Στο αίθριο του Πανδοχείου, 117. Χρήστος Αγγελάκος

_DS21641n copyΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η υπόθεση τoυ τελευταίου βιβλίου εκτυλίσσεται σ’ ένα δάσος. Άρα θύρα δεν υπάρχει. Καθένας μπορεί να μπει. Αρκεί να είναι πρόθυμος να χαθεί.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

98Το πρώτο βιβλίο ονομάζεται «Η τελευταία εικόνα». Ένα μυθιστόρημα που το θέμα του ήταν βουτηγμένο στο αλκοόλ. Το έγραψα πίνοντας Μεταξά εφτά αστέρων και τρώγοντας πικρές σοκολάτες. Τα ποιήματα βγήκαν μόνα τους σαν απάντηση στη θέα. Καθόμουν ένα βράδυ σε μια βεράντα στον Χελμό. Κοίταζα κάτω τον Κορινθιακό· είχε μπουνάτσα. Τα φώτα από τα παράλια της Αιτωλοακαρνανίας έπεφταν στο νερό. Είπα «τα φώτα απέναντι», και είχα τον τίτλο της συλλογής. Από κει και πέρα οι στίχοι άρχισαν να εμφανίζονται στα υγρά της εκτύπωσης, όπως οι φωτογραφίες. To θεατρικό κείμενο που έγραψα πριν από τέσσερα χρόνια παραμένει κλεισμένο στο κομπιούτερ, σ’ ένα φάκελο με τίτλο: «Οι δυο μας τώρα». Το άνοιξα τυχαία τις προάλλες και είδα πως και οι σελίδες στο κομπιούτερ κιτρινίζουν. Τουλάχιστον μέσα μας. Για το «Δάσος των παιδιών» δεν έχω να πω τίποτε. Είναι ακόμα νωπό. Το άδειο του με ορίζει.

08Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι, σε εξοχικά που μου παραχωρούν οι προνομιούχοι φίλοι μου, κάνοντάς με να νιώθω πιο προνομιούχος από αυτούς χάρη στη γενναιοδωρία τους.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κανείς τους δεν με ακολούθησε. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Στο κάτω κάτω δεν τους φέρθηκα καλά.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;11

Το αντίστροφο συμβαίνει. Οι ιδέες μου με παγιδεύουν. Το ίδιο το κείμενο λειτουργεί, στο σύνολό του, ως παγίδα: από τη στιγμή της πρώτης σύλληψης μέχρι το τέλος της συγγραφής. Σ’ αυτό το διάστημα ξεκινάει και το παιχνίδι των μεταμορφώσεων: ο κυνηγός μετατρέπεται σε θήραμα, το θήραμα σε κυνηγό. H εναλλαγή τους γίνεται κάποτε ιλιγγιώδης. Τούτο τον ίλιγγο τον αναγνωρίζω: αποτυπώνεται στο σώμα του κειμένου· δημιουργεί ένα ευφορικό συναίσθημα, κάτι σαν μέθη του βυθού. Με παρασέρνει.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Δεν ξέρω αν πρόκειται για διαμορφωμένους τρόπους ή για τακτικές που αλλάζουν κατά περίσταση. Στην πραγματικότητα δοκιμάζω τα πάντα. Άλλοτε επιβάλλω σιδερένια προγράμματα κι άλλοτε προχωρώ σε αιφνιδιασμούς. Ανατροπή του προγράμματος, παρεκκλίσεις από την πορεία, συντεταγμένες επιθέσεις ή γιουρούσια, μάχες σε ξέφωτα ή σε στενά, τα πάντα είναι θεμιτά. Έτσι κι αλλιώς, κάθε βιβλίο είναι ένας πόλεμος.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Pierrot-Le-FouΤα πάντα εκβάλλουν στο γράψιμο. Και οι σπουδές στη φιλολογία και ο βιοπορισμός από τη διαφήμιση. Και η πραγματική και η φανταστική μου ζωή. Ένα χαρμάνι γίνονται όλα, με το οποίο φτιάχνω κι εγώ την καλύβα μου. Να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν θυμάμαι ένα πρόσωπο που ερωτεύτηκα, ανακαλώ κι ό,τι δεν έζησα μαζί του. Το αλλοτινό αντικείμενο του πόθου μου φωτίζεται από μια φράση του Μπαρτ, ένα στίχο του Αναγνωστάκη, το τέλος από τον Έρωτα του Σουάν, ένα πλάνο από τον Τρελό Πιερό, ένα τραγούδι της Στανίση. Κι είναι τόσο πραγματικά όλα αυτά όσο και η καμπύλη ενός λαιμού, το όνομα ενός δρόμου, ένα μπαρ που έκλεισε, ένα χέρι που δίστασε. Καταλήγω λοιπόν στο αυτονόητο: ο τρόπος που έζησα διαμόρφωσε τον τρόπο που γράφω. Σ’ αυτόν αθροίζονται τα πρωινά στ’ αμφιθέατρα και οι νύχτες στα σκυλάδικα. Οι εποχές της συγκομιδής και τα χρόνια της σπατάλης. Μαζί και η εργασιακή μου εξορία. Αφού όπως έλεγε κι ο Καρυωτάκης, «το ψωμί της εξορίας με τρέφει».

