Εντουάρντο Γκαλεάνο – Μνήμη της φωτιάς. Ι. Η ΑΡΧΗ.

Κατά αμνησίας

Στο «Σημείο Εκκίνησης» ο συγγραφέας δηλώνει τις κακές του σχέσεις με το μάθημα της Ιστορίας, μιας επινόησης ούτως ή άλλως κάποιων άλλων, μιας οντότητας που έχει πάψει να αναπνέει, έχει φυλακιστεί στα μουσεία κι έχει θαφτεί με στεφάνια. Σ’ αυτή την Ιστορία επιθυμεί να ξαναδώσει ανάσα, ελευθερία, λόγο. Αδιάφορος για τα ειδολογικά σύνορα του πονήματός του και τους «τελωνοφύλακες της λογοτεχνίας» ο Γκαλεάνο δεν φιλοδοξεί να γράψει ένα αντικειμενικό έργο αλλά μια προσωπική ανάγνωση υπαρκτών ντοκουμέντων. Η Μνήμη της Φωτιάς αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας και χωρίζεται σε δυο μέρη: στους μύθους των πρώτων κατοίκων της προκολομβιανής Αμερικής («Οι πρώτες φωνές») και στην αμερικανική ιστορία από το 1492 – 1700 («Γηραιός νέος κόσμος»). Κάθε κείμενο έχει δυο βασικές σημάνσεις: στην αρχή σημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος του περιστατικού και στο τέλος ένας αριθμός που παραπέμπει στη αναγραφόμενη στο τέλος βιβλιογραφία 227 πηγών – κειμένων.

Ως Κέντρο αυτής της Ιστορίας επιλέγεται η Λατινική Αμερική, από την οποία «όλους αυτούς τους αιώνες δεν άρπαζαν μόνο τον πλούτο της αλλά σφετερίστηκαν τη μνήμη της», καταδικάζοντάς την σε αμνησία. Πολύ περισσότερο στην περίπτωση της πολύπαθης ηπείρου είναι ορατή η ιστορία της Κατάκτησης και της εξαφάνισης ολόκληρων λαών και πολιτισμών μέσω προαιώνιων θεσμών και μηχανισμών. Γι’ αυτό και δεν επιστρατεύτηκε μόνο ο γνωστός Ανώτατος Θεός – τιμωρός που δεν αγαπάει αλλά μισεί τους ανθρώπους αλλά κι ένας ακόμα αιώνιος, παγκόσμιος θεός που δεν αναφέρεται σε κείμενα ή τραγούδια και βασιλεύει τον κόσμο ορίζοντας αφέντες και σκλάβους και αποφασίζοντας ο ίδιος για όλους– ο θεός του Φόβου. Κι όμως, ήταν μόλις 1515 όταν ο Τόμας Μουρ στην προκυμαία της Αμβέρσας συνάντησε ή επινόησε τον Ραφαέλ Χιθλοντέι που ισχυρίζεται πως ανακάλυψε το νησί της Ουτοπίας σε κάποια ακτή της Αμερικής, όπου δεν γνωρίζουν την αρπαγή (δημιούργημα του φόβου), ούτε ξέρουν τι θα πει πείνα, ο λαός εκλέγει και καθαιρεί τους ηγεμόνες του και η θρησκεία δεν προσβάλλει τη λογική και αποτρέπει τις ανώφελες ταπεινώσεις και τον βίαιο προσηλυτισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά ο Μιχαήλ Άγγελος θα σημείωνε κάτω από έργο του: Το αίμα του Χριστού πωλείται με το κουτάλι. Άλλωστε συγχωροχάρτια, αφορισμοί, τίτλοι ευγένειας είχαν όλα την τιμή τους. Ευτυχώς που παπικό διάταγμα του 1537 αποφάνθηκε πως οι Ινδιάνοι είναι πράγματι ανθρώπινες υπάρξεις, που διαθέτουν λογική και ψυχή, αλλά σχεδόν έναν αιώνα αργότερα δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν τα έθιμά τους, γι’ αυτό και το 1625 απαγορεύονται οι «νοσηροί» χοροί των Ινδιάνων της Γουατεμάλας που άλλωστε ξοδεύουν τα λεφτά για φτερά, ρούχα και μάσκες και χάνουν πολύτιμο χρόνο σε γιορτές και μεθύσια, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν στη δουλειά τους, να μην πληρώνουν φόρους και να μην μπορούν να συντηρήσουν τα σπίτια τους.

