Mercury Rev

Time/All the long red lines/ that take control of all the smokeline steams that flow into your dreams/Dreams/that big blue open sea/that can’t be crossed, that can’t be climbed/just born between on the two white lines [Time, από τα Deserters Songs)

Απαρχή
Ο ηχητικός αχταρμάς των τελευταίων χρόνων μας συμφιλίωσε με πολλά μουσικά είδη που αντιμετωπίζαμε αφ’ υψηλού· τι με πολλά, με όλα σχεδόν! Με τη γυαλιστερή σόουλ αλλά και το blaxploitation, την αστραφτερή ντίσκο αλλά και την λαμέ ευρωπαϊκή ποπ, το μέταλ, την γαλλική σκηνή, την ηλεκτροπόπ. Πολλά εξ αυτών (και άλλα που σίγουρα ξεχνώ) δεν μπήκαν μόνο στην electronica αλλά και στο ίδιο το ρεπερτόριο των πλέον αξιοπρεπών ροκ συγκροτημάτων. Κι ακόμη, έγιναν τα ίδια κανάλι για απερίγραπτα fusions, από σούπερ μέχρι σούπες. Ένα μόνο είδος και δη δίδυμο έμεινε στη γωνία, πάντοτε φτυσμένο κι απαξιωμένο· ένα μπρρ είδος που το γνωρίσαμε στην παρακμή του αγνοώντας το ένδοξο παρελθόν των φορέων του. Το MOR (=Middle of the road /Middle aged orientated rock) / ΑΟR (=Adult orientated rock) «εισχώρησε» μεν κι αυτό κάπως στη σημερινή μουσική (από Preachers μέχρι Pumpkins), αλλά έμεναν απέξω οι μπαλάντες του. Ποιος να το ’λεγε, ποιος να το ’λεγε πραγματικά…

Τα θυμάστε τα συγκροτήματα του είδους; Στοίχειωναν μονίμως το νούμερο 2 στα αμερικάνικα charts, απλώνονταν όμως παντού στην εκατοντάδα. Ακολουθούσαν την κονφερασιέ φωνή του Kasey Kaysem στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικάνικης βάσης μελώνοντας ακροατές και ακροάτριες. Κι είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις ως όνομα το πολύ μια λέξη: ηπείρου (America, Asia), πόλης (Boston, Chicago, Kansas), επιθυμίας (Journey). Τώρα θα γράψω ότι οι Mercury Rev μας εξοικείωσαν και μ’ αυτό και θα μου φύγει ένα βάρος. Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό: η απερίγραπτη (κυριολεκτικά, όχι επαινετικά) αυτή μπάντα έπαιξε με τόσα πολλά άλλα είδη, μεταλλάχθηκε, εξελίχθηκε, αυτομαστιγώθηκε, δοκίμασε, και όλα πάντα με ένα προσωπικότατο στυλ.

Αρχή
Ξεκινούν από το Buffalo, New York State, τέλη 80s. Γράφουν σάουντρακ για τα πειραματικά φιλμ που γυρίζουν οι ίδιοι και οι φίλοι τους. Ποιές εκδοχές παίζουν για το όνομα Mercury Rev; Απότομη άνοδος θερμοκρασίας, φανταστικός Ρώσος χορευτής μπαλέτου, μηχανικό εξάρτημα· και άλλες που στοιχηματολογούνται μεταξύ φίλων. Αρκούμαι στην παράξενη οπτικοακουστική αύρα του ονόματος κι αφήνω τον τζόγο στους άλλους. Αρχικά αποτελούν σεξτέτο: Jonathan Donahue (με θητεία στους Flaming Lips, φωνή/κιθάρα), Grashopper (= Sean Mackowiak, κιθάρες), Suzanne Thorpe (φλάουτο και άλλα τέτοια), Dave Fiedmann (μπάσο), Jimmy Chambers (ντραμς), David Baker (φωνή / κιθάρα). Ο τελευταίος το ’94 πετιέται απ’ έξω, γιατί οι υπόλοιποι στην μπάντα είναι απλώς ακραίοι, αυτός όμως παραείναι. Μαζί του φεύγει και η αδιάλλακτη εμμονή στο θόρυβο και την κακοφωνία. Τότε κυκλοφόρησε και προσωπική δουλειά ως Shady (World, 1994). Δεν μπορούμε να μιλήσουμε συνολικά για τη μουσική τους, καλύτερα να δούμε τον κάθε δίσκο χωριστά – υπάρχουν λόγοι.

Δισκογραφία

Υerself Is Steam (Columbia, 1991)

Με τίτλο που φωνάζεται δυνατά και μόλις οκτώ συνθέσεις (αλλά 50 λεπτά παρακαλώ) η παρθενιά τους βγήκε δυστυχώς την εποχή που φαλίριζε το αμερικάνικο τμήμα της Rough Trade κι ο δίσκος έμεινε χωρίς προώθηση. Το προσωπικό μου παράπονο είναι ότι δεν έζησα την επίκαιρη χαρά ενός τέτοιου λαμπρού ντεμπούτου και παράπονο το έχω, να μην καταφέρνω συχνά να «αντιλαμβάνομαι» ένα αγαπημένο όνομα από την πρώτη του στιγμή. Εκ των υστέρων πιστεύω πως πρόκειται για ένα από τα λαμπρά ντεμπούτα της δεκαετίας του. Είναι κυρίως η αλλοπρόσαλλη ποικιλία του υλικού τους που άμεσα σε γοητεύει: εμπνευσμένες φλοϋδικές στιγμές όπως το ‘Chasing a bee’ και το αριστουργηματικό ‘Frittering’ – να τα ακούσουν οι fans των Grandaddy! – εναλλάσσονται με θορυβώδεις κακοφωνίες (‘Syringe Mouth’) και roller coaster feedbackς (‘Coney Island Cyclone’), που ειδικά εκεί που τοποθετούνται έχουν κάθε λόγο ύπαρξης. Υποκλίνομαι στο ερεβώδες μπαλλαντούργημα ‘Blue and Black’ (o Nick Cave ψάχνει τον Hank Williams αλλά βρίσκει έναν βαρύτονο Elvis) και παίρνω αδρεναλίνη στις αυξομειώσεις έντασης του απίστευτου κιθαριστικού darkwave ‘Sweet Oddysee of a Cancer’. Για να καταλήξω/ει τελείως απρόσμενα με το freak αλά Can / Gong ‘Very Sleepy Rivers’. Δεν έχει άλλο; [8/10)]

Lego My Ego (Columbia, 1992)