gustave-flaubertΈχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσά τους; Βλέπετε κάποιο είδος να υπερτερεί του άλλου;

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ξαναγράψω ποιήματα. Μένει να τηρήσω την υπόσχεσή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Του Αναστάσιου, του αρχιεπισκόπου Αλβανίας. Το παράδειγμά του με συγκινεί από πάντα.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιό σας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

120803133054_bΗ ερώτησή σας μου θυμίζει τις δύο λίστες που μου υπαγόρευε η μάνα μου τα Ψυχοσάββατα, όταν ήμουνα παιδί. Μια «Υπέρ Υγείας» και μια «Υπέρ Ψυχών». Έπρεπε να είναι καθαρογραμένες, με μεγάλα στρογγυλά γράμματα, για να μπορεί να τις διαβάζει ο παπάς. Έγραφα τα κατεβατά με τα ονόματα κι αναρωτιόμουν ποιοι είναι οι πιο πολλοί: οι ζωντανοί ή οι πεθαμένοι; Την ίδια απορία έχω και με τους συγγραφείς που αγαπάω. Πάντως για να παρακάμψω την απάντηση και να μη χρειαστεί να ξαναφτιάξω λίστες με ονόματα, θα σας πω ότι αν ναυαγούσα σ’ ένα ερημονήσι κι είχα τη δυνατότητα να πάρω μαζί μου μόνο ένα βιβλίο ενός  συγγραφέα, αυτό θα ήταν οι «Βάκχες» του Ευριπίδη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

