Λουίς Σεπούλβεδα – Το λυχνάρι του Αλαντίν

 Το σύμπαν σε μινιατούρα, I

Το διήγημα κατασκευάζεται για να εμφανιστεί τεχνητά κάτι που ήταν κρυμμένο. Αναπαράγει την αναζήτηση, πάντοτε ανανεωμένη, μιας μοναδικής εμπειρίας που μας επιτρέπει να δούμε, κάτω από την σκοτεινή επιφάνεια της ζωής, μιας κρυφή αλήθεια έγραφε ο αργεντινός συγγραφέας Ρικάρντο Πίγλια και χάρη στο εκλεκτό αφιέρωμα του τρέχοντος τεύχους του περιοδικού Πλανόδιον (αρ. 47, Δεκ. 2009, επιμ. Ελένη Κεφάλα) ξαναθυμόμαστε την σπάνια τέχνη εκείνης της (μικρής) φόρμας μιας λογοτεχνίας σε σπερματική και συμπυκνωμένη μορφή, ενός είδους γενετικού κώδικα της μυθοπλασίας. Αν η λογοτεχνία ως ένα συνολικό, απόλυτο και αρχετυπικό (υπερ)κείμενο που γράφεται και ξαναγράφεται επ’ άπειρον (κοινό όραμα των Μπόρχες και Πίγλια) τότε τέτοια κείμενα αποτελούν ένα είδος λογοτεχνικού και πολιτισμικού αποστάγματος ή συλλογικής μνήμης ή απλώς το «σύμπαν σε μινιατούρα» (universo en miniature). Τα παραπάνω τιμώνται αναντίρρητα και στα δώδεκα διηγήματα του Σεπούλβεδα, όπου εντοπίζονται τα υλικά θραύσματα αυτής ακριβώς της λογοτεχνίας, «αποκαλύπτοντας την πολυεπίπεδη δομή των αφηγήσεων και της κουλτούρας». Εδώ ζουν, οι πολλαπλές πραγματικότητες που έχουν αποσιωπηθεί, λογοκριθεί και αποκλειστεί, εδώ ακούγονται «οι εναλλακτικές φωνές που θέτουν σε αμφισβήτηση κάθε είδους ολοκληρωτικές και απολυταρχικές αφηγήσεις».

«Η άσβεστη φλογίτσα της τύχης» καίει για όσους μένουν πιστοί στις καλές αναμνήσεις, ακόμα κι αν συγκεράζονται ως κράμα σ’ έναν σκύλο, μια αποδεκατισμένη «συντροφία» συνδαιτημόνων θα αναθυμηθεί τους τρόπους με τους οποίους γυάλιζαν την ψυχή τους («Δείπνο με νεκρούς ποιητές») κι ένας έρωτας που μπήκε σε δεύτερη και καθυστερημένη μοίρα μπροστά στην συμπόρευση με τον Αλιέντε θα περιμένει υπομονετικά τη σειρά του («Ντινγκ ντονγκ…»).

29598Δυο διηγήματα κορυφώνουν αυτήν ακριβώς την κατά κυριολεξία μυθο – πλαστική। Το «Ξενοδοχείο Ζ» στα απατηλά σύνορα τριών χωρών και καθώς η ζούγκλα αργά αργά οικειοποιείται τα δωμάτια, ξαναζωντανεύει μέσα από τις διηγήσεις για τους ενοίκους του: μεγαλομανείς αυτοανακηρυχθέντες αυτοκράτορες, την χειρομάντισσα που δεν μπόρεσε να μαντέψει την δική της συμφορά, τον ξέμπαρκο ναυτικό «με το ύφος των ανθρώπων που είναι καταδικασμένοι στους ανταπόδοτους έρωτες», περαστικούς που επιθυμούν να τακτοποιήσουν «τους ανεξιχνίαστους λογαριασμούς που φέρνει η ζωή» και να βάλουν τα πάθη τους σε τάξη – όλα θυμίζουν την αλησμόνητη Μερόη του Ολιβιέ Ρολέν. «Η αναστήλωση της μητρόπολης» αποτελεί από μόνη της ένα μικρογραφημένο έπος για το ερημωμένο πια Ελ Ιδίλιο όπου επιστρέφουν οι χαρακτήρες του πρώτου μυθιστορήματος του Σεπούλβεδα (Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης), περνώντας από μια ζούγκλα που μυρίζει θάνατο μετά τις εχθροπραξίες Περού – Εκουαδόρ, όπου οι γηγενείς να αναρωτιούνται ποιάς χώρας και ποιάς πετρελαιοβιομηχανίας η σημαία πρέπει ν’ αναρτηθεί. Όμως η ζούγκλα έχει τους αιώνιους πιστούς της, εξ ου κι η συγκινητική σύναξη των επιστροφέων προτού ξεκινήσουν την επιδιόρθωση ενός ξεκοιλιασμένου ακορντεόν, της οδοντιατρικής πολυθρόνας όπου «φτιάχνονται χαμόγελα» και της μητρόπολης από καλάμια και φοινικόφυλλα.

