Αμπδόν Ουμπίδια – Χειμωνιάτικη πόλη

Οι πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας

«Δεν γινόταν να κατακρίνω ένα βλέμμα, μια πρόθεση… Πώς μπορείς να φτάσεις εκεί όπου γεννάται η επιθυμία; Πώς μπορείς να επιβληθείς σε κάτι που είναι φύσει ελεύθερο και σου διαφεύγει, σε μια βούληση που δεν είναι η δική σου;» (σ. 78).

Η ζωή του αφηγητή αλλάζει δραματικά όταν καλείται να φιλοξενήσει τον ηδονιστή Σαντιάγο, ένα νεανικό φίλο που έχει προβλήματα με το νόμο. Τα κίνητρα της αποδοχής είναι περιπλεγμένα: κρυφός θαυμασμός, φόβος μήπως ανακαλύψει ότι φοβάται, υποδόρια ευχαρίστηση να τον δει με ξεπεσμένο ηθικό μακριά από την ξέφρενη ζωή. Η ορμητική εισβολή του κυνικού αριβίστα στην οικιακή εστία δυναμιτίζει το καθημερινό τυπικό της ζωής του με την σύζυγό του, που δείχνει να ανανεώνεται από την καταλυτική του παρουσία, και προκαλεί έναν πολυπλόκαμο εφιάλτη. Ο συγκαλυμμένος ανταγωνισμός των δυο αντρών αρχικά στο πεδίο των επιχειρημάτων επί παντός επιστητού μετατρέπεται σε σύγκρουση δυο διαμετρικά αντίθετων κοσμοθεωριών. Αμφότεροι μοιάζουν τρομαγμένοι μπροστά στη διαπίστωση ότι η ζωή τους θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η κυριαρχία της λογικής και η εξασφαλισμένη οικογενειακή ηρεμία συγκρίνονται με την ριψοκίνδυνη ηδονοθηρία και τη διαρκή αναζήτηση των ζωτικών εμπειριών. «Η ζωή του νομάδα πάντα θα στοιχειώνει το μυαλό μας, όμως και στα όνειρα του νομάδα πάντα υπάρχει ένα μόνιμο, ασφαλές καταφύγιο».

Όμως είναι η ερωτική ζήλεια που αναταράσσει την ψυχολογική ισορροπία του παθητικού οικοδεσπότη και επαναφέρει στην επιφάνεια την κτητική του αγάπη για την «αφομοιωμένη» Σουσάνα, ένα δικό του δημιούργημα έστω και αντεστραμμένο («αυτό που ήταν, ή μάλλον αυτό που είχε πάψει πια να είναι, το όφειλε σ’ εμένα»). Πώς να της πει πως οι εκφράσεις της ανήκουν σε αυτόν και δεν πρέπει να επιδεικνύονται; Μήπως απλά χρησιμοποιεί τον Σαντιάγο για να τον κάνει να ζηλέψει; Πώς θα διασώσει αυτό «που είχε χαθεί με τα χρόνια, καθώς κυλούσαν άσκοπα, μέσα στην ανία, την ρουτίνα, την έλλειψη πίστης»; Πώς θα πειστεί ότι δεν είναι εραστής της εκείνος την ώθησε να ξαναπαίξει το βιολί που από καιρό είχε παρατήσει; Ακόμα κι όταν αρχίσει να αντιδρά, ανησυχεί μήπως η κοινή αγωνία αποτελέσει πρόσθετο σημείο επαφής τους. Κάποια στιγμή το τρίγωνο συζητά κάτω από το φως μιας λάμπας: καθώς εγγράφεται στον κύκλο του, μοιάζει αξεδιάλυτα δεμένο.

Ο ήρωας διχάζεται και ο μονόλογός του εκφράζει με σαφήνεια την δραματική του διττότητα. Από την μια προσπαθεί να ερμηνεύσει τον διφορούμενο τόνο της φωνής των υποτιθέμενων εραστών, πνίγεται σε συλλογισμούς και υποθέσεις, πασχίζει να ξεδιαλύνει τα φαντασιακά από τα πραγματικά περιστατικά. Από την άλλη αγωνίζεται να εξαντλήσει όλες τις λογικές πιθανότητες, να διασκεδάσει κάθε υπερβολική σκέψη, να μην αφήσει ούτε μια χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει το ενδεχόμενο μιας αυταπάτης. Μήπως «πάντα υπάρχει μια εξήγηση, λιγότερο δραματική, που δεν θέλουμε να δούμε»; Μήπως όλα επινοούνται εκ των υστέρων, ως μια εξήγηση σε ό,τι συνέβη μετά; Σε κάθε περίπτωση σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται: «κατά έναν περίεργο τρόπο, τα προσωπικά δράματα μας κάνουν πιο δημιουργικούς». Ακόμα και το κλίμα και η πόλη, που αγνώριστη πια αναπτύσσεται προς τον Βορρά για να ξεφύγει από το παρελθόν της, τον Νότο, μοιάζουν εχθρικά, ένα ειρωνικό φόντο στις συναισθηματικές του μεταπτώσεις, εξ ου και ο τίτλος της υφολογικά απλούστατης και ποιητικά πλουσιότατης νουβέλας του Ουμπιδία, που αποτελεί σημαντική φωνή της σύγχρονης λογοτεχνίας του Ισημερινού (Κίτο, 1944).

Η εξονυχιστική εξέταση όλων των πιθανοτήτων και η αναμέτρηση αντικρουόμενων ερμηνειών και διπλών οπτικών τελικά δεν οδηγούν πουθενά. «Η λογική έχει όρια που το ένστικτο εύκολα παραβιάζει». Αρκεί μια στροφή του μυαλού για να απωλεσθεί οριστικά η ισορροπία της ζωής και η βεβαιότητα των επιλογών της. Προτού οδηγήσει εαυτόν σε μια απρόσμενη «έξοδο» ο ήρωας έχει ήδη πειστεί πως η κακοτυχία δεν αποτελεί παρά έτοιμο κρυφό απόθεμα ενός προσωπικού κεφαλαίου: «Όλα λοιπόν έγιναν κατά τύχη; Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, κι αν υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε εμείς σημασία. Στην πραγματικότητα ελάχιστα στη ζωή μας εξαρτώνται απ’ την τύχη. Ίσως τελικά αυτός να ’ναι κι ο σκοπός του παιχνιδιού: να βρούμε το αληθινά τυχαίο, ν’ αποκοπούμε, έστω για μια στιγμή, απ’ τον ιστό που συνδέει τα πάντα μεταξύ τους. Με τον καιρό καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν ασήμαντα, τυχαία περιστατικά: το γεγονός και μόνο ότι μας συνέβησαν φανερώνει πολλά για την ζωή μας, φτάνει να τα αποκωδικοποιήσουμε». (σ. 57)

Εκδ. Ροές, 2009, μτφ.: Βιργινία Γαλανοπούλου, σελ. 114 (Abdón Ubidia, Ciudad de Invierno, 1984)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη πόλη φυσικά είναι το Κίτο του Ισημερινού (Εκουαδόρ).

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.