Οι αυθάδεις, αρχίσανε τα συμπληρώματα προτού καν βγάλουν δεύτερο δίσκο! Μας προσφέρουν όμως ένα οκτασύνολο πάλι, υπεπενηντάλεπτο πάλι, χορταστικό πάλι αμάγαλμα της τρελής. Ο ορατός λόγος κυκλοφορίας είναι οι διαφορετικές εκτελέσεις, τα Peel sessions (μα τι κάνει ο γερο – Τζων και βγάζει του καθενός τον ελεύθερο εαυτό), κάποια ζωντανά στο BBC αλλά και κάποια που δεν μπήκαν στο πρώτο. Τώρα πρέπει να αποτελεί βούτυρο στο ψωμί των φαν – να υποθέσω ότι υπήρχαν τέτοιοι και τότε; Αν και κατά βάση αρνητικός στους δίσκους που παραγεμίζουν με επανεκτελέσεις, αναμασήματα κλπ. ομολογώ πως το Lego my ego όχι απλώς δεν προσπερνιέται αλλά κι είναι ένα ζωτικό δεύτερο LP. Αξίζει καταρχήν για τις πολύ καλύτερες εκτελέσεις του ‘Chasing a bee’ (πόσο συχνά μια δεύτερη εκτέλεση υπερέχει της πρώτης;), με την δεύτερη, υπό τον τίτλο ‘Chasing a girl inside a car’, να ξεκινάει με σαμπλς από κάποιο φιλμ και να εξελίσσεται σε μία δοσμένη ερμηνεία του τραγουδιστή που ολοένα βυθίζεται στα ερέβη της σπουδαίας σύνθεσης.

Οι άλλες επανεκτελέσεις είναι ισοδυναμούν με του πρώτου δίσκου: και το ‘Coney Island Cyclone’ (που εξελίσσεται σε ένα από τα αγαπημένα των φανς) και το ‘Frittering’ που έχουν κάτι το διαφορετικό κι εξίσου σαγηνικό. Φυσικά δεν λείπουν οι artασθαλίες της ελεύθερης φόρμας, σαν να κάνουν διάλειμμα κατόπιν επισταμένης ακρόασης Beefheartικών και Ζappικών βινυλιόδισκων και να ηχογραφούν μια κι έξω τις δικές τους εκδοχές. Ατίθασες πνευστιές, υποχθόνια τάστα και φωνή που αλλάζει όποτε της καπνίσει συμπληρώνουν το σύνολο κι όλα εν μέσω μπάχαλου. Και ξανά ένα οκτάλεπτο μεγαλόπνοο κλείσιμο. Ακόμα και με το εξώφυλλο (περι)παίζουν τη δεινοσαυρική 70s κουλτούρα ή προτιμώ αυτή την εκδοχή παρά να το εννοούν!. Το ελπίζω δηλαδή. [8/10]

Boces (Columbia, 1993)

Εδώ αρχίζουμε να «αντιλαμβανόμαστε» τι ακριβώς συμβαίνει: σκοπός είναι τα όρια του ροκ να χαϊδεύουν τα βάθη της ποπ, θόρυβος και κρυστάλλινα τραγούδια να εναλλάσσονται, γοητευτικές μελωδίες να σου δείχνουν ξαφνικά γαμψερά νύχια και άγρια φάτσα. Εδώ συνυπάρχουν samples από το Times Square αλλά και τη συνοικία της NASA στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ, διαθέσεις αντίστοιχες με το λουναπαρκίστικο εξώφυλλο από ένα ειδικό ίδρυμα αποκατάστασης στη Νέα Υόρκη, γουρχολική ατμόσφαιρα. Δυο ισχυρά τραγούδια κλέβουν την παράσταση: τα ‘Men of a Rockette’s Kick’ και το ‘Something for Joey’ (με ένα από τα αγαπημενότερα μου κιθ-ριφς). Ξεκινάνε με γλυκύτητα, φωνο – λόγια και πνευστά σε τυλίγουν ύπουλα κι εκεί που ηρεμείς έρχεται ο κιθαριστικός καταιγισμός να σε αναταράξει μέχρι να ξαναγλυκαθείς με κάποια αδιευκρίνιστου φύλου back φωνητικά και ούτω καθεξής. Δεν είναι σε όλα έτσι απατεώνες συχνά τελειώνουν όπως ξεκινάνε: με low key pop στο ‘Downs are feminine Balloons’, με κιθαριστικό speed pop στο ‘Bronx Cheer’, με εξωφρενικό θόρυβο στο ‘Continuous Drunks and Blunders’. Κι ένας παραληρών συντροφιά με ένα πιάνο στο ‘Girlfren’ – σαν σε ταινία του Orson Welles. Περιττό να πούμε πως δεν διηγούνται και τις πιο συνηθισμένες ιστορίες, το καταλαβαίνετε απ’ όλους αυτούς τους τίτλους. Δεν είναι μία απλή περίπτωση, δεν είναι ένα απλό συγκρότημα. [8/10]

See You On The Other Side (Work, 1995)

Στην «άλλη πλευρά» συνυπάρχουν ποπ στολίδια, τζαζ γρατζουνιές και αυτοσχεδιαστικές εξυπνάδες (κατά κυριολεξία). Επαναλαμβάνομαι, το γνωρίζω, αλλά αυτοί δεν το κάνουν με τη μουσική τους. Ιδέες φτάνουν και περισσεύουν : η α λα Wire «απλότητα» του ‘Εmpire State (Son House in Excelsis)’ σφιχταγκαλιάζεται με τον σαπουνοπερατισμό του ‘Sudden ray of hope’. Τα γνωστά ανορθόδοξα ποπ έπη κρύβονται πιο κάτω από τις συνήθεις ροκ εμμονές κι όλα μπολιάζονται ναρκοληπτικές διαθέσεις, ντανταϊστικούς στίχους, κυκλοθυμική διάθεση. Νομίζω πως κάπου εδώ είναι που ο μελωδικός ήχος κερδίζει εις βάρος του σαματά – είναι η ώρα που οι Mercury ετοιμάζονται για την επικίνδυνη κλειστή στροφή προς τις ονειροχώρες των μελωδιών. Με άλλα λόγια: εδώ βρίσκονται οι απαρχές των ‘Deserter’s songs’ και ‘All is dream’.

Κι εδώ βρίσκονται δύο από τα καλύτερα tracks τους: ένας ύμνος στις αστρόφωτες νύχτες (‘A kiss from an old flame’) και το αγαπημένο μου, ακαταμάχητο ‘Everlasting Arm’: τι βιολιά από δω, τι διακεκομμένες χορωδίες από κει, τι σφυρίγματα από πέρα, σαν κάτι παλιά αιθέρια dark pop του ’80 (τύπου Jesus could’t drum, τύπου πολλών και μη αναφερτέων). Για το οποίο μάλιστα λέγεται ότι γράφτηκε για τον Baker… Κι ένα τρίτο, το δοσμένο ‘Racing the tide’, γιομάτο ερωτικά lines: I’m so close/ I’m almost inside. [9/10]. Στο μεταξύ μάλλον δεν υπάρχει δίφραγκο ούτε για ταξί αλλά η δημιουργική διάθεση καλά κρατεί. Κάτω από το όνομα Harmony Rockets οι Donahue – Grasshopper κυκλοφορούν δυο Εps: ένα 40λεπτο ambient noise (‘Paralysed mind of the Archangel Void’, το 1995) κι ένα ψιλοχορευτικό (‘Golden Ticket’, το 1997). Λίγο αργότερα ο Grashopper θα βγάλει το ‘The Orbit of Eternal Race’. Δεν έχω ιδέα τι παίζει σ’ αυτά.