Σύμφωνα με την «Μαρτυρία του πουριτανού Τζον Άντερχιλ από το Κονέκτικατ, για τη σφαγή των Ινδιάνων Πεκότ» η θέα του αίματος και των νεκρών κορμιών των Ινδιάνων (που αγνοούσαν παντελώς την άφιξη του στρατού του) στάθηκε τρομερή δοκιμασία για τους στρατιώτες του. Τουλάχιστον ο Θεός τους είχε απαλλάξει από τον οίκτο και ο Λόγος του καθοδήγησε τις πράξεις τους, προς τη σωτηρία λαών που είχαν βυθιστεί στην αμαρτία (1637). Περισσότερο έκπληκτος ο Φρανσίθκο ντε Άβιλα διαπιστώνει πως ούτε ένας από τις χιλιάδες Ινδιάνους που ανέκρινε δεν βρέθηκε να μην είναι αιρετικός, συνεπώς η καταστροφή ναών και κεφαλιών υπήρξε ενδεδειγμένη ώστε ο αέρας της χριστιανικής πίστης να εξαγνίσει το Περού (1641). Εξάλλου την ίδια σχεδόν εποχή (1647) ο ταγματάρχης δον Μαρτίν ντε Μουχίκα ανακοινώνει την απαγόρευση ενός παιχνιδιού των Ινδιάνων της Χιλής διότι με το να τρέχουν πίσω από μια μπάλα εξασκούνται στον πόλεμο και συχνά προκαλούνται καβγάδες ενώ είναι απαράδεκτο να θεωρούν πως λίγα φτερά τους φέρνουν τύχη. «Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας» του δομινικανού μοναχού Αντόνιο ντε Μοντεσίνος που κατήγγελε από τον άμβωνα τη γενοκτονία των Ινδιάνων (1511), έκπληκτος για το ανεφάρμοστο «Αγαπάτε αλλήλους», δεν ακούστηκε ποτέ, όπως και κάθε επόμενη.

Ο συγγραφέας (που έζησε εξόριστος στην Αργεντινή (1973-1977) κι αργότερα στην Ισπανία (1977-1985) προτού επιστρέψει στην Ουρουγουάη) άντλησε από ένα αστείρευτο υλικό: επίσημες και λαϊκές πηγές, συλλογές μύθων και θρύλων, παραδόσεις και παραμύθια, τοπικές ιστορίες, ιερά κείμενα, λαογραφικές έρευνες, ανθρωπολογικές μελέτες, πανεπιστημιακές διατριβές για πολιτισμούς και θεσμούς, λαϊκές βιογραφίες, ποιητικές ανθολογίες, αλλά και εκδόσεις σπουδαίων λογοτεχνών, όπως οι Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (Leyendas de Guatemala), Αλέχο Καρπεντιέρ (El arma y la sombra, ελλ. Η άρπα και η σκιά), Μπενζαμίν Περέ (Anthologie des mythes, légends et contes populaires d’ Amerique), Αλφόνσο Ρέγιες (Medallones), Αουγκούστο Ρόα Μπάστος (Las culturas condemadas) και Οράσιο Σάλας (La Espana Barocca).

Εκδ. Πάπυρος, [Σειρά Letras. Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 429, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Memoria del fuego. I. LOS NACIMIENTOS, 1982)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη μάσκα: από την φυλή Haida των γηγενών της βορειοδυτικής Αμερικής.

Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις

Ένας καφές στη γωνία 12 και 23, ξημερώματα, ο αέρας του πρωινού και του Μαλεκόν στο πρόσωπο, παλεύοντας με τις αισθήσεις μου και την ταχύτητα (…) εγώ ο ίδιος κολλημένος προφίλ και ανφάς σ’ αυτή την πρωινή αύρα, το αδειανό στομάχι κι η κούραση να σου θυμίζουν το σώμα, με την ευτυχή διαύγεια της αϋπνίας μπροστά μου και πίσω μου μια νύχτα, μια νύχτα-γεμάτη-μουρμουρίσματα-και-μουσική-υπόκρουση, είναι τότε λοιπόν που ο καφές, ένας απλός καφές των τριών σεντάβο, σκέτος, χωρίς ζάχαρη, που πίνω όταν Ο Κοκαλιάρης, εκείνη η μακρόστενη μοναχική σκιά τελειώνει τη νυχτερινή του βάρδια έχοντας σκανδαλίσει τους ξενύχτηδες, τους εργάτες που πάνε νωρίς στη δουλειά, τους κουρασμένους νυχτοφύλακες, τις πουτάνες τις νοτισμένες από τη δροσιά και το σπέρμα, όλους αυτούς, την πανίδα του νυχτερινού ζωολογικού κήπου… (σ. 340)

Σ’ αυτό το προσκλητήριο της νυχτερινής πανίδας της ακοίμητης και αεικίνητης Αβάνας οι πάντες είναι παρόντες κι όλοι βουτάνε ως το κεφάλι μέσα στην κουβανέζικη μυθολογία και πραγματικότητα, όπου η μουσική είναι οργιαστική, η μέθη ακατάπαυστη, η περιπλάνηση ζωτική και ο έρωτας πανταχού παρών. Οι δε τρεις ταλαίπωροι τίγρεις συμπληρώνουν (διόλου τυχαία) τετράδα και αδυνατούν να κάνουν οτιδήποτε στα σοβαρά, ούτε καν να συζητήσουν, γιατί κάθε τους προσπάθεια σκοντάφτει σε αλκοολούχες γουλιές, ερωτοβόλα βλέμματα και φιλήδονες σκέψεις, κυνήγι ερωτικών συντρόφων και λατρεία γυναικών, άντε και μερικές απόπειρες φιλοσοφικών συμπερασμάτων για όλα αυτά.

