Μαρκ Άξελροντ – Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ

Ο Καμύ έφτιαξε κονιάκ με το όνομά του, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Στρίντμπεργκ, η Μπλίξεν άνοιξαν καφέ, η Γουλφ εστιατόριο, ο Κίπλινγκ μαγαζί με είδη κάμπινγκ, ο Χ.Κ. Άντερσεν παραμυθένιο ντελικατέσεν στην Κοπεγχάγη. Ο Καζανόβα των (σ)εξαιρετικών κατορθωμάτων άφησε ρητή εντολή στη διαθήκη του να μετατραπεί το σπίτι του σε εστιατόριο για «στιχοπλόκους και για κείνους που τα χείλη τους έχουν ανάγκη τα απομεινάρια από χαυνωτικές μέρες που πέρασαν στο κρεβάτι». Η Κολέτ και η συμβία της άνοιξαν φαγάδικο στη Μινεσότα για «να βρούν λύτρωση στην πολυτέλεια των ευρείων αντιλήψεων», μακριά από τις κακές παριζιάνικες γλώσσες. Το εστιατόριο του Φελίνι στη Ρώμη μοιάζει με σκηνικό των ταινιών του, οι δε γυμνές σερβιτόρες επιθεωρούνται επισταμένα από τον Μ. Μαστρογιάννι.

Το πιστέψατε; Αποκλείετε το ενδεχόμενο όλα αυτά να μην συνέβησαν ποτέ αλλά να μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί; Τι σημασία έχει εφόσον το ερώτημα παραμένει: Τι θα ωθούσε τους συγκεκριμένους συγγραφείς να φτιάξουν τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αν το αποφάσιζαν; Γιατί οι συγκεκριμένες επωνυμίες καταστημάτων, φαγητών, ποτών, αξεσουάρ με ονόματα συγγραφέων, καλλιτεχνών και άλλων φημισμένων όντως υπάρχουν ανά τον κόσμο και για του λόγου το αληθές περιλαμβάνεται η σχετική φωτογραφία και αναφέρεται η ακριβής τους τοποθεσία.

Με ποιο τρόπο όμως ετούτος ο συλλέκτης εμπορικών επωνυμιών φτιάχνει τις μικρές του τρισέλιδες ή τετρασέλιδες ιστορίες; Με οδηγό την φαντασία του, τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τους τιμώμενους ή μήπως με βάση του πώς τους σκεφτόμαστε σήμερα; Ο καλλιτέχνης είναι το έργο του ή το αποτύπωμά του στη εκάστοτε συγκυρία; Όλοι αυτοί οι καταδικασμένοι σε τέχνη και γραφή πίστευαν πως θα σωθούν αποκτώντας συνηθέστερο επάγγελμα και καθημερινή πελατεία; Μήπως στην πραγματικότητα όλοι τους αποδείχτηκαν ακατάλληλοι έως αποτυχημένοι επιχειρηματίες (γιατί όντως υπήρξαν κάποιοι που το δοκίμασαν), πιθανώς σύμφωνα με κάποιον άγραφο κανόνα; Σε τελευταία ανάλυση, τόσο εκείνοι όσο κι εμείς που τους διαβάσαμε το ίδιο αδύναμοι και άβουλοι είμαστε απέναντι στο αδιανόητο της ζωής και των συστατικών της, έτσι δεν είναι;

Φυσικά ο Άξελροντ δεν κατασκευάζει απλώς εκ του μηδενός αυτές τις εξωφρενικές, ξεκαρδιστικές και πέρα για πέρα πειστικές ιστορίες. Ως καθηγητής Αγγλικής και Συγκριτικής Φιλολογίας σε Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και μαέστρος του Κέντρου Δημιουργικής Γραφής Τζον Φάουλς έχει τη δυνατότητα να τις πλάθει με στοιχεία αληθινά ή αληθοφανή αλλά και με υπόγειες αναφορές πολλές από τις οποίες ως απλοί αναγνώστες ίσως χάνουμε αλλά ενίοτε μυριζόμαστε. Σκαρώνει 44 ψευδο-δοκιμιακές, διηγηματικές και φαντασιακές βινιέτες με αυτοσαρκαστική αμερικάνικη γραφή να θυμίζει από Φίλιπ Ροθ μέχρι …. Γούντι Άλεν, με στοιχεία μαύρης σάτιρας, nonsense και σκληρής κοροϊδίας για την εμπορευματική μας στάση απέναντι σε κάθε πολιτιστικό προϊόν. Και ο Μπόρχες, εκτός από την διεύθυνση του γραφείου ταξιδίων που του παραχωρείται, χαμογελάει πίσω από την πόρτα γιατί βλέπει πως ένας ακόμα επίγονος τον βγάζει λευκοπρόσωπο.