tiramolaΑς πιάσουμε τα παλαιότερα που δεν ήταν ακριβώς βιβλία. Ήταν τα κόμικς που διάβαζα από τεσσάρων έως δέκα χρονών, τα καλοκαίρια στη Βάρκιζα. Τα Μίκυ Μάους, οι Τιραμόλες, οι Μπλέηκ, οι Μικροί Σερίφηδες, Καουμπόιδες, Ήρωες.  Ο Λούκι Λουκ, ο Ταρζάν κι ο Τεν Τεν με τον Μιλού. Και φυσικά η ατέλειωτη σειρά με τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Μπορούσες να κάνεις ένα σωρό πράγματα μαζί τους. Να τα παίξεις στις αμάδες, να τα χάσεις ή να κερδίσεις κι άλλα, να τα δανείσεις, να τα ανταλλάξεις, αλλά κυρίως να περάσεις μαζί τους τις ώρες της μεσημεριανής ησυχίας και ν’ αποφύγεις τον ύπνο που σου επιβάλλανε οι γονείς. Τότε ξεκίνησε η εμπλοκή με την ανάγνωση που πήρε με τον καιρό τα χαρακτηριστικά της περιπέτειας. Κι έτσι αφού πέρασα σαράντα χρόνια καταναλώνοντας κυρίως λογοτεχνία και ψυχανάλυση, είμαι πια σε θέση να διακρίνω δύο κατηγορίες βιβλίων: εκείνα που διάβασα κι εκείνα που τα έζησα. Η μνήμη μου ανέλαβε αυτεπάγγελτα να σβήσει τα πρώτα και να κρατήσει τα δεύτερα. Και το ξεσκαρτάρισμα συνεχίζεται. Υπενθυμίζω διαρκώς στον εαυτό μου πως πρέπει να αλαφρώσει τις αποσκευές. Πέντε έξι βιβλία χρειάζομαι. Όχι περισσότερα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω μόνο τις προσωπικές μου κορυφές: «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Ένα πάθος στην έρημο» του Μπαλζάκ, «Μια απλή καρδιά» του Φλωμπέρ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι. Και πhonore-de-balzac-lovers-128εζογράφοι και ποιητές. Κι εδώ θέλω να ομολογήσω την αγάπη μου στα πρώτα βιβλία των συγγραφέων. Όσο άγουρα ή αφελή κι αν είναι σε σύγκριση με τα επόμενά τους, όσο κι αν διαπιστώνω την ορμή να πουν και να χωρέσουν τα πάντα, έχουν μια φρεσκάδα που με γοητεύει. Ο νέος συγγραφέας θέλει να μιλήσει με τρόπο λογοτεχνικό κι όχι να αναμετρηθεί με τη λογοτεχνία. Τον νοιάζει να υπάρξει κι όχι να ενταχθεί. Ίσως ούτε καν να ξεχωρίσει. Μ’ αυτή την έννοια στα πρώτα βιβλία αποτυπώνονται η επιθυμία της δωρεάς και η διάθεση της σπατάλης που συναντάει κανείς στην εφηβεία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αφηγητής στο «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου. Ένας άνθρωπος που δε θα μάθουμε πώς μοιάζει, αφού δεν περιγράφεται ποτέ. Μια αφηγηματική μηχανή που ηχεί στο κενό, ένας πολλαπλασιαστής λόγων. Ο ανώνυμος αφηγητής είναι μια άλλη εκδοχή της Σεχραζάτ. Ο δικές του «Χίλιες και μία νύχτες» γίνονται χίλιες και μία αφηγήσεις ή, μάλλον, μία αφήγηση που επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον, με τις εκδοχές, τις ανατροπές, τις μεταποιήσεις, τις ανασκευές της. Ο στόχος είναι κοινός: όσο κρατάει η ιστορία (οι ιστορίες) ο αφηγητής δεν θα πεθάνει. Η πράξη της ανάγνωσης (της απεύθυνσης) θα συνεχίζεται εσσαεί. Ο ίδιος ο αναγνώστης θα παραμένει ζωντανός ως αποδέκτης των αφηγήσεων. Κι έτσι ο αφηγητής παύει πια να είναι πρόσωπο και γίνεται ρόλος: μετατρέπεται σε μια φωνή μέσα από την οποία μιλάει η γλώσσα. Σ’ ένα ηχείο.

