Συλλογικό – 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος. Το έργο. Η εποχή. (Επιμ.) Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δεκαοκτώ σπουδές στο μαύρο και ισάριθμες σπονδές στον εξιχνιαστή του

Το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τα swinging 60s, η γαλλική nouvelle vague, το miracolo italiano: οι τέσσερις κυρίαρχες εκδοχές της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη των τελών της δεκαετίας του ’50, σε συνδυασμό με την διάδοση του «αμερικανικού ονείρου» επουλώνουν τα τραύματα της Ευρώπης, ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί από τις δικές της καταστροφές, πάντα μοιρασμένη σε «Ανατολή» και «Δύση». Σε αυτές τις συνθήκες γράφει ο Γιάννης Μαρής κι αυτό ακριβώς είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του, όπως γράφει ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος στο δικό του Hommage στον Γιάννη Μαρή.

Εδώ ο επιμελητής του τόμου συντάσσει ένα πλήρες διάγραμμα της περίπτωσης Μαρή: ένας δημοσιογράφος που εισέρχεται ως «ξένο σώμα» στους συγγραφείς, που μεταλαμπαδεύει το «αστυνομικό» στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά και το εγκαθιδρύει συγγραφικά και κινηματογραφικά, που εντοπίζει έναν εγχώριο κοσμοπολιτισμό και χαρτογραφεί εκ νέου την πόλη με ένα «χρονοτοπικό» σύστημα, διαγράφει τις εμφύλιες διαμάχες και «επιστρέφει» στην σκοτεινή περίοδο της Κατοχής και ακόμα αναδεικνύει το δράμα των Ελλήνων Εβραίων.

Μα οι «νεωτερισμοί» του Μαρή δεν σταματούν εδώ: Ο επιθεωρητής Μπέκας μπορεί να συγκριθεί ισότιμα με ξένους συναδέλφους, κυρίως τον Μαιγκρέ του Σιμενόν αλλά και τον υπαστυνόμο Κολόμπο εκ των υστέρων. Στο έργο του ενσωμάτωσε ολόκληρη την ποπ κουλτούρα της εποχής αλλά και στοιχεία pulp fiction, αποϊδεολογικοποίησε τους διωκτικούς μηχανισμούς, «στοχοποίησε» το μικροαστικό νοικοκυριό και όχι τους συνήθεις υπόπτους περιθωριακούς. O Πέτρος Μάρκαρης στις «σημειώσεις πάνω στο φαινόμενο «“Γιάννης Μαρής”» γράφει για την ατυχία του συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματά του σε λάθος τόπο και χρόνο αλλά και εστιάζει στην διάρρηξη μιας παράδοσης, της μέχρι τότε καθιερωμένης μορφής του αγγλικού αστυνομικού, του «whodunit», όπου ο ντετέκτιβ έλυνε το μυστήριο μέσα από μια διανοητική διαδικασία, ενώ ο αναγνώστης τον ακολουθούσε ασθμαίνοντας από τις διάφορες παγίδες. Τώρα ο Μαρής επιλέγει ως ήρωα έναν αστυνομικό και όχι ντετέκτιβ · όχι έναν ιδιοφυή ή ιδιόρρυθμο εξιχνιαστή αλλά έναν απλό, μικροαστό επαγγελματία που κάνει την δουλειά του με ένα αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Άγγελος Τσιριμώκος γράφει τον πατέρα του Γιάννη Μαρή, ο Ριχάρδος Σωμερίτης για τα πρώτα χρόνια του συγγραφέα στην εφημερίδα Μάχη, ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης θυμάται την γνωριμία τους, η Αθηνά Κακούρη επιχειρηματολογεί για την ανάγκη μας για έναν τέτοιο συγγραφέα, ο Φίλιππος Φιλίππου ερευνά τις δημοσιεύσεις του στα λαϊκά περιοδικά Οικογένεια, Πρώτο και Θεατής, ο Βασίλης Βασιλικός τον τοποθετεί «ανάμεσα στον Σιμενόν και τον Καμιλλέρι», ο Νίκος Μπακουνάκης αναρωτιέται πού τελικά ανήκει, ο Στράτος Μυρογιάννης προβαίνει σε μια σπουδή σε ονόματα και χαρακτήρες,  ο Νίκος Βατόπουλος μας ξεναγεί στην Αθήνα του Γιάννη Μαρή, η Νίνα Κουλετάκη μας γνωρίζει τις γυναίκες του έργου του, ο Σταύρος Πετσόπουλος καταγράφει την εκδοτική περιπέτεια των επανεκδόσεων του έργου του στις εκδόσεις Άγρα, οι Τεύκρος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ράγκος, Αναστάσης Σιχλιμήρης και Loic Marcou προσθέτουν τις δικές τους οπτικές πάνω σε ιδιαίτερες πλευρές του έργου του.