Deserter’s Songs (V2, 1998)

Ιnto a dream, I took a turn / and promise I return. Για όλες τις υποσχέσεις που αθετήσατε, άκαρδοι! Έφτασε λοιπόν η στιγμή όπου ξαναθυμηθούμε οριστικά τα προαναφερθέντα στον πρόλογο 70s…και να ακούσουμε την νέα τους εκδοχή από γλυκεριακά άσματα και αιθέριες μπαγαποντιές τους, όλα βγαλμένα από το ψυγείο των άλλων δεκαετιών αλλά με διαλογή των φρεσκότερων και πέταμα των σάπιων. Από το νανούρισμα ‘Endlessly’ (επιτρέπεται σε ροκ μπάντα;) στο βαλσοειδές ‘Τοnite It Shows’, από την απίστευτη ερωτοελεγεία του ‘Into a dream’ (λιώστε είπαμε!), στον ύμνο στη Ζωή στο Δρόμο ‘Goddess on a highway’ – ο δίσκος είναι διαμάντι. Και μέσα στον σιροπιαστικό καταιγισμό και τα υπονομευτικά οργανάκια η κάθαρση φτάνει με ένα αστικό πορτοκαλόχρωμο άλτο σαξόφωνο για το ‘Hudson Line’ – και χρόνια έψαχνα ένα κομμάτι που να αποδίδει ίσες κι όμοιες τιμές και στον Lou Reed και στον John Cale της μετά, πολύ μετά Velvet εποχής. Missionaries flood my favorite AM station/flowing in their futures/washed out in this delta rag/look the other way pocket all the pieces/tripping up the strawhat tumble into the wind (Delta Sun Bottleneck Stomp) [8.5/10]

All Is Dream (V2, 2001)

Εδώ ήμασταν προετοιμασμένοι μετά το ‘Deserter’s’, αλλά και πάλι είναι χαρά ν’ ακούς έναν δίσκο που το ανταγωνίζεται ισάξια. Τι έχει λοιπόν το πακέτο κι εγγυάται νέο διψήφιο αριθμό ακροατικών ωρών; Δύο διαφορετικά μέρη: αλλόκοτη συμφωνική ποπ στο πρώτο, ευτυχή και λαμπερή ανοιχτωσιά στο δεύτερο, λες και βγάζει από πάνω της όλες τις μαύρες στιγμές του παρελθόντος. Βέβαια όταν πλησιάσεις και προσέξεις δεν είναι έτσι, αποτελεί πάντως έκπληξη απ’ όλες τις πλευρές, όχι το ότι δεν επανασκλήρυναν, αλλά το ότι είναι ακόμα πιο μελάτοι απ’ το προγονό τους. Όλη η εμφάνιση του All is dream, από την παράξενη λαϊκή τέχνη του κολλάζ- εξωφύλλου ως τα παραμυθένια κομμάτια είναι εκτός. Εκτός τόπου, χρόνου, λογικής, αλληλουχίας. Πέρα από το ροκ εντ ρολλ, το σκηνικό τους, τις καταβολές τους, την πόλη τους. Πέρα από το ίδιο τους το παρελθόν. All is dream στο All is dream. (8/10)

Η προσωπική τους μυθολογία

Κανείς μας, υποθέτω, δεν έχει όρεξη να καταναλώνει τις πιπεράτες ιστορίες των μελών κάποιας αγαπημένης μπάντας. Το βιο-βιβλίο τους όμως περιλαμβάνει πολλές κι απίστευτες ιστορίες που δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο άτυχος που θα αναλάβει την βιογραφία τους· ιστορίες που μαρτυρούν αλλοπρόσαλλες προσωπικότητες που φτάνουν ως την ψυχωτική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και περιλαμβάνουν συνεχείς μεταξύ τους συγκρούσεις (απαγορευόταν για καιρό να ταξιδεύουν με αεροπλάνο γιατί ο Donahue κυνηγούσε μ’ ένα κουτάλι τον Grasshoper για να του βγάλει το μάτι) αλλά και το φτάσιμο στα όρια της ανέχειας, σε σημείο να αναγκαστούν να εργαστούν σε βάρβαρες δουλειές μέχρι και να υποστούν ιατρικά πειράματα. Ύστερα από αυτά, το ξόδεμα σε μια μέρα ολόκληρων προκαταβολών από τις εταιρείες τους, τα κοψίματα επί σκηνής από τους υπεύθυνους των φεστιβάλ εξαιτίας του απίστευτου θορύβου ή το απλό κόψιμο (στη μέση) τραγουδιών επί σκηνής από τον Donahue για να πιεί το ποτό του μάλλον μοιάζουν με πταίσματα.

Βάλε μου τα τραγούδια σου να δω τις επιρροές σου

70s κλπ.: τα είπαμε στην αρχή – αν μας διαβάζετε ανάποδα, ανεβείτε και ξανακατεβείτε. / Syd Barrett, Pink Floyd της καλής αρχής, Sonic Youth και Pixies του πάντοτε, Velvet Underground του λευκού θορύβου και της λευκής ηρεμίας. / Οι νέοι που ακούνε Dinosaur Jr, Spacemen 3 και Pavement πρέπει να τους δοκιμάσουν. /Αδελφό συγκρότημα  οι Flaming Lips της τελευταίας τους και καλύτερης φάσης. Είναι και φίλοι και παίζουν παρέα, γενικώς πολλές οι σχέσεις μεταξύ τους, εκτός από το ex- κοινό μέλος και τις ανταλλαγές μελών και παραγωγών. / ‘Stupid’ progressive: Έτσι λέγανε μερικοί μερικοί μερικούς μερικούς και ως φαν των ΕLO απλώς χαμογελώ, έτσι, out of the blue. / Όταν γίνεται θόρυβος: ο καλύτερος θόρυβος των 80s – βρετανικός (Jesus and Mary Chain) και αμερικάνικος (Butthole Surfers) λένε οι υπερβολικοί. Γιατί ξεχνάνε τους Suicide που προηγήθηκαν, άρα και τον Glenn Branca; Ο κάποτε μέντοράς τους Tony Conrad, βασικός ενθαρρυντής για τη συνέχεια, έχει καταδουλέψει με Faust, John Cale, La Monte Young. Και κάποιος πέταξε ότι η φωνή του τού θύμισε τον τραγουδιστή των Pavlov’s Dog! Oι Red Crayola ξυπνούν και παίζουν ποπ. Μην το πάρετε τοις μετρητοίς, αύριο μπορεί να το έχω μετανιώσει (όπως έχω σίγουρα μετανιώσει για όσα γράφω εδώ και δημοσιεύω χρόνια αργότερα. Τόσα πολλά λόγια για μουσική…). Αδύνατο να βγάλουμε άκρη, οι τύποι είναι μία συνεχής εν κινήσει εγκυκλοπαίδεια.