Ο Σεπούλβεδα μαστορεύει περίτεχνα τις διηγήσεις του σαν χειροτέχνης των λέξεων αλλά σε κάθε περίπτωση προέχει η ψίχα της ιστορίας του। Οι δυο σελίδες της «Μικρότατης Ιστορίας» αποτυπώνουν πλήρως την δραματική ιστορία ενός ιδιαίτερου ανθρώπου, μέσα από τις σκέψεις των άλλων. Ο ρεαλισμός του δεν είναι μαγικός αλλά μαγεύει σαν παραμυθάς που μοιράζεται ψυχικά μεταξύ ρομαντισμού και πολιτικής στράτευσης. Όχι τυχαία ο κύκλος ανοίγει και κλείνει στην Παταγονία «όπου κανείς δεν ρωτάει από πού έρχεται ή πού πάει ο οδοιπόρος· αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι έφτασε», στο μέρος που έμαθε ο Τσάτουιν να γράφει ιστορίες, το σύμβολο κάθε εσχατιάς της γης (και της ζωής), το απάγκιο των ναυαγών και των αυτοεξόριστών της. Αλλά σε τέτοια μέρη είναι που λάμπουν τα μαγικά λυχνάρια της ζωής.

Εκδ. Opera, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 167 σελ. (Luis Sepúlveda, La lámpara de Aladino, 2008).
Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.।4.2010 (και εδώ)

Χόρχε Βόλπι – Το τέλος της τρέλας

Συσσώρευε από νέος μια επίμονη έλλειψη ύπνου η οποία στην αρχή όχι μόνο δεν τον στενοχωρούσε, αλλά και του έδινε ένα πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Στη διάρκεια πρώτα της φυλάκισής του στην Ίσλα ντε Πίνιος, ύστερα της εξορίας του στο Μεξικό, όπου προετοίμαζε την εξέγερση κατά του Μπατίστα, και τέλος των μαχών του στη Σιέρρα Μαέστρα, η ικανότητά του να μένει ξάγρυπνος δεκαεννιά και είκοσι ώρες την ημέρα είχε αποβεί πολύ χρήσιμη και σε όφελός του. Όταν ωστόσο ήρθε η πολυπόθητη νίκη, εκείνος δεν μπόρεσε ν’ απαλλαγεί από αυτή τη συνήθεια. Αν τους πρώτους μήνες της ανόδου του στην εξουσία ήταν απλό να περνάει τον πλεονάζοντα χρόνο του διαβάζοντας αναφορές – πάνω από πενήντα τη μέρα -, καλώντας σε συσκέψεις τους συνεργάτες του τις πιο απίθανες ώρες ή ακόμα και ξεφυλλίζοντας ρομαντικά μυθιστορήματα, αργότερα ο βρόχος τόσων ωρών αγρύπνιας είχε αρχίσει να τον στραγγαλίζει. Όπως ο Μακμπέθ, έτσι κι αυτός είχε σκοτώσει τον ύπνο, τον αθώον ύπνο. (σ. 209)

Είναι φανερό πως το φιλοδοξότατο σχέδιο του Βόλπι (πόλη του Μεξικού, 1968) ήταν ένα πεζογράφημα όπου θέση θα έχουν όλοι οι κάτοικοι του προσωπικού του πνευματικού σύμπαντος, όλες οι προσωπικότητες που καθόρισαν την δική του διά-νοια αλλά κι ένα αντίστοιχο κομμάτι της Ιστορίας εκείνων που άναψαν τις ιδεολογίες, θέρμαναν με τις ανάσες τους τις πολιτικές αναταραχές, έγραψαν και κατέγραψαν τέχνες και αισθητικές. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν γίνεται ο κεντρικός ήρωας (εδώ ο μεξικανός ψυχαναλυτής Ανίμπαλ Κεβέδο) να μην πλάθεται από πλήθος πραγματικών και φανταστικών στοιχείων, να μην περιπλανιέται στα κέντρα των μεγάλων στιγμών – εξ ου και η αφετηρία του Παρισινού Μαΐου, να μην κινηθεί στους τόπους που έρευσαν επαναστατικές θερμάνσεις.