Ας ξεκινήσει λοιπόν το παιχνίδι! Ποιοι βρήκαν την γαλήνηαπό τα γράμματα σε αμπελώνες, βιβλιοπωλεία, φούρνους ή εταιρείες ντέτεκτιβ; Ποιοι παραμένουν σήμερα καλοφάγωτοι, έχοντας δώσει όνομα σε μπισκότα, σοκολάτες και πάστες; Πώς φαντάζεστε το Στέκι του Ιησού στις Βρυξέλλες; Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια αποθήκη ονόματι Μπέκετ κάπου στο Νόργουιτς; Τι μαγαζί θα έφτιαχναν οι Μπουκόφσκι και Τουλούζ Λωτρέκ για να συναναστρέφονται συνεχώς με τις αγαπημένες τους γυναίκες; (Αν σκεφτήκατε κατάστημα εσωρούχων χάσατε).

Στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας προσφέρει στον εαυτό του μια ανάλογη εναλλακτική. Και όπως καταλαβαίνετε, η επιχείρηση «Παιχνίδια Αξελροντ» είναι η δική του απωλεσθείσα εδέμ. Να μια σύμπτωση συγγραφέα και κοινού θνητού: στα μονοψήφια χρόνια μου ονειρευόμουν κι εγώ να έχω ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών αλλά να είχε κι εκείνες τις τράπουλες με τα χαρακτηριστικά αυτοκινήτων, φορτηγών και τρένων. Υπέρ Ατού!

O Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Μαρκ Άξελροντ έχει ήδη 4 μυθιστορήματα, 1 συλλογή διηγημάτων και 3 βιβλία κριτικής. Mark Axelrod – Borges’ Travel, Heminqway’s Garage – Secret Stories, 2004. / Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ – Απόκρυφες ιστορίες, μετφ. Παντελής Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Νάρκισσος, 2005, σελ. 222.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092

Αναστάσης Βιστωνίτης – Λογοτεχνική γεωγραφία. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι

Να πιστεύετε τους ποιητές της νεότερης εποχής μόνο όταν οι ίδιοι πιστεύουν στα ψέματά τους, σαν αυτόν τον δύσθυμο αρλεκίνο, τον αστρολόγο ανύπαρκτων αστερισμών, που έζησε και πέθανε μέσα στα γραπτά του, φοβερίζοντας τους ήρωες που ο ίδιος δημιούργησε ότι θα τους πάρει μαζί του στον τάφο (σ. 183, Λισαβόνα. Από τον Πεσόα στον Καμόενς).

Εισιτήριο: Στην λογοτεχνική αυτή γεωγραφία συγκεντρώνονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα (2004 – 2005). Ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή μας κάνει φανερό σε ποιο είδος ταξιδιώτη ανήκει: του αρέσει να αφήνεται στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, δεν χρησιμοποιεί χάρτες ή οδηγούς, δεν προγραμματίζει τίποτα. Με αυτή την κίνηση από τον πραγματικό στον επινοημένο κόσμο και αντίστροφα επικεντρώνει στην αδιόρατη αλλά πλέον γοητευτική πλευρά των πόλεων: εκείνη των συγγραφέων και των έργων τους. Αν ο περιπατητής, ο πλάνης, αυτός που περνάει άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της πόλης, είναι εκείνος που μπορεί να οικειοποιηθεί τη λεπτομέρεια και το αφανές, τότε ο Βιστωνίτης γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας σε αυτή την πρωτότυπη χάρτινη περιπλάνηση.

Χαρτογράφηση: Πόλεις των συγγραφέων – σπλάχνων τους: το Βερολίνο του Μπρεχτ και του Ντέμπλιν, το Άμστερνταμ των Μούλις και Νοότεμποομ, το Παρίσι του Καμί και του Σαρτρ, το Λονδίνο της Γουλφ και του Ντίκενς, η Βαρσοβία του Σίνγκερ και του Λεμ, η Ρίγα του Αϊζεστάιν και του Μπερλίν, η Βιένη του Μπέρχαρντ και του Χάντκε, η Λισαβόνα του Πεσόα και του Καμόενς, η Κωνσταντινούπολη του Γιασάρ Κεμάλ, η Ζυρίχη του Ντίρενματ και του Μαξ Φρις, η Τεργέστη του Σβέβο και του Μάγκρις, η Βουδαπέστη του Λούκατς, η Ρώμη της Μοράντε, του Μοράβια και του Παζολίνι, το Βελιγράδι του Πάβιτς, το Μεξικό του Οκτάβιο Πας, το Όσλο του Χάμσουν, η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πράγα του Κάφκα, του Χράμπαλ και του Κούντερα.