Πες μου τα tributes σου για να σου πω ποιος είσαι.

Ισχύει; Ας δούμε τι έχει να πει η πράξη: την εποχή του πρώτου δίσκου διασκεύαζαν τα αδιασκεύαστα – εκεί τσίμπησαν οι πρώτοι υποψιασμένοι. Για παράδειγμα το ‘Shhh’ του Miles Davies ή το ‘If you want me to stay’ του Sly Stone – ιερά της ορθοδοξίας κειμήλια. Πρέπει όμως να σταθούμε στις συμμετοχές που δηλώνουν στα μαζικά διασκευαστήρια – άλλος ένας καθρέφτης των μουσικών ειδών που θέλουν ενσωματώσουν στο λαμπρό τους μέλλον ή που το έχουν κάνει ήδη κι εμείς μόλις τώρα το καταλάβαμε. Πρώτη επιλογή υπήρξε φυσικά ο D. Bowie, στο tribute ‘Crash Course for the Ravers’, με το ‘The Sun Machine (Memory of a Free Festival)’. Μετά ο … James Brown (‘Superbad at 65 – A Tribute to James Brown’) με ένα απρόσμενο ‘It’s a man’s man’s man’s world’. Και, τέλος, κάτι για κάποιον άλλον Rev – συγκινούμαι. Συμμετέχουν στο ‘Your invitation to Suicide. A tribute to the songs of Martin Rev and Alan Vega’ με τον ύμνο ‘Bring in the year 2000’. Όχι ως Mercury Rev αλλά ως Zenith, που ήταν οι Donahue και Grasshopper, μαζί με τον J. Ashton των … Psychedelic Furs και … Rick Ocasek των Cars (Για τον τελευταίο δεν αιφνιδιαζόμαστε – εδώ μιλήσαμε για Chicago, οι Cars θα μας ξένιζαν;). Ιδιαίτερη είναι η σχέση τους με πολλά άλλα σχήματα όπως π.χ. με τους Chemical Brothers: ο Johnathan έπαιξε στο ‘Private Psych Real’ από το «Dig your own hole’, αλλά και στο ‘Dream On’ του ‘Surrender’, που άλλωστε συ-συνέθεσε. Για να μη μιλήσουμε για τα ρημίξ που επιλέγουν να μαγειρέψουν από φιλικά και μη σχήματα.

Μας φτιάχνετε στα γρήγορα ένα best;

Όχι.

Δημοσιευμένο στο αφιερωματολόγιο του mic.gr [18/02/2002], εδώ.

Τέσσερα από την Βιντεοθήκη: Tonite It Shows, Endlessly, Godess On A Highway, Everlasting Arm [κι αυτό σε διαφορετική εκτέλεση, από σέσσιον του Peel].

Η μουσική των Γάλλων

Αφιέρωμα

Η κόλαση είναι οι άλλοι (Jean Paul Sartre). Η κόλαση είναι οι Γάλλοι (Δημήτρης Καλοκύρης). Οι Γάλλοι είναι άλλοι (Εμείς, παρακάτω).

Με αφορμή το Euro του 2008 το mic.gr σκάρωσε συλλογικό αφιέρωμα στη αγαπημένη μας μουσική από τις συμμετέχουσες χώρες. O Πανδοχέας επέλεξε την Γαλλία και, όπως πάντα, η καταγραφή δεν αποτελεί αντικειμενικό οδηγό στη μουσικής τη αλλά απόλυτα προσωπική – ημερολογιακή περιδιάβαση. Κοινώς περιλαμβάνει μόνον ό,τι αγαπήσαμε. Εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος της αρχικής δημοσίευσης. Όλο το αφιέρωμα (16 χώρες) εδώ.

Il y avait quelque temps… Ακριβώς 30 χρόνια πριν: Ιούνιος 1978. Ο πρώτος έρωτας με την Γαλλία πέρασε μέσω της Εθνικής της Ομάδας στο Μουντιάλ της Αργεντινής (με το αξέχαστο  μουσικό σήμα και την τραγική δικτατορική συγκυρία – τα έχουμε γράψει ψευδομυθοπλαστικά εδώ). Θυμάμαι το πρώτο γκολ της διοργάνωσης και το γρηγορότερο της μέχρι τότε δεκάχρονης ζωής μου. Μέσα στα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα του αγώνα ο Σιξ (ή Σις;) πέρασε τους πάντες από τα αριστερά και σέντραρε κατευθείαν στο στήθος του Λακόμπ και στην υπόληψη του Τζοφ. Στο τέλος η Ιταλία νίκησε με 2-1 αλλά ακόμα θυμάμαι την μουσικότητα ονομάτων όπως Ροστώ, Μπερτράν – Ντεμάν, Πλατινί.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Ισπανίας σπατάλησα τον τελευταίο πόνο για την Γαλλία στο άδικο 3-3 του ημιτελικού με τη Γερμανία, τότε που ο ανήθικος Σουμάχερ συνέτριψε δόλια τα πόδια του Μπατιστόν. Τι διαφορά! Ο Ζιρές ούρλιαζε στο γκολ του, ο Ρουμενίγκε με δυσκολία χαμογελούσε στο δικό του στην γνωστή διαφορά ψυχισμού μεταξύ των συναισθηματικών αντιδράσεων των δυο χωρών. Οι καιροί άλλαξαν, τα πρόσωπα των Τρικολόρ σκούρυναν (σε μια δίκαιη απόστροφο της ιστορίας), ο παμπάλαιος πλην αίγλιος Κήπος των Πριγκήπων (Parque de Princes) γκρεμίστηκε. Ξεκαρδιζόμασταν με την ασυμβατότητα γαλλικής γλώσσας και ροκ ήχου (κυκλοφόρησε κι ένα σχετικό αξίωμα). Δεν γίνεται να ροκάρεις με ηλεκτρική κιθάρα λέγοντας τγέ ζολί: αυτόματα ερχόταν στο νου ο Τάκης Μηλιάδης. Αλήθεια, τίνος ιδέα ήταν να έρθουν οι Telephone στο Rock in Athens του ’85, υποχρεώνοντάς μας σε φρικτό «γαλλικό ροκ;» Ήταν το τελειωτικό χτύπημα: άλλαξα κερκίδα, κι άρχισα να υποστηρίζω Ricardo Fogli, Eugenio Finardi, Antonello Venditti, καταλαβαίνετε…

Οι πένες του mic έχουν ήδη καλύψει ορισμένες κατηγορίες κορυφαίων γαλλικών ονομάτων, συνεπώς δεν έχει νόημα να ξαναγράψουμε για την διαχρονικότητα του πρωταθλητή της κατηγορίας «Γαλλικό Αρσενικό» Serge Gainsbourg, την επιδραστικότητα των Αρχόντων των Πλήκτρων Air και Daft Punk, την πολυμουσικότητα των Stereolab, ούτε για το πιο αγαπημένο ηλεκτρονικό σχήμα των τελευταίων χρόνων, M83 (βλ. εδώ κι εδώ).