G.d.L.Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο «Εκηβόλος», ο «Λογοτεχνικός Πολίτης», το «Λόγου Χάριν», η «Νέα Εστία» (επί διευθύνσεως Σταύρου Ζουμπουλάκη). Ο λόγος πάνω κάτω κοινός: όλα τους είχαν εύφορο χώμα. Η σκέψη σ’ αυτά δεν άνθισε ούτε μάταια ούτε τυχαία.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Υπότιτλους σε αγγλικές κι αμερικάνικες σειρές που κατεβάζω μανιωδώς από το διαδίκτυο.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ας ξεμπερδέψουμε στα γρήγορα με τις παρουσιάσεις των βιβλίων όπου αντιγράφονται συνήθως τα Δελτία Τύπου που στέλνουν οι εκδοτικοί οίκοι. Κι ας πάμε στο ζήτημα της κριτικής. Είχα πάντα την εικόνα μιας αναμέτρησης του κριτικού λόγου με το κείμενο, η οποία διεξάγεται στο ριγκ της ανάγνωσης. Ποιος θα νικήσει; Ποιος θα χάσει; Το αποτέλεσμα δεν με νοιάζει σχεδόν ποτέ. Αλλά ο αγώνας εξακολουθεί να με συναρπάζει, κυρίως όταν οι «αντίπαλοι» είναι ισοδύναμοι. Μιλάω φυσικά για μια δυναμική σχέση της κριτικής με τη λογοτεχνία, η οποία αποκλείει την αυτορρύθμιση του συναφιού και τις παντός τύπου δουλείες.

351px-KaramazoviΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ήταν τον Αύγουστο του 1984, όταν ξεκίνησα να διαβάζω τους Αδελφούς Καραμαζώφ πάνω στο καράβι για την Αλόννησο. Πρώτη φορά μόνος μου σε διακοπές. Έφτασα, βρήκα ένα δωμάτιο στη Στενή Βάλα, πέρασα στον δεύτερο τόμο κι ύστερα στον τρίτο, που τον τέλειωσα στο κατάστρωμα της επιστροφής. Δεν θυμάμαι τίποτα από την Αλόννησο. Θυμάμαι μόνο τους Καραμαζώφ. Τον πατέρα. Τον Αλιόσα και τ’ αδέρφια του. Την κανιβαλική διαδοχή των γενεών, όπου «η μια οχιά τρώει την άλλη». Τον Αύγουστο του ’84 ήμουνα εικοσιδύο χρονών. Είχα την πολυτέλεια να βυθίζομαι στην ανάγνωση και ν’ αδιαφορώ για τη φύση. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ίσως γιατί με τρώει ακόμα η απορία πώς να ’ναι εντέλει η Αλόννησος.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ingmar-Bergman-002Αν ο θεατής ήταν επάγγελμα, θα ήμουν ήδη συνταξιούχος. Και κινηματογράφος, λοιπόν, και θέατρο με πλήθος ακόλλητα ένσημα. Κι επειδή πάλι δεν θέλω να γλιστρήσω σε παράθεση ονομάτων και τίτλων, επιτρέψτε μου να απομονώσω την τελευταία σκηνή από τον Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν, σκηνοθετημένο στο θέατρο από τον κινηματογραφικό Ίγκμαρ Μπέργκμαν. Ο Έρλαντ Γιόζεφσον, μόνος του, στο κέντρο της σκηνής. Ανάβει ένα σπίρτο. Το θέατρο βυθίζεται στο σκοτάδι. Βλέπουμε μόνο τη φλόγα του σπίρτου να ψηλώνει για λίγο κι ύστερα, όσο πλησιάζει στα δάχτυλα του ηθοποιού, να γίνεται όλο και πιο αδύναμη. Η αίθουσα έμοιαζε να κρατάει την αναπνοή της για να μην τη σβήσει. Κι όταν, στο τέλος, εκείνη έσβησε, ήταν σαν να ’σβηνε ο κόσμος.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όμοιες μ’ αυτές του λαίμαργου που του αρέσαν τα κεράσια: έφαγε τόσα πολλά που αρρώστησε.

XRISTOS_CROPΑν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι, θα τη δεχόμουν. Γιατί ξέρω πως θα προσπαθούσα από την πρώτη στιγμή να κάνω ζαβολιές. Να παραβώ τη συμφωνία. Είναι κι αυτό στη φύση του παιχνιδιού: κάθε παίχτης κρύβει μέσα του έναν κλέφτη.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η ερώτηση είναι περίπου η εξής: «Πώς θα σας φαινόταν αν το τελευταίο σας βιβλίο ήταν και το τελευταίο που γράφατε;». Η απάντηση δεν υπάρχει.

Στις εικόνες: Τρελός Πιερό και Γυναίκα, Gustave Flaubert, Βάχκες του Ευριπίδη από την παράσταση του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού και Μελέτης του Αρχαίου Δράματος (Χρυσούπολη Καβάλας), Honoré de Balzac, Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Αδελφοί Καραμαζώφ, Ingmar Bergman.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 116. Βαγγέλης Ραπτόπουλος

photo, Pinelopi Masouri '09-2Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

― «Η πιο κρυφή πληγή» αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44. Με άλλα λόγια, μιλάει για έναν ισόβιο έρωτα στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και για τον εφιάλτη του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.

Πως οδηγηθήκατε στην ιδέα της λογοτέχνησης των συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών που σας απασχολούν στο βιβλίο σας;

Αφετηρία μου στάθηκαν οι ζοφερές αφηγήσεις για τα Δεκεμβριανά του ’44, που άκουγα από παιδί. Εξαιτίας τους, συγκέντρωνα βιβλία επί του θέματος, εδώ και χρόνια. Το βασικό κέντρισμα, όμως, μου το έδωσαν οι συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος το 2011. Κάτι σ’ εκείνο το συλλογικό ξέσπασμα ήρθε κι έδεσε μέσα μου με το πρελούδιο του τελευταίου εμφυλίου, κι από κει και πέρα πήρα φωτιά.

2012--2012Ποιο από τα παλαιότερα έργα σας θα συστήνατε σε νέο σας αναγνώστη και γιατί;

― Το προτελευταίο, «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας», είναι το καταλληλότερο. Κατ’ αρχάς, συνοψίζει τη διαδρομή μου «στα γράμματα», όπως έλεγαν παλαιότερα, και προσφέρει μια πανοραμική θέα πάνω στη δουλειά μου, ώστε να κρίνει κανείς από μόνος του ποιο από τα υπόλοιπα βιβλία μου τον ενδιαφέρει περισσότερο. Τέλος, η εκκωφαντική σιωπή με την οποία το αντιμετώπισε ο Τύπος, ίσως σημαίνει ότι περιέχει πράγματα εξαιρετικά χρήσιμα για οποιονδήποτε αναγνώστη μου, παλαιό ή νέο.

Κατά την δεκαετία του ’80 υπήρξατε από τους ελάχιστους λογοτέχνες της νεότατης γενιάς. Πως βιώσατε αυτή την ιδιότητα; Πώς σας υποδέχτηκαν οι λογοτεχνικοί κύκλοι;

2011.1-3Τα 2010αρχαία εκείνα χρόνια, οι πρωτοεμφανιζόμενοι απολάμβαναν της προσοχής τόσο των γνωστών λογοτεχνών όσο και των λεγόμενων επαρκών αναγνωστών. Ενώ, σήμερα, με τόσους τίτλους που εξακολουθούν να εκδίδονται, ακόμη και εν μέσω οικονομικής κρίσης, ο πρωτοεμφανιζόμενος μεταβάλλεται τάχιστα σε «πρωτοεξαφανιζόμενο». Όσο για τους λογοτεχνικούς κύκλους, μολονότι στραβά και δυσάρεστα φαινόμενα υπήρχαν ανέκαθεν, τα πράγματα ήταν πολύ πιο αθώα και ουσιαστικά, πριν από τριάντα τόσα χρόνια. Σήμερα, ο κομφορμισμός κάνει θραύση, και οι κόλακες της κάθε είδους εξουσίας λύνουν και δένουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην υπόλοιπη κοινωνία, το λογοτεχνικό σινάφι βρίθει από συμφεροντολόγους και ωφελιμιστές. Αυτές είναι οι βλαβερές συνέπειες της άκρατης εμπορευματοποίησης των πάντων, του βιβλίου συμπεριλαμβανομένου.