Επιστρέφω στον φόρο τιμής του Καλφόπουλου για να τονίσω τις πολλαπλές αναγνώσεις του Μαρή. Σε ένα πρώτο φιλολογικό πλαίσιο ο Μαρής έγραψε ευτελή λογοτεχνία, με γλώσσα απλή και πλαίσιο μανιχαϊστικό. Από την σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας οι αφηγηματικές στρατηγικές είναι εξίσου απλές, με το noir στοιχείο να είναι προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς δηλαδή τον αμερικανικό πρότυπο του σκληροτράχηλου ήρωα – ντετέκτιβ. Από ιδεολογική άποψη ο συγγραφέας υπηρετεί ένα «παρακμιακό» είδος και αποποιείται την μήτρα της Αριστεράς από την οποία προέρχεται, καθώς γράφει στον συντηρητικό Τύπο.

Αλλά πέρα από αυτά ο Μαρής συνδιαμόρφωσε σημαντικά στον χώρο του Τύπου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου την δημόσια σφαίρα της εποχής, επαναδημιούργησε με μοντέρνο τρόπο ένα υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, όπου μάλιστα συνδύασε την ελληνοκεντρικότητα με τον κοσμοπολιτισμό, και ψυχαγώγησε ως πρωτοπόρος για τα δεδομένα της ελληνικής pulp fiction της εποχής ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Και όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο δικό του κείμενο, ο Μαρής, αυτός ο αστείρευτος ως προς την πλοκή και απόλυτα ταυτισμένος με την εποχή του συγγραφέας, κατάφερε εκτός των άλλων εν μέσω πολιτικής θύελλας και πολιτικών παθών να αποκλείσει από την καθημερινότητα των ηρώων την «πολιτική» του αλλά όχι και από την ηθική τους υπόσταση.

Εκδόσεις Πατάκη, 2016, σ. 198. Στο Παράρτημα περιλαμβάνονται ανέκδοτα τεκμήρια (φωτογραφίες, χειρόγραφα και δακτυλόγραφα) από το αρχείο του συγγραφέα και το οικογενειακό αρχείο του γιου του, Άγγελου Τσιριμώκου.

Στην τελευταία φωτογραφία, το κέντρο της Αθήνας, προσφιλές σκηνικό του Γιάννη Μαρή, σε φωτογραφία του Ιάσονα Αποστολίδη, αρχές της δεκαετίας του ’50.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 218.

(δε)κατα, τεύχος 49 (άνοιξη 2017)

Λογοτεχνικές περιθάλψεις. Γράφουν 35 ιατροί και φαρμακοποιοί, ψυχής τε και λόγου θεράποντες

Πιστά στα πρωτότυπα αφιερώματα, τα τρέχοντα (δε)κατα προσκαλούν γιατρούς και φαρμακοποιούς, κοινώς τους θεράποντες των ψυχών και των σωμάτων μας, για να θερμομετρήσουν με την σειρά τους την συγγραφική τους πένα. Η δομή του αφιερώματος ακολουθεί μια αντίστοιχη «επιστημονική» φαρμακολογική διάκριση. Οι συνεντεύξεις αναλαμβάνουν τον ρόλο των «εμβολίων». Ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Τζων Καλέφ – Εζρά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Γερμανίας [1933 – 1945] όπου η διαφύλαξη της υγείας του «έθνους» τέθηκε υπεράνω της υγείας του ασθενούς. Με την Ευγονική και τον Κοινωνικό Δαρβινισμό υποστηρίχτηκε το δόγμα ότι ο ρατσισμός (ή φυλετισμός) είναι μια ιδεολογία που έχει στιβαρό επιστημονικό της υπόβαθρο στην σύγχρονη Βιολογία. Διάσημοι γιατροί προωθούσαν την αναπαραγωγή αυτών που είχαν επιθυμητά χαρακτηριστικά φυλής και υγείας (Θετική Ευγονική) και την στείρωση των ανεπιθύμητων ή όσων είχαν σωματικά ή ψυχικά νοσήματα κλπ. (Αρνητική Ευγονική).