1. Michel Polnareff

Ο καλύτερός μου. Αυτός ο εξαίρετος συνθέτης – τραγουδιστής είχε την ατυχία να συνδυάζει ευαισθησία και εκκεντρικότητα, στοιχεία ασυγχώρητα σε κάθε πολιτισμό και επικίνδυνα για κάθε ψυχισμό όταν συνδυάζονται.  Έτσι ο Πολναρέφ ξεκίνησε με αθώα ποπ του ’65 αλλά τρωγόταν να εμφανίζεται με εξωφρενικά ρούχα. Άρχισε να επηρεάζεται από τα αρνητικά δημοσιεύματα του Τύπου και, με αποκορύφωμα μια επίθεση που δέχτηκε πάνω στη σκηνή, νοσηλεύτηκε με κατάθλιψη. Την ίδια εποχή ο μάνατζέρ του αυτοκτόνησε (ελπίζω για άλλους λόγους), το ’72 πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο για κάτι γυμνές του αφίσες και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε ένα χρόνο μετά, όταν, βρισκόμενος σε τουρνέ, έμαθε τις συνέπειες της λάθος επιλογής οικονομικού συμβούλου: δεν είχε μείνει απλώς άφραγκος αλλά και όφειλε του κόσμου τα λεφτά στο γαλλικό κράτος. Συνεπώς δε μπορούσε να επιστρέψει και έμεινε στην Αμερική για μια δεκαετία (να το ονομάσουμε οικονομική εξορία;), όπου κι άρχισε μια δεύτερη καριέρα, κυρίως γράφοντας σάουντρακ. Δηλαδή αυτές οι αγαλλιαστικότατες μελωδίες (ιδίως τα Theme Myosotis/Theme d’ amour από το La folie des grandeurs και οι παραλλαγές τους) βγήκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες; Incroyable!

Στη Γαλλία καθ’ όλα τα χρόνια της απουσίας του δε σταμάτησαν να τον ακούνε. Επέστρεψε θριαμβευτικά (και εξοφλητικά) αρχίζοντας δεύτερη καριέρα με το Kama Sutra (1990). Θα πρότεινα δυο τρόπους για να μπείτε στον κόσμο του. Ο πρώτος είναι έμμεσος, μέσω των αγαπημένων μας Residents, Peter Hammill, Nick Cave, Blaine Reininger, Pulp, Marc Almond, Saint Etienne, Steven Brown, Pizzicato Five που με άλλους έφτιαξαν ένα ωραίο Tribute γύρω στο 2000. Ο δεύτερος είναι να ξεκινήσετε από τα γητευτικά Viens te faire chahuter, Ou est la tosca και βέβαια το μνημειώδες 69άρι Dans la maison vide, τα Le rois de Fourmis, L’ oiseau de nuit, Tout tout pour ma cherie  και μετά ….δεν υπάρχει επιστροφή. Με τον Πολναρέφ όλοι πάμε στον παράδεισο.

2. Space, Didier Marouani

Γύρω στο 1977 ο κημπορντίστας Didier Marouani φτιάχνει τους Space (καμία σχέση με τους poppers απ’ το Λίβερπουλ του 1995) και γράφει τα τραγούδια τους (ναι, αυτός είναι ο μυστηριώδης Ecama). Από το μοσχοπουλημένο Magic Fly του ’77 μέχρι το όνομα-και-πράμα Symphonic Space Dream του 2002 (με άλλους 3 δίσκους ενδιάμεσα, μερικά φαντασμαγορικά live και τις κυκλοφορίες του πρότζεκτ Paris-France-Transit) οι Space έφτιαχναν δίσκους ηλεκτρονικής – αστρικής πλοήγησης στο Γάμμα του Ωρίωνα, στο οπισθόφυλλο των οποίων μετά την λίστα των τραγουδιών ακολουθούσε και λίστα των …. συνθεσάιζερ (TRITON PRO X, AKAI 6000, SUPERNOVA (NOVATION), ROLAND SUPER JD κ.ά, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε!).

Όμως είναι το 1987 που ο Marouani συνθέτει έναν εκπληκτικό δίσκο με πομπώδεις διαστημικές μελωδίες και κάποια χορωδιακά φωνητικά, το Space Opera, που κάποτε μου έφεραν σε κασέτα, έκτοτε το έψαχνα μανιωδώς και το βρήκα 20 χρόνια μετά από μια soulseeker στην άλλη άκρη του πλανήτη. Σ’ ευχαριστώ Tokyo Rose, όπου κι αν βρίσκεσαι. Επική λεπτομέρεια: για πρώτη φορά συνεργάστηκαν χορωδίες από δυο όχι ιδιαίτερα φιλικές μεταξύ τους χώρες (Harvard University Choir – Red Army Choir) και το συνέπαιξαν το ’90 σε ένα laser light show στην Κόκκινη Πλατεία. Δείγματα της Διαστημόπερας στο ακουστήριο, στο τέλος του κειμένου.

3. Vietnam Veterans, Vietnam Chain, The Thyrd Twin, Gitanes

Ανήκουν στη γνωστή κατηγορία «Άντε ρε, Γάλλοι ήταν αυτοί;», που υπάρχει σε όλες τις εθνικές συνάξεις. Ολόκληρη η συναστρία του απερίγραπτου Mark Enbatta και των υπόλοιπων παρακλαδιών των VV (για τους οποίους έχω πολλάκις εκφραστεί) υπήρξε μοναδική περίπτωση στα χρονικά της αλσατικής, νορμανδικής και εν πάσει περιπτώσει φράγκικης ροκ γεωπολιτικής. Εξαιρετική στόφα ψυχεδελικής μουσικής με εντελώς άσχετα επικά πλήκτρα, ενίοτε. Ήταν και παραμένει η αγαπημένη μου ψυχεδελο-γκαραζόμπαντα.  Κορυφαίος δίσκος: Ancient Times (Music Maniac, 1986). Eυφρανθείτε με Let it rain, Next year και Crying.

Κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι πως πρόκειται για Γάλλους, αν ήθελαν να το κρύψουν. Ηχογραφούσαν σε Γερμανική εταιρεία και οι επιρροές τους μόνο γαλλικές δεν ήταν. Ένας γαλλομαθής βέβαια θα διέκρινε μερικές πινελιές: το Susmoala beat, ας πούμε, τίτλος δίσκου των Vietnam Chain, αν το προφέρεις γαλλικά και το κόψεις σε τρεις λέξεις σημαίνει ασεμνολειχία, ενώ στο λάιβ τους (με εξώφυλλο έναν μπιντέ γεμάτο αρακά) αναγγέλλουν το Curanderos γαλλιστί (κουγα-ντεγός). Μετά αρχίζει ο Μαρκ να τα χώνει στους ντήλερς του: Εμπρός κομπογιαννίτες, πάρτε τα λεφτά μου, φέρτε μου μανιτάρια… Στο συγκλονιστικότερο τραγούδι τους προμηνύουν την πτώση, για άλλη μια φορά. Όχι την δική τους, αλλά την δική μου: You’ re gonna fall (one more time).

4. Laurent Garnier

Πρώην μέλος της Γαλλικής πρεσβείας στην Λόντρα (σοβαρολογώ). Το χαρμάνι του βγήκε από τέσσερα υλικά καλής ποιότητας: μελωδικό deep house, σκληρό Detroit techno, 80άρικο acid/trance και jazz. Από τις νύχτες του Μάντσεστερ (που το έκανε να ζήσει μια τελευταία ιστορική αναλαμπή μέσω …. Αμερικάνικου house) μέχρι την ίδρυση της F Communications (με ορισμένα εξαιρετικά στο είδος του ελπάκια), ο Λαυρέντιος Γκαρνιερίτσας σφράγισε έναν ήχο κυρίως με τα Unreasonable Behaviour (2000) και Cloud Making Machine (2005). Ύμνος το Last tribute from the 20th century από το πρώτο. Τελευταία στην F έχουν ένα εξαιρετικό (ελληνικό) Κουκλάκι.

5. MC Solaar

Ο εκ Σενεγάλης Claude M’Barali δεν είναι απλώς η πιο αξιομνημόνευτη μούρη στον χώρο του, αλλά εκείνος που ξεχείλωσε όσο έπρεπε τα σφιχτά όρια του hip hop και του rap. Σπαταλήθηκε χωμένος σε διάφορα Jazzmatazz, μας αιφνιδίασε υπογείως με μερικές απρόσμενες «εμφανίσεις» σε δίσκους που δεν το περιμένεις, και δε χρειάζεται να φτάσει τη δεκάδα δίσκων (θέλει ακόμα 2-3 ακόμα) για να μας πείσει πως τα μιλητά του φωνητικά έχουν περισσότερο ψωμί από δεκάδες φιλοσοφικές μπροσούρες μαζί.

6. Bertrand Burgalat

Ιδιόμορφος παραγωγός που διέκρινε την διακαή επιθυμία της Γαλλίας να αποκτήσει και τον αρσενικό της B.B. Λάτρης των ανάλαφρων 60s της μεσογείου αλλά και της αστικής ψυχεδέλειας, άρχισε να συνθέτει έχοντας στο νου του ως ιδανικούς ερμηνευτές τους την France Gall και την Brigitte Fontaine, έχοντας πρώτα λιώσει … Ravel και Kraftwerk. Στα 25 του είχε κάνει την παραγωγή του Let it Be των … Laibach και αργότερα έφτιαξε τη δική του εταιρεία (Tricatel) για να πλημμυρίσει την αγορά με το φουτουριστικό retro-chic που του αρέσει – εκεί τσίμπησε συνεργασία ακόμα και με τον… συγγραφέα Jonathan Coe! Η μουσική του σήμερα δεν διαφέρει από τον απανταχού lounge πολτό αλλά ενίοτε μας φιλοδωρεί με φοβερά μαργαριτάρια. Με 6 δίσκους μέχρι σήμερα, διαλέξτε το πρώτο από τον πρώτο του (The Ssssound of Mmmusic του 2000), το Aux Cyclades Electroniques – ιδανική υπόκρουση ελληνικής καλοκαιριάτικης τσόντας …αν και το Ok Skorpios προδιαθέτει περισσότερο ως τίτλος. Αν είστε περισσότερο του ρομαντικού έρωτα, τελειοποιήστε τον με το L’ observatoire.

7. Sebastian Tellier

Με εμφάνιση που συνδυάζει Sky Saxon, Ντέμη Ρούσσο, και Γιάννη Καραλή, με αμφιλεγόμενες εμφανίσεις οδηγώντας παιδικό αυτοκινητάκι με πεντάλ ξέρετε πού, με συνεργασίες και τουραρίσματα μαζί με Air και Daft Punk, πού να προλάβει να βγάζει δίσκο κάθε χρόνο; Ανά 3-4 χρόνια και σύντομα είναι. Ορισμένοι τον γνωρίσατε απ’ το Fantino του Lost in translation, ορισμένοι άλλοι απ’ το κλασικοποιημένο Ritournelle. Όμως περισσότερο απ’ το φετινό Sexuality και το προ τετραετίας Politics, προτιμήστε την πρώτη του κυκλοφορία L’ incroyable Verite του 2001. Περισσότερο αγνό, περισσότερο αφηρημένο (ambient).

8. Sebastian Schuller

Δεύτερος Σεβαστιανός πληκτροφόρος, περισσότερο αποδοτικός (ένα δίσκο – ένα αριστούργημα), ένας πανέξυπνος συνθέτης ηλεκτρονικού αιθέρος, κυρίως ινστρουμενταλίων, Ακούστε ή ξανακούστε το Happiness ξεκινώντας απ’ τα 1978, Where We Had Never Gone και Donkey Boy. 2o δίσκο αν δε μπει το 2009 δε βγάζει. Υπάρχει πιο τεμπέλης απ’ αυτόν; Ευκολότερο είναι να απαντήσω ποιος είναι ο λιγότερο τεμπέλης σ’ αυτή την ομάδα, ο…

9. Hector Zazou

Παρά τον αχανή και άνισο κατάλογό του (δισκογραφεί ασύστολα από τα μέσα των 70s), όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχει περίπτωση δίσκος του Έκτωρα να μην ακούγεται με ενδιαφέρον. Στη χώρα μας τιμήθηκαν ιδιαίτερα οι Γεωγραφίες και Γεωλογίες του (Geographies, Geologies), η συνεργασία με τον Harold Budd στο Glyph, και ορισμένοι δίσκοι – πολυεθνικές, όπως τα Sahara Blue (με John Cale, τα βασικά μέλη των Dead Can Dance Minimal Compact κ.ά. – 1992), Songs from the cold seas (με John Cale, Bjork, Siouxsie, Suzanne Vega κ.ά – 1994) και Strong Currents (με Laurie Anderson, Jane Birkin, Lisa Germano κ.ά. – 2003).