Αλλά και πόλεις των συγγραφέων – επισκεπτών τους: η Μαδρίτη του Κέσλερ, του Μαλρό, του Χεμινγουέι και του Όργουελ, το Σικάγο του Μπέλοου και του Ντράιζερ, η Βαρκελώνη του Γκαρσία Μάρκες και του Βάργκας Λιόσα, το Κάιρο του Γκρέιβς, η Βενετία του Μπρόντσκι και του Ώντεν, το Κογιοακάν του Τρότσκι και του Βικτόρ Σερζ, το Μεξικό του Κάλας και του Μάλκολμ Λόουρι, η Νέα Ορλεάνη του Φώκνερ και του Καπότε. Και, τέλος, πόλεις των κινημάτων: η Βαρκελώνη του μοντερνισμού και των πειραμάτων, η Ζυρίχη του νταντά και του Καμπαρέ Βολτέρ. Κι ακόμη, Δουβλίνο και Πάδοβα, Μόναχο και Βίλνιους, Κέιπ Τάουν και Μπαλί, Σίδνεϊ και Κογιοακάν, Πεκίνο και Γάνδη. Πόλεις μήτρες και πόλεις καταφύγια. Και η Πετρούπολη δεν ανήκει μόνο στον Ντοστογιέφσκι και στον Μπλοκ αλλά και στους κυνηγημένους Μαντελστάμ, Αχμάτοβα, Μπρόντσκι.

Γοητεία: Με τα μάτια του Βιστωνίτη βλέπω τις πλατείες της Λουμπλιάνα όπου δεσπόζουν όχι αγάλματα πολιτικών και στρατηγών αλλά ποιητών και πεζογράφων. Τον ακολουθώ καθώς αναζητά στην Τεργέστη τα εννιά σπίτι όπου έζησε κι εμπνεύστηκε τον Οδυσσέα ο Τζόις, καθόμαστε στο καφέ όπου σχεδόν ζούσε ο Σνίτσλερ και ψάχνουμε ματαίως στην Βοϊβοντίνα τα ίχνη των τόπων και των ανθρώπων που περιγράφει ο Ντανίλο Κις. Βιώνουμε την απόλυτη ησυχία ένα βράδυ στο Ελσίνκι, που αντιστρέφοντας τον Μπρόντσκι, θα έλεγες πως μπορούσες να ακούσεις τον ήχο ενός κουταλιού που πέφτει στην Πετρούπολη. Κι ένα βράδυ στο Κίεβο του 1983 αναζητούμε το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, ο ταξιτζής μας αφήνει σε άλλο σημείο (δεν κατάλαβε ή έκανε πως δεν κατάλαβε) και κάποια στιγμή πίσω από τα βαριά κτίσματα και τις αφώτιστες εκκλησίες βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα. Ειδικά εκείνο το τηλεφώνημα που του έκανε νύχτα, όπως το συνήθιζε, ο Στάλιν απορώντας, δήθεν, για ποιο λόγο δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του. Και καταφεύγουμε στο αλλοτινό άντρο ρομαντικών και κατασκόπων που λεγόταν Οδησσός, εκεί από όπου ξεκίνησε ο Καντίνσκι και ο Τρότσκι, εκεί όπου έζησαν ο Μπούνιν, ο Μπάμπελ, ο Κατάγιεφ.

Εικόνες, εικόνες… Ο Τόμας Μαν ξοδεύει ατέλειωτες ώρες στα νοσοκομεία του Μονάχου μελετώντας ακτινογραφίες φθισικών, για να είναι απόλυτα ακριβής στις συγκλονιστικές περιγραφές των ασθενών του Μαγικού βουνού. Ο Μίκα Βάλταρι επιστρέφει στο Ελσίνκι γράφοντας ανάμεσα σε νοσηλείες κατάθλιψης αμέτρητα ιστορικά μυθιστορήματα ως άλλοθι για να μιλήσει για τον εαυτό του και την κρίση της Ευρώπης. Ο Τολστόι γράφει επί δέκα χρόνια σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μικροσκοπική καρέκλα στην Γιασνάγια Παλιάνα το Πόλεμος και Ειρήνη, προτού ζήσει σαν πληβείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πεθάνει από πνευμονία λόγω βαριάς νεροποντής σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη του Τζέιμς Τζόις αναρωτιέται, λίγο μετά την ταφή του πατέρα της «Τι κάνει ο ανόητος κάτω από το χώμα; Πότε θα αποφασίσει να βγει από εκεί μέσα;». Νεαροί μαύροι και Πορτορικανοί τα μεσημέρια πουλούν κοκαΐνη έξω από τη Γουόλ Στρητ στους εξουθενωμένους γιάπηδες του χρηματιστηρίου, στο κατά Ντον Ντελίλο σηματολόγιο του μεγάλου κοιμητηρίου που το λέμε 20ό αιώνα, τη Νέα Υόρκη.