20082009Θα διακρίνατε ευρύτερες, έστω και απολύτως αυθαίρετες κατηγορίες ή ταξινομήσεις του λογοτεχνικού σας έργου, είτε κατά περιόδους, θέμα ή προσωπικές ανησυχίες ή με οποιαδήποτε άλλη διάκριση;

Χοντρικά, τα βιβλία μου ανήκουν σε δύο κατηγορίες, οι οποίες γίνονται πολύ πιο ευδιάκριτες, αν σκεφτεί κανείς ότι ανήκω σε μια γενιά που βρέθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη του Πολυτεχνείου και στην ψηφιακή γενιά. Εμείς προλάβαμε τα απόνερα της συλλογικότητας και την έλευση του ατομικισμού. Κι έτσι, σε άλλα έργα μου πρωταγωνιστούν παρέες και είναι γλυκά και ήπια, και σε άλλα κυριαρχούν ατομικιστικά τέρατα μεταβάλλοντάς τα σε θρίλερ ή εφιάλτες.

2006 ΦΙΛΟΙ2007Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Με τόσα βιβλία που έχω δημοσιεύσει, είναι αναπόφευκτο. Η αρχική εκδοχή του πρώτου μέρους της «Λούλας», φέρ’ ειπείν, γράφτηκε στις καλοκαιρινές διακοπές, μ’ ένα απλό στιλό μπικ. Σε γενικές γραμμές, όμως, γράφω ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

― Μάλλον το αντίθετο ισχύει, δηλαδή είμαι εγώ εκείνος που τους ακολουθεί. Ακόμη πιο σωστά, τους κουβαλάω μαζί μου. Πάντως, οι ήρωες των βιβλίων, όχι μόνο των δικών μου, συχνά μου φαίνονται πολύ πιο αληθινοί και υπαρκτοί απ’ ό,τι πολλοί άνθρωποι με σάρκα και οστά.

20051993Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ευτυχώς ή δυστυχώς, συγκεκριμένο τρόπο να γράφω, ποτέ δεν είχα. Σχεδόν κάθε βιβλίο μου έχει προκύψει διαφορετικά, εξ ου και είναι ανόμοια μεταξύ τους. Και ενώ κάτι τέτοιο είναι από μια πλευρά εξαιρετικά άβολο, κάποτε ακόμη και οδυνηρό, την ίδια στιγμή έχει το καλό ότι δεν προλαβαίνεις να πλήξεις. Όσο για τη μουσική, ακούω ολόκληρο το φάσμα. Τα τελευταία χρόνια, έχω κολλήσει με την τζαζ. Την «Πιο κρυφή πληγή», όμως, για ανεξιχνίαστους λόγους, την έγραψα λιώνοντας γνωστά και άγνωστα τραγούδια του Prince. Προφανώς, ταίριαζε με τη διάθεσή μου γράφοντας.

20022001-Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα παιδαγωγικά, δημοσιογραφία και κινηματογράφο. Στα πρώτα βρέθηκα σχεδόν κατά λάθος (εισήχθην ως αριστούχος κι όχι κατόπιν εξετάσεων), και παρακολούθησα τη σχολή προκειμένου να πάρω αναβολή από το στρατό. Τη δημοσιογραφία την εξάσκησα επιλεκτικά, περισσότερο ως ένα παιχνίδι με το ίδιο το γράψιμο. Όσο για το σινεμά, οι σπουδές μου έμειναν ανολοκλήρωτες και ήταν παρά τη θέλησή μου θεωρητικές. Η δημοσιογραφία ίσως ευθύνεται για τη μανία μου να καταγράφω τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και ο κινηματογράφος είναι μάλλον εκείνος που με οδήγησε σ’ ένα είδος «εικονιστικής» γραφής. Τέλος, ως προς το βιοπορισμό, ώς τώρα κατόρθωσα κουτσά στραβά να τα βγάλω πέρα με το γράψιμο. Από δω και πέρα, όμως, πολύ αμφιβάλλω. Τουλάχιστον, το πρόβλημα είναι πια γενικό.

1999-1995Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μικρότερος, ναι. Ένα μέρος εκείνης της παραγωγής ταίριαζε και το ενσωμάτωσα στο μυθιστόρημά μου «Χάσαμε τον Μπαμπά», χρεώνοντας τα νεανικά εκείνα ποιήματά μου στον χαμένο και ανεύθυνο πατέρα του πρωταγωνιστή μου. Κατά τα άλλα, δεν έπαψα ποτέ μου να διαβάζω ποίηση, και καταφεύγω με απέραντη ανακούφιση σ’ αυτήν ακόμη και σήμερα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Καζαντζάκη. Για λόγους που θα χρειαζόταν η ίδια η μονογραφία, προκειμένου να τους εξηγήσω.  

Τι γ19992000ράφετε τώρα;

Έχω σχεδόν ολοκληρώσει (βάζω τις τελευταίες πινελιές) τη διασκευή ενός κλασικού νεοελληνικού έργου. Πρόκειται για το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, το οποίο έχω μεταφέρει σ’ ένα όχι-και-τόσο-μακρινό μέλλον, όπου ο πλανήτης μας έχει οικολογικά καταστραφεί και οι άνθρωποι ζουν ανάμεσα σε ερείπια της υψηλής τεχνολογίας. Η δουλειά ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, και σ’ ένα πρώτο στάδιο είχα προχωρήσει στη θεατρική διασκευή του βιβλίου (η παράσταση ανέβηκε τότε στο Εθνικό). Όμως, τότε, δεν μου επετράπη να διασκευάσω όπως ήθελα το πρωτότυπο, μια ελευθερία που μου την παρείχε απλόχερα η μορφή του μυθιστορήματος. Για να καταλάβετε την έκταση των διαφορών: στη θεατρική διασκευή μου ο πρωταγωνιστής παρέμεινε αγόρι, όπως και στο πρωτότυπο. Στη μυθιστορηματική διασκευή έχουμε να κάνουμε με μια κοπέλα.

19921998Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

― Πρωτοέφτιαξα προσωπική ιστοσελίδα το 1998, ενώ στο Φέισμπουκ μπήκα πριν από περίπου έναν χρόνο. Οι εμπειρίες μου είναι τόσες, ώστε θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα βιβλίο. Κατά τα άλλα, επειδή ακριβώς η συλλογική εμπειρία από το Διαδίκτυο είναι νωπή, συνηθίζουμε να το δαιμονοποιούμε ή να το αγιοποιούμε. Φανταστείτε να ρωτούσε κάποιος: «Οι εμπειρίες σας από τη χρήση του τηλεφώνου;» Σίγουρα, οι ζωές μας άλλαξαν με την εφεύρεση του Γκράχαμ Μπελ. Όμως, δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε αυτές τις αλλαγές, επειδή το τηλέφωνο έχει ζυμωθεί με την καθημερινότητά μας. Κάτι ανάλογο ισχύει τώρα πια και για το Ίντερνετ. Πώς ήταν ο κόσμος μας προ Διαδικτύου; Ή προ των κινητών τηλεφώνων; Κοντεύουμε να το ξεχάσουμε.

P.Masouri '09-1Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

― Μια παρόμοια ιδέα θα ήταν κατάλληλη για ένα έργο μυθοπλασίας. Στο πλαίσιο μιας συνέντευξης, όμως, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να πει κανείς, χωρίς να φανεί εξυπνάκιας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ειλικρινά, είναι πάρα πολλές. Οπότε, ίσως, μια άλλη φορά. Όχι τίποτε άλλο δηλαδή, αλλά για να εξακολουθήσω να δίνω συνεντεύξεις.