10. Magma – Gong

Τα Γαλλικά 70s δεν είχαν μόνο Λουί Ντε Φινές και Μπουρβίλ· τουλάχιστο δύο σπουδαία freak – kraut rock σχήματα αντάλλαζαν σιλβουπλέ και μερσί: οι Gong και οι Magma. Σημαντικότερη στιγμή των (για μένα καλύτερων) δεύτερων υπήρξε το προχωρημένο Mekanik Destruktiw Kommandoh (1973), όπου ο Christian Vander δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τον ήχο τους, με τζαζ, γκόσπελ και χορωδιακά μέρη να ταιριάζουν με τις φωνητικές δυνατότητες (και τις παραληρηματικές λέξεις) του Klaus Blasquiz.

11. Les Rita Mitsouko

Εκκεντρικό ζεύγος των Fred Chichin / Catherine Ringer που γνωρίστηκαν ως μέλη μιας θεατρικής παράστασης και αυτοκόλλησαν pour toujours, οπότε γιατί να μη φτιάξουν και μια μπάντα; Αδύνατο να μπει τρίτος ανάμεσά τους, συνεπώς είχαν τα πάντα προηχογραφημένα. Το κοινό τους τραγούδισμα στο μπάνιο έγινε ζευγαρίσιος ύμνος (Singing in the shower). Ο Jean-Luc Goddard φίλμαρε τις ετοιμασίες του δεύτερου δίσκου τους The No Comprendo, ενώ το 1987 την έκαναν για Νέα Υόρκη κι έγιναν φίλοι και συνεργάτες (στο Marc et Robert LP) με τους Sparks (τους οποίους άλλωστε αντέγραφαν). Σήμερα δε τους ακούμε πολύ, μας καλύπτουν οι Xaxakes. Aναπόσπαστη του ήχου τους μουσική πληροφορία: η  “Rita” / Catherine Ringer είχε πάρει μέρος σε καμιά εικοσαριά γαλλικές πορνοταινίες απ’ το 1976 έως το 1982.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Φραντσέζες τραγουδιάρες: Edith Piaf, Juliette Greco, Dalida, Francoise Hardy

Οι πρώτες δύο δε μου λένε τίποτα, γιατί δεν είμαι ο πατέρας μου αλλά ο γιος του. Τις αγάπησα πολύ εκ των υστέρων (το πολύ πάει και στο αγάπησα και στο εκ των υστέρων), αλλά δεν τις βίωσα. Την τρίτη την θυμάμαι στην κρατική τηλεόραση, όπου έκπληκτος έβλεπα τον κόσμο στις συναυλίες της να είναι καθιστός και στο τσακίρ κέφι να χτυπάει ρυθμικά παλαμάκια. Αργότερα σταμάτησα να αντιμετωπίζω με υψωμένο φρύδι τα στραφταλιστά της μάξι, διάβασα την ιστορία της, με αποπλάνησε και το σπαρακτικό Les clefs d’ amour. Αυτοκτόνησε με βαρβιτουρικά το 87 στην ηλικία των 54. Έκτοτε την ακούω συχνά. Το περιοδικό Οδός Πανός της σκάρωσε ένα ωραίο αφιέρωμα πριν λίγα χρόνια. Η Hardy υπήρξε πολύ γαλλίδα για να ασχοληθούν μαζί της όσοι αγάπησαν τα 60s και πολύ 60s για να ασχοληθούν μαζί της όσοι ψάχνονται με τα Γαλλικά. Μας έμαθε βέβαια την τέχνη του dire adieu. Όμως οι Blur με το γνωστό ντουέτο (To the end) της έδωσαν μια μίνι δεύτερη αναλαμπή. Iδού Les comedies des grandes amours!

Φραντσέζοι τραγουδιάροι: Serge Gainsbourg, Gilbert Becaud, George Brassens, Georges Moustaki, Joe Dassin, Yves Montand, Charles Aznavour

Αγέραστα μελλουροειδή αιλουροειδή της σκηνής όλοι τους, ιδανικοί υποκρούστες αποπλανήσεων και κόκκινων κρασοκατανύξεων. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, χαιρόμαστε τον Charles Trenet στο La mer αλλά πλέον βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο. Προσωπικά λιώνω με το Salut του Ντασέν, ίσως επειδή έφυγε στην ηλικία που θα έχω σε δύο χρόνια, ίσως για το στίχο Υπήρχε μια φορά κάποιος/ κάποιος που γνώριζες καλά. Και να σκεφτεί κανείς πως ο αντίστοιχος δικός μας είναι ο Πάριος. Όλες αυτές οι μορφές έχουν την ιστορία τους και ακούγονται μέχρι και σήμερα σε μια βροχερή μέρα ρομαντικής διάθεσης, αρκεί να μη μας γίνει συνήθεια. Κανείς τους πάντως δεν έφτασε τον παροικούντα τον Σηκουάνα κυρ Jacques Brel, Βέλγο μεν τυπικά, βαθύτατα Γάλλο δε ουσιαστικά. Αναρωτιέμαι τι μουσική να άκουγε ο Ηλίας Πετρόπουλος όταν μοιραζόταν τα κρασιά του με τους κλοσάρ του Σηκουάνα. Ή τι μουσική θα ταίριαζε την στιγμή που σκόρπιζαν στις στάχτες του, όπως ζήτησε, στους υπονόμους του Παρισιού. Ελπίζω όχι τα πολυαγαπημένα του ρεμπέτικα. Kορυφαίος, ερωτικότερος, αλητότερος, ικανότερος συνθέτης κι ακόμα περισσότερο ζήστης της ζωής, ο Serge αναμένει τη σειρά του στα κινηματογραφικά μας όνειρα και στα μελλοντικά μας αφιερώματα.

Σκοταδιστές: Art Zoyd, Clair Obscur, Die Form

Οι δύο πρώτοι αποτελούν σχήματα που θα άξιζε να ακούσει κάθε νέος λατρ οιουδήποτε dark παρακλαδίου… Αμφότεροι έπαιξαν με τα όρια της ίδιας της post – οτιδήποτε μουσικής· οι μεν πρώτοι στα σύνορα με την πειραματική, κλασική, jazz και progressive μουσική – ακούστε τα Berlin (1987) και Faust (1995) αλλά και την εκδοχή τους για το Metropolis του F. Lang (2002)· οι δε δεύτεροι σε όλες τις εκφάνσεις του dark, coldwave, death, ethereal ήχου, αποτελούν προσωπική αδυναμία και προτιμώ να μη διαλέξω δίσκο αλλά περίοδο: 1985-1995. Οι τρίτοι αποτελούν αμφιλεγόμενη πλην ενδιαφέρουσα περίπτωση, δίνοντας βάρος σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο σε εικόνα, στιλ και πρόκληση. Όλοι τους έδωσαν μεγάλο βάρος στα πλήκτρα (καθόλου αυτονόητο τότε), πειραματίστηκαν μέχρι και στις φωνές, και ακόμα και μέσα τα ερέβη έφτιαχναν φοβερές μελωδίες.

