τράπεζας, τώρα ας γίνει η τελευταία ηρωική καταλήστευση των ληστών της Χιλής.

3905804583_2633456465_zΠολλοί άνδρες και πολλές γυναίκες που γνωρίζονταν, απαρνήθηκαν ο ένας τον άλλον σε μια επιδημία αναγκαίας και σωτήριας αμνησίας. Όχι· δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους που πήγαιναν φορτωμένοι σ’ ένα καμιόνι. Όχι· δεν την έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα που περιμένει στη γωνία. / Η λήθη ήταν επείγουσα ανάγκη, έπρεπε ν’ αλλάζεις πεζοδρόμιο και ν’ αποφεύγεις συναντήσεις, έπρεπε να κάνεις γρήγορη μεταβολή και να σβήνεις τα χνάρια σου. Κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν. [σ. 52]

Η τ11239093_9c028ba927_zραγωδία των Χιλιάνων έπαψε να συγκινεί όταν έπεσε η δικτατορία ενώ η χιλιανή  μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε με βάση το «γατοπαρδιανό» αξίωμα ότι όλα αλλάζουν για να μείνουν όλα ίδια. Ακόμα κι ένας σκεπτικιστής αστυνόμος συζητώντας με την υπαστυνόμο, αναρωτώμενος ποιοι δίνουν τις φονικές διαταγές από ψηλά, σκέφτεται πως όλα θα τα πει μια μέρα η Ιστορία, την μέρα ειδικά εκείνη όπου οι Χιλιανοί θα πάψουμε να ’μαστε χεσμένοι από το φόβο μας για το ίδιο μας το παρελθόν. Όμως το «Γραφείο» υπάρχει ακόμα: ένας παράλληλος οργανισμός ασφάλειαςμε σκοπό την εξόντωση των τελευταίων αριστεριστών που πίστευαν πως μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση με ένοπλο αγώνα, τώρα συνεργάζεται με βασανιστές που ιδρύουν εταιρείες σεκιούριτι. Και πλήθος φασιστικών καταλοίπων ζουν και βασιλεύουν, ενίοτε στις κοιλάδες του καθαρού αέρα, μακριά απ’ το «νέφος» του Σαντιάγκο.

11schileΥπάρχουν καλύτεροι στόχοι για τρεις αιώνια εξεγερμένους παλιόφιλους που δεν το βάζουν ποτέ κάτω; Υπάρχεις ιδανικότερη ηρωική έξοδος, για τρεις αγωνιστές που τώρα κοιτάζουν ξανά μπροστά, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διορθώσουν πράγματα που έγιναν, αλλά πως μπορούν να προλάβουν πράγματα που θα γίνουν;  Αν κάποτε για τους νικημένους, η ζωή είχε μετατραπεί σ’ ένα στρώμα ομίχλης, στην καταχνιά των καταδικασμένων να συντηρούν με νύχια και με δόντια τις καλύτερες από τις αναμνήσεις τους, αυτά τα λίγα χρόνια ανάμεσα στο εξήντα οκτώ και το εβδομήντα τρία, σημαδεμένα μέρα με τη μέρα με το χαμόγελο της πιο στρατευμένης αισιοδοξίας [σ. 101], τώρα σημασία θα έχουν όχι οι μεγάλες ήττες αλλά οι μικρές νίκες. Ή όπως μουρμουρίζει ένας εξ αυτών, «είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως»

Εκδ. Opera, 2009, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 147, με δωδεκασέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και τρισέλιδο λεξικό ξένων και μη εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων. [Luis Sepúlveda, La sombra de lo que fuimos].

Οι δυο πρώτες φωτογραφίες: Συλλήψεις στο Σαντιάγκο και συλληφθέντες στο Εθνικό Στάδιο της πόλης μετά το πραξικόπημα.  Στην τελευταία, ο Victor Jara τελευταίος δεξιά, στην πορεία του UP στο Σαντιάγκο στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, μια βδομάδα πριν από το πραξικόπημα [φωτ. Marcelo Montecino].

4009424_8f2ff1e530_zΣημ.: Μιλώντας περί φασιστικών καταλοίπων: Στο βίντεο εισβολή στο γραφείο του Edwin Dimter Bianchi που  αναγνωρίστηκε από επιζώντες συγκρατούμενους του Victor Jara ως ο «El Príncipe», ο κύριος βασανιστής και δολοφόνος του. Για όσους δεν γνωρίζουν, είναι αυτός που έκοψε με τσεκούρι τα δάχτυλα του Βίκτορ Χάρα στο χιλιανό στάδιο, και του ζήτησε μετά να παίξει κιθάρα «για την π…την μάνα του». Είναι χαρακτηριστικό το κλαψούρισμά του ιδίως όταν κάθεται με τον πωπό πάνω στο γραφείο του με χέρια και πόδια ψηλά, ακριβώς όπως οι κατσαρίδες. Πάνω στον τρόμο του προστατεύεται με μια αφίσα του Victor Jara: ο ορισμός της απόλυτης ειρωνείας. Οι εισβολείς επιδεικνύουν ανωτερότητα, τον φτύνουν με τις λέξεις και αποχωρούν· άλλοι θα τον έβγαζαν στους δρόμους του Σαντιάγο, ώστε να μάθουν όλοι την ιδιότητα που έκρυβε τόσο γενναία όλα αυτά τα χρόνια. Κι άλλοι θα του έκαναν ακόμα χειρότερα. Υποθέτω θα το κατανοούσε, άλλωστε αυτός ήταν ο κόσμος του. Αυτό που θα του άξιζε όμως θα ήταν να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί με αυτούς, και ακριβώς όπως όλοι οι φτωχοί και κυνηγημένοι της χώρας.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.