Γκράφιτι: Τα τραύματα μιας εποχής καταντούν κουτσομπολιά του επόμενου αιώνα. // Πάνω στους τόπους και πάνω στα βιβλία και τα κείμενα βρίσκεται χαραγμένο το οικόσημο της φαντασίας. // Η ιστορία της εποχής μας γράφεται με σφαίρες (Τσου Εν Λάι). // Δεν υπάρχει χειρότερη εξορία από το σπίτι σου (Ούμπα Θάντο Μιτσιμκούλο) // Ο χρόνος μεταβάλλει τον τρόμο σε στατιστική.// Η ιστορία της αποικιοκρατίας γράφεται στα μπαρ των μεγάλων ξενοδοχείων (γκαρσόνι του μπαρ των συγγραφέων στη Σιγκαπούρη).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κομοτηνή, 1952. Ποιητής, πεζογράφος (Φάσματα φθοράς (αφηγήματα), Πεκίνο (Το ρόδο και ο λωτός), Η κοίτη του χρόνου (Τόποι, πόλεις, άνθρωποι), Το τρένο της λογοτεχνίας), δοκιμιογράφος (Η κρίση και η καταστολή, Οι σημαίες του αναχρονισμού, Ex libris), μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφος και γραφιτέχνης. Πολιτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της καθημερινής ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή στη Νέα Υόρκη (1983-1988).

Αποσπάσματα:
Η φοβερότερη λέξη για το τίποτα είναι ισπανική: nada. Σαν μαύρη τρύπα στο διάστημα. Την είπε ο Γκόγια, λες και αποκάλυπτε το όνομα του δαίμονά του, πέρασε στην κεντρική Ευρώπη, έγινε ο εφιάλτης πρώτα του Κάφκα κι έπειτα του Μπροχ, κι έριξε τον Πάουλ Τσέλαν στο σκοτάδι του Σηκουάνα το 1970, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Να η εποχή των δολοφόνων χωρίς τον Ρεμπό. Nada. (σ. 180)

Αν «το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο, τότε, όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, «όταν σκέφτεσαι την Πετρούπολη, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλάει ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που εκατό χρόνια νωρίτερα με παγερή απελπισία όρισε ο Γκόγκολ: εξορία σημαίνει να είσαι ξενος στην ίδια σου τη χώρα…
Αν δεν έχεις δει την Πετρούπολη, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι το ρόλο που παίζει η τοπογραφία στα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι. Μόλις όμως κάνεις την πρώτη βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι, ο Κιρίλοφ, ο Σταβρόγκιν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρμελαντόφ, όλοι οι ήρωες εκείνου του επιληπτικού άρχοντα και οργισμένου πληβείου, που τη μια στιγμή γονάτιζε συντετριμμένος μπροστά στα εικονίσματα και την αμέσως επόμενη ακουμπούσε στη ρουλέτα τα χρήματα που κέρδισε γράφοντας με φρενήρεις ρυθμούς τα αριστουργήματά του, περνούν από δίπλα σου ή κρύβονται στην είσοδο ενός απόμερου κτιρίου, για να μοιράσουν σε ίσα μερίδια το περιεχόμενο μιας μπουκάλας βότκα που μόλις αγόρασαν ρεφενέ… (σ. 53-54).

Επίγραμμα: Ο Βιστωνίτης ελπίζει ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει ή να προεκτείνει τον δικό του περίπλου κατά βούληση, ακόμα και να τον αλλάξει. Πραγματικά, ο καθένας μας μπορεί και αξίζει να φτιάξει μια δική του, παρόμοια βίβλο γεωγραφίας, αυτής της «κατεξοχήν περιοχής της μνήμης». Αυτό το πολύτιμο τομάκι, που χωράει σε μια τσέπη, γίνεται το ιδανικότερο διαβατήριο – εγχειρίδιο για να μάθουμε να βλέπουμε ταξιδεύοντας. Εδώ το μότο του Πολ Μοράν ταιριάζει όσο ποτέ: Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις – δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποι;

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 256. Περιλαμβάνεται το ποίημά του Adagio (από την συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο).

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτογραφίες: Ντανίλο Κις, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Μπρόντσκι (Λένινγκραντ, 1964) και ο συγγραφέας.