Ψηφιακοχορευτικές Ποπ και Ψευδοπόπ: Etienne de Crecy, Alex Gopher & σία

Από τα μεσοτέλη των 90s κι έπειτα, η Γαλλική house και ευρύτερη ψηφιακή σκηνή αγγίζει με τον ίδιο τρόπο τη λατρεία του ηλεκτρονικού ήχου (Air etc.) και την απέραντη μαγιά του μετρονομημένου χορευτικού ήχου που άφησαν τα 80s. Ακόμα κι αν γλιστρούσε ακόμα πιο ντίσκο, εεε πίσω εννοούσα, όπως ο (πολιτογραφημένος Γάλλος) Dimitri from Paris. Ο δαιμόνιος γαργαλιστής πλήκτρων και μικτών Etienne de Crecy, τα διάφορα παρακλάδια του(ς) ονόματι Motorbass, La Chatte Rouge, Cassius ή Super Discount και όλοι οι ντανσάδες που τον/τους ακολούθησαν (όπως και ο φίλος του και περισσότερο στιλίστας Alex Gopher) κατάφεραν να κάνουν τους Γάλλους να χορεύουν περισσότερο κι απ’ τους Κουβανούς αλλά και να φτιάξουν πλουμιστή χορευτική μουσική που μπορείς να την ακούς και ακίνητος.

Γάλλοι χωρίς σύνορα: Mano Negra, Manu Chao, Negresses Vertes

Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστεύεστε, γιατί δίνουν το μαυρότερο μαύρο κι η τάξη μας είναι των προχωρημένων δεν χρειάζεται να προχωρήσει στα αυτονόητα, η μαύρη ύλη είναι γνωστή.

Διεθνείς: Jean Michel Jarre, γνωστός. Ο πιο ενδιαφέρων όμως δίσκος του είναι άγνωστος: το Music for Supermarkets, ηχογραφημένο σε ένα μοναδικό αντίτυπο, φυλαγμένο σε μουσείο και παιγμένο άπαξ δια παντός στο ραδιόφωνο. Louis Philippe (κοινώς Philippe Auclair) εγκληματικά άγνωστος. Οκ, με Λονδρέζικο ήχο – άλλωστε κύλησε ως τέντζερης και βρήκε το καπάκι που γράφει el – αλλά έχει σκαρώσει ένα από τα ποπ κομμάτια των 80s: You mary you. Η γλώσσα της κινηματογραφικής μουσικής είναι επίσης παγκόσμια. Η μουσική του Maurice Jarre π.χ δεν είναι περισσότερο γαλλική από άλλων μη Γάλλων συνθετών. Όμως η πιο αυθεντικά γαλλική δυαρχία της σινικής γραφής αποτελείται από τους Michel Legrand – Vladimir Cosma. Πολυγραφότατοι, καλύπτουν επαρκώς τα 60s μέχρι τα 80ς με εργογραφία που αξίζει ένα πέρασμα. Εξαιρετικοί σινεσυνθέτες και οι Eric Demarsan και Philippe Sarde. Όλοι θα τιμηθούν με γλυκόλογα στη μελλοντική μας στήλη για το κορυφαίο είδος της κινηματογραφικής μουσικής.

2 από ταυ:

Οι Tahiti 80 φτιάχνουν ευκολοχώνευτη πο-πίτσα: υστερούν στις συνθέσεις, όμως η χαρακτηριστική φλωρίστικη φωνούλα του Xavier Boyer είναι ό, τι πρέπει για τις ανάλαφρες βόλτες στον πεζόδρομο της εφηβικής σας πόλης. Ακούστε το The train από το Wallpaper for the soul (2002) για να καταλάβετε τι εννοώ. Τελευταία έχασαν κάθε έμπνευση, τουλάχιστο σκιτσάρουν ακόμα νοσταλγικά εξώφυλλα. Οι Telepopmusik τηλεποπάρουν από το 1989 και μετά, αλλά έχουν γραφτεί στα κατάστιχά μας με δυο μόνο δίσκους, τα Genetic World (2001) και Angel Milk (2005). Ίδιες περιοχές, σαν μια μίξη Lali Puna και Hooverphonic.

(εγκ)Λήμματα μελλοντικής γαλλομουσικής εγκυκλοπαίδειας

Les Thugs, La Muerte, Astronettes, Fixed Up, Dazibao, Big Sleep, Corpus Delicti, Daniel Darc, Trop Tard, Ausweis, Baroque Bordello, Jad Wio, Kas Product, Les Provisoires, Les Vampires, Marquis De Sade, Odessa, Persona Non Grata, Specimen, Vox Populi!, Norma Loy, Octobre, Rise And Fall Of A Decade. Ακόμα, μέσα στο διαδικτυακό χάος ένα french-new-wave που περιλαμβάνει πλήθος ονομάτων, χωρίς κριτικές, αλλά με δισκογραφίες (που δεν μου φάνηκαν πλήρεις) αποτελεί ένα ξεκίνημα για όποιον (έχει) αποκτήσει φετίχ με τον γαλλικό ήχο.

Μη Γάλλοι τιμητές των Γάλλων:

Όταν ο Blaine Reininger τραγουδούσε το 1985 για το φθινοπωρινό Παρίσι, στοιχημάτιζες πως ήταν κάτοικος των Ηλύσιων Πεδίων και συνέθεσε το άσμα σε μια απογευματινή του βόλτα υπό το κρατς των πεσμένων φύλλων (Paris En Automne). Όταν ο David Thomas έφτιαξε ένα από τα πλέον αδικημένα ροκ σχήματα, τους Pere Ubu (Βασιλιάς Υμπύ, από το έργο του Αλφρέντ Ζαρρύ) δεν ήξερε πως εδώ στην Ελλάδα θα τους προφέραμε Πέρε Ούμπου. Καλύτερη τύχη είχαν οι Poesie Noir, όπου ευτυχώς δεν τους προσφωνούσαμε Ποεσίε Νοΐρ. Και τον καλύτερο δίσκο τιμής για Γάλλο συγγραφέα έβγαλε η παρέα της Crepuscule το 1988, με Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά: το Hommage a Duras, ήταν μια άψογη μουσική ανάγνωση της αξιαγάπητης συγγραφέως Μαργκερίτ Ντυράς.

Ακουστήριο Διαστημόπερας: ΈναΤρία, Επτά, Οκτώ. Σώστε τις ψυχές μαςΑναχώρηση.