Όμως δεν είναι μόνο ο συγγραφέας Σιλβέστρε, ο τηλεπαρουσιαστής Αρσένιο, ο μουσικός Εριμπό και ο καμπαρεφωτογράφος Κόντακ που τρεκλίζουν στην πόλη, χωρίς να βιάζονται να μπουν αμέσως στην ιστορία ή να συστηθούν. Είναι και οι «δεύτερες» φιγούρες που συναντιούνται μαζί τους, όπως ο αγαπητός μου Βουστροφηδόν που διαστρέφει τις λέξεις δημιουργώντας δικές του, ένας Νάρκισσος που άφηνε να πέφτουν οι λέξεις του στη λιμνούλα της συζήτησης κι ακουγόταν ευχαριστημένος στα ηχητικά κύματα που δημιουργούσε, οι θαμώνες του Σαλούν των Απορριφθέντων, o Κουτσός με τις Γαρδένιες, και βέβαια η υπέρβαρη, ερωτοφλεγής Εστρέγια Ροδρίγες που τραγουδάει μονάχα μπολερό και χωρίς μουσική υπόκρουση, ακόμα και μέχρι τα ξημερώματα, προτού επιστρέψει στα σπίτια που … αυτοφιλοξενείται – προσπαθώ να σκεφτώ κάποια φιγούρα του Μποτέρο. Όλοι στρατευμένοι σε μια συνεχή ηδονιστική ζωή, από τα καμπαρέ ως τις στοές των δρόμων.

Όταν μπήκα, το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν μια μυρωδιά, ωραία, φαγητού. Σκέφτηκα, θα με καλέσουν άραγε να φάω; Είχα τουλάχιστον τρεις μέρες που έτρωγα μονάχα καφέ με γάλα και καμιά φορά ψωμί με λάδι. Είδα μπροστά μου έναν νεαρό (όταν μπήκα στεκόταν δίπλα μου, αλλά στράφηκα) με όψη κουρασμένη, ανακατεμένα μαλλιά και θαμπά μάτια. Ήταν κακοντυμένος, με το πουκάμισο βρόμικο και τη γραβάτα χαλαρή, να κρέμεται απ’ το ξεκούμπωτο κολάρο δίχως κουμπί. Χρειαζόταν ξύρισμα και στις άκρες του στόματός του έπεφτε ένα μουστάκι ίσιο και κακοκομμένο. Σήκωσα το χέρι για να του το δώσω κλίνοντας λίγο το κεφάλι κι αυτός έκανε το ίδιο. Είδα ότι χαμογελούσε κι ένιωσα πως κι εγώ επίσης χαμογελούσα. Το καταλάβαμε κι οι δυο ταυτόχρονα: ήταν ένας καθρέφτης. (σ. 70)

Η Σιέρα Μαέστρα αρχίζει να κατακλύζεται από επαναστάτες, η δικτατορία του Μπατίστα νομίζει πως θα κρατήσει για πάντα αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν ενδιαφέρει τον Ινφάντε (και δεν είναι διόλου απολιτικός εφόσον οι κομμουνιστές γονείς του ήρθαν στην Αβάνα για αποφύγουν τις διώξεις κι ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα). Η μουσική εδώ υπερβαίνει την πολιτική ή αποτελεί από μόνη της την πρώτη προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως ο καθένας βρίσκεται μόνος του ακόμα και σ’ αυτόν τον καρνιβαλισμένο κόσμο. Όλοι εδώ μέσα ξέρουν πως η επαφή κρατάει όσο είναι ηλεκτρισμένη, φωταγωγημένη απ’ τη νύχτα. Μετά ο καθένας θα επιστρέψει στον εαυτό του. Άρα η ηδονισμένη επιβίωση μετράει πάνω απ’ όλα, τώρα που η ζωή γυρίζει, βράζει και σε παίρνει ακόμα.

Γκράφιτι: Οι συστάσεις είναι σαν τα συλλυπητήρια, τυποποιημένα μουρμουρίσματα // Ο αναστεναγμός είναι η πορδή της ψυχής // Ο καιρός περνούσε και γερνούσα κι οι μέρες κυλούσαν και μετατρέπονταν σε ημερομηνίες και τα χρόνια μετατρέπονταν σε επετείους.