Οι εξολοθρευτικές φυλετικές πολιτικές είχαν ήδη δοκιμαστεί έγινε στις ιμπεριαλιστικές αποικίες (Ναμίμπια, Πολυνησία, Ωκεανία κ.λπ.). Οι βιομηχανίες θανάτου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενίσχυσαν ακριβώς την αρνητική ευγονική με τις γνωστές συνέπειες αλλά οι περισσότεροι δολοφόνοι καθηγητές ουδέποτε κατηγορήθηκαν ή, αν κατηγορήθηκαν, αθωώθηκαν και συνέχισαν την ακαδημαϊκή τους πορεία. Σε άλλη συνομιλία ο μουσικοσυνθέτης γιατρός  Αθανάσιος Σίμογλου είναι βέβαιος ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτική ιδιότητα, αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, αντινευρωτική· πολύ περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόληψη για να μη γεννηθούν παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στην ψυχολογία αλλά και την  κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.

Η πεζογραφία λειτουργεί ως «αντιβίωση»: εδώ ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει «Στον καναπέ του κτηνίατρου» τον ιδιοκτήτη ενός ζώου να αποζητά ο ίδιος έναν γιατρό της ψυχής και «Η  προσφυγοπούλα» της Μαριέττας Πεπελάση είναι πια μια γυναίκα που συνεχίζει να «ζει» στην γενέτειρά της, σε μια ασθένεια χωρίς όνομα, ενώ ανθολογείται και το «Πενηντάρι» που έλαβε ως αμοιβή ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος για να πιστοποιήσει έναν θάνατο, εισπράττοντας όμως το περιφρονητικό βλέμμα του σκύλου του αποθανόντος. Πεζογραφούν ακόμη οι Φωτεινή Τσαλίκογλου, Γιώργος Γώτης, Πάνος Ι. Μαυρομμάτης, Άγγελος Δ. Κανιούρας, Γεράσιμος Ρηγάτος, Χρήστος Ναούμ κ.ά.

Στα δοκίμια, που χρίζονται «αντικαταθλιπτικά», μεταξύ άλλων, δυο ποιητές – ψυχίατροι καταθέτουν την εμπειρία της συνύπαρξης των δυο ιδιοτήτων. Ο Γιάννης Ζέρβας γράφοντας για την ποίησή (του) ως ψυχοπάθειά (του), αναρωτιέται μήπως οι πυθμένες των δυο επιλογών συγκοινωνούν· μήπως δεν είναι δυο ξέχωρες ταυτότητες αλλά δυο ανεξάρτητα εξελιγμένες όψεις ενός βαθύτερου διχασμού και μια προσπάθεια να επιβιώσει κανείς με την ανάπτυξη μιας ψευδο – διπλής προσωπικότητας. Ο Μανόλης Πρατικάκης, εντοπίζει στον Λόγο το κοινό πρωταρχικό εργαλείο της ποίησης και της ψυχιατρικής. Αμφότερες επιχειρούν να εξορύξουν τον ορυκτό πλούτο της συνείδησης, των συναισθημάτων, των φόβων, των ενστίκτων, της μηδαμινότητας. Εκεί πουδιαφέρουν είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται το κρυμμένο υλικό. Η ψυχιατρική ανεβάζει ρίχνει το φως της σε όλα όσα κρύβονται «στο μηχανουργείο του ερέβους». Η ποίηση, αντίθετα, δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά αποτελεί η ίδια κόσμο, ένα αυτούσιο αισθητικό σύμπαν, παράπλευρο και σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το υπαρκτό.

Πράγματι, τα ποιήματα είναι «καταπραϋντικά» όπως αποκαλείται και η σχετική ενότητα που συμπληρώνει την τέταρτη ιαματική πλευρά του τεύχους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας, που επιμελήθηκε τις συνομιλίες (με τους Δημήτρη Κρεμαστινό, Στυλιανό Καρέντζο, Χρήστο Ναούμ κ.ά.), παρουσιάζει και είκοσι ένα σχετικά βιβλία, ενώ ο δεκατοδείκτης ταξινομεί, όπως πάντα, κωμικοτραγικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν όλους μας, ασθενείς και οδοιπόρους.

[192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 13 Μαΐου 2017 (Το κείμενο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ).