Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Λογοτεχνείο, αρ. 113

Μισέλ Σνεντέρ, «Θάνατος καθ’ ομοίωση. Στέφαν Τσβάιχ, 22 Φεβρουαρίου 1942», Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2004, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003], σ. 256-257.

Προτού εγκαταλείψω τη ζωή, με τη θέλησή μου και έχοντας απολύτως τα λογικά μου, οφείλω να εκπληρώσω ένα τελευταίο καθήκον: να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τη Βραζιλία, αυτή την  υπέροχη χώρα, που πρόσφερε σ’ εμένα και τη δουλειά μου ένα λιμάνι τόσο ευχάριστο και τόσο φιλόξενο. Μέρα με τη μέρα, έμαθα να την αγαπώ όλο και περισσότερο, και σε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν θα είναι με τόσο μεγάλη προθυμία ξαναφτιάξει τη ζωή μου από την αρχή, από τη στιγμή που ο κόσμος της δικής μου γλώσσας χάθηκε για μένα και η πνευματική μου πατρίδα, η Ευρώπη, αυτοκαταστρέφεται.

Χρειάζονταν όμως, μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας μου, υπέρογκες δυνάμεις για να ξαναρχίζω τα πάντα πάνω σε καινούργιες βάσεις. Και οι δικές μου οι δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησης χωρίς πατρίδα. Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ προτιμητέο να τελειώσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή για την οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η πιο αγνή χαρά, και η προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό ετούτου του κόσμου.

Αποχαιρετώ όλους μου τους φίλους! Τους εύχομαι να μπορέσουν ακόμα να δουν τη λάμψη της αυτής μετά τη μεγάλη νύχτα! Εγώ, πολύ ανυπόμονος, θα προηγηθώ!