Αντί για οποιαδήποτε πλοκή ο Ινφάντε (1929-2005) προτιμά γλωσσική διαπλοκή και κινηματογραφική οπτική (το μοντάζ ανάβει, οι εικόνες τρέχουν, οι διάλογοι κόβουν και ράβουν, οι φιλμογραφικές αναφορές παίζουν διαρκώς). Η γραφή του κρίθηκε με τον προσωπικό της τρόπο συγγενικώς Τζοϋσική, Στερνική, μοντέρνα και μεταμοντέρνα – προσωπικά δεν μπορώ να μη σκεφτώ και τόσες άλλες αναφορές, από Χένρι Μίλλερ και Ντεμπόρ ως τους μπητ. Αλλά είναι το κολασμένο χιούμορ και η διόλου «δύσκολη» γραφή που τον διαφοροποιεί απ’ όλα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς τις συνεχείς παγίδες που μας βάζει ως προς το ποιος μιλάει σε ποιον.

Ο συγγραφέας εκτός της συγγραφικής τέχνης άσκησε την μεταφραστική, την κριτική κινηματογράφου και την σεναριογραφία (Vanishing Point (Richard C. Sarafian), The Lost City (Andy Garcia)). Στην Φιντέλ Κάστρο εποχή ανέλαβε το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Αβάνας και το λογοτεχνικό ένθετο Lunes της Revolucion, αλλά οι λογοκριτικές επεμβάσεις τον καταχώρησαν στους ανεπιθύμητους και εξορίστηκε «επαγγελματικά» στις Βρυξέλες. Φυσικά πήρε στα χέρια του την δική του αυτοεξορία σε Μαδρίτη και Λονδίνο, κόβοντας κάθε σχέση με το κουβανικό καθεστώς και τον σταλινικό του, όπως έλεγε, χαρακτήρα. Οι ΤΤΤ εκδόθηκαν στην … δεύτερη γραφή τους και απαγορεύτηκαν στην Κούβα ενώ όσοι έγραψαν θετικά σχόλια φυλακίστηκαν. Όσο κι αν προσπάθησαν οι κονδυλοφόροι του Κάστρο να σβήσουν το όνομά του από την λογοτεχνία απέτυχαν: στην Κούβα οι εκδόσεις του κυκλοφορούν σε παράνομη, «σαμιζντάτ» μορφή, με φωτοτυπίες κλπ και οι Τίγρεις αποτελούν μια από τις κορυφές της κουβανέζικης και λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Μεταφέρθηκαν με τον ίδιο τίτλο και στον κινηματογράφο (Raoul Rouiz, 1968).

Καθόμουν λοιπόν εκεί και σκεφτόμουνα ότι παίζοντας το μπονγκό ή την τούμπα ή την πάιλα ή τα ντραμς ήταν σα να ’μαι μόνος, αλλά κι όχι τελείως μόνος, σαν να πετάω, λέγω εγώ, που δεν έχω ταξιδέψει με αεροπλάνο παρά ως εκεί δίπλα στο Ίσλα δε Πίνος, σαν επιβάτης, σαν να πετάω λέω σαν πιλότος, σ’ ένα αεροπλάνο, βλέποντας το τοπίο ισοπεδωμένο, σε μια μόνο διάσταση κάτω, γνωρίζοντας όμως ότι οι διαστάσεις σε τυλίγουν και πως το όργανο, το αεροπλάνο, τα ταμπούρλα, είναι η σύνδεση, η συνάφεια, αυτό που επιτρέπει να πετάς χαμηλά και να βλέπεις τα σπίτια και τον κόσμο ή να πετάς ψηλά και να βλέπεις τα σύννεφα και να βρίσκεσαι μεταξύ ουρανού και γης, αιωρούμενος, δίχως διάσταση, σε όλες όμως τις διαστάσεις, κι εγώ εκεί να χτυπάω, να ξαναχτυπάω, να κοπανάω, κάνοντας αντίστιξη, κρατώντας με το πόδι τον ρυθμό, μετρώντας νοερά τον ρυθμό, προσέχοντας εκείνον τον εσωτερικό ρυθμό που ακούγεται ακόμα, που ηχεί σαν μουσικό ξυλάκι παρ’ όλο που δεν βρίσκεται πια στην ορχήστρα, μετρώντας τη σιωπή, τη σιωπή μου… (σ. 127)

Εκδ. Τόπος, 2009, μτφ. Γιώργος Ρούβαλης, επιμ. Στράτος Ιωαννίδης, με πλήρως διαφωτιστική εισαγωγή του μεταφραστή, σελ. 467 (Guillermo Cabrera Infante, Tres tristes tigres, 1967). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Λιμπρόφιλη Γνωμοδότηση: εκεί.