Με διαδρομές μπροστά και πίσω στον αιώνα του, ο Κεβέδο θα αναπνεύσει στο σύμπαν όπου διασκορπιζόταν η σκέψη των Λακάν, Αλτουσέρ, Φουκώ, Μπαρτ και θα συνυπάρξει με μορφές όπως ο Κάστρο, ο Αγιέντε κι ο Ραφαέλ Γκιγιέν (ο σημερινός υποδιοικητής Μάρκος), καταλήγοντας σε μια πρώτη κορυφή, εκείνη της συνύπαρξης έρωτα, επανάστασης και περιπλάνησης. Όταν αυτά ολοκληρώσουν ένα κύκλο που δεν γίνεται να είναι αέναος, επιστρέφει στο Μεξικό με το όραμα της εφαρμογής τους στην πατρίδα του. Η αναζήτηση ενός νέου κέντρου τους στην ζούγκλα της Τσιάπας όπου βρίσκεται ως «εμπειρογνώμονας της κοινωνίας των πολιτών στη διερεύνηση ενός εγκλήματος των παραστρατιωτικών», θα αποτελέσει τον πρώτο κρίκο μιας αλυσίδας που καταλήγει στην δύναμη της δύναμης, στους νεοφιλελεύθερους εξουσιαστές, στην συνεννόηση πνεύματος και εξουσίας, σε αυτό που όλοι βλέπουν ως προδοσία, ενώ ο φορέας του αδυνατεί.

Φυσικά όλες αυτές οι προσωπικότητες που εδώ συναρμονίζονται με τις ιδέες και τα αληθή λεγόμενά τους δεν παύουν να είναι άνθρωποι αδύναμοι και ανασφαλείς, κι εδώ ο συγγραφέας μοιάζει να απολαμβάνει σε φαρσικές μεταφορές και ποικίλες μορφές των κεφαλαίων όλη αυτή την απομυθοποιητική αποκαθήλωση των επαναστατών του είδους τους, όπως και την μετατροπή του λάτρη τεχνών και λογοτεχνιών σε περίβλεπτο κριτικό, έχοντας πλέον απέναντί του εκείνους τους δημιουργούς. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βόλπι (νομικός, δρ. Ισπανικής Λογοτεχνίας) συνθέτει ένα τέτοιο βαθύπνευστο εγχείρημα. Στην ουσία πρόκειται για μέρος μιας τριλογίας, που ξεκίνησε από το Αναζητώντας τον Κλίνγκσορ (Ωκεανίδα 2001) και τελείωσε στο No sera la tierra (2006), που κάλυψαν αντίστοιχα τον Μεγάλο Πόλεμο και την Σοσιαλιστική Κατάρρευση. Κοινό σημείο, το τέλος πασών των ουτοπιών. Δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα συνυπέγραψε μαζί με άλλους Μεξικανούς συγγραφείς ένα μανιφέστο ρήξης με τον μαγικό ρεαλισμό της εγχώριας πεζογραφίας των Μαρκές, Φουέντες και σία. Ίσως κάτι μου διαφεύγει, αλλά απορώ για το όνομα του Φουέντες, που έχει γράψει σκληρά, αμιγώς πολιτικά και καθόλου μαγικά έργα για τη χώρα του.

… η μοναξιά, αυτή η αποτρόπαιη συντροφιά που μερικές φορές έως μ’ αποναρκώνει (δεν ξέρεις πόση γαλήνη βρήκα όταν έμαθα επιτέλους, σαν σε αποκάλυψη, ότι θα ήμουν πάντα μόνος), η μοναξιά που επιβάλλεται ως ίδιον του ανθρώπου, που είναι η κλίση του και η ανταμοιβή του, προπάντων όταν κάποιος γράφει και κατανοεί ότι δεν υπάρχει ποτέ κανείς, κανείς, ανάμεσα στη σελίδα και στην πένα, ανάμεσα στο μάτι και στη σελίδα, ανάμεσα στο εγώ που σου γράφει και στο εσύ που με διαβάζει…. (σ. 173).

Η βιβλιογραφία με τίτλους των Roland Barthes, Maurice Blanchot, Guy Debord, Gilles Deleuze, Carlos Fuentes, Adolfo Garcia Ortega, Gustavo Gerrero, Anselm Jappe, Julia Kristeva, Greil Marcus – Lipstick Traces, Octavio Paz, Anibal Quevedo, Philippe Sollers, Susan Sontag, Tzvetan Todorov, Raul Vaneigem υπονοεί το αχανές διάβασμα που απαιτούσε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. / Eκδ. Αλεξάνδρεια, 2008, μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, σελ. 447 (Jorge Wolpi, El fin de la locura, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr