Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Χρυσοξένη Προκοπάκη – Μια τυχαία Ιφιγένεια

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Το τρίτο μου βιβλίο, «Μια τυχαία Ιφιγένεια», είναι μάλλον ένα παιχνίδι ανάμεσα σε μένα και στους επινοημένους μου ήρωες. Η Ιφιγένεια, παρόλο που φέρει ένα βαρύ όνομα, είναι ένας καθημερινός άνθρωπος με τα μυστικά του, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, τα λάθη του. Από ένα τυχαίο γεγονός, βρίσκεται αντιμέτωπη με το παρελθόν της, τους ανθρώπους της, την ίδια της τη μοίρα. Έχει την τύχη όμως να συναντήσει τον δημιουργό της, τον συγγραφέα, και να διαπραγματευτεί τη ζωή της, πράγμα το οποίο βέβαια θα τη φέρει και αντιμέτωπη με τις ευθύνες της.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Η «Ιφιγένεια» με παίδευε χρόνια, αλλά ήταν ένα δημιουργικό παίδεμα μέσα από το οποίο άλλαζα εγώ η ίδια, ωρίμαζα. Με το βιβλίο αυτό εκπληρώνω προπάντων ένα δικό μου απωθημένο, την ευκαιρία που θα ήθελα να είχαμε ως άνθρωποι, να φτιάχνουμε τη ζωή μας όπως επιθυμούμε, να παίρνουμε μέρος στο κομμάτι της δημιουργίας μας και να μην είμαστε τόσο αφημένοι στα τυχαία γεγονότα. Βέβαια, θεωρώ ότι, παρά τους αστάθμητους παράγοντες που αδυνατούμε να ελέγξουμε οι ίδιοι, μέχρι ένα σημείο μπορούμε να κατευθύνουμε τα ηνία της ζωής μας.

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του.

Θα σας συστήσω τη Νίνα. Είναι η ηρωίδα που παρουσιάζεται στο βιβλίο μέσα από ένα μακροσκελές γράμμα που στέλνει στην Ιφιγένεια. Είναι το πρόσωπο αυτό που αντιπροσωπεύει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της κεντρικής ηρωίδας. Υπήρξαν μαζί από παιδιά, χάθηκαν για λίγο, ξανασυναντήθηκαν σαν να μην έχουν αποχωριστεί ποτέ. Η Νίνα ενσαρκώνει τα μυστικά του παρελθόντος και τα όνειρα για το μέλλον. Παρόλο που έχει κι αυτή τα θέματά της που τη βασανίζουν για χρόνια, είναι διατεθειμένη να παλέψει με τα δικά της φαντάσματα και να ξεπεράσει τον εαυτό της, κι αυτό το πετυχαίνει κυρίως μέσα από τη ζωγραφική. Και όπως χαρακτηριστικά λέει στο γράμμα της: «Μπήκες στο δωμάτιό μου και με βρήκες να ζωγραφίζω στον τοίχο γλάρους. Πού είχαν πάει οι σκύλοι που ζωγράφιζα ως τότε; Ένας τοίχος γεμάτος γλάρους. Επιδρομή πουλιών, όπως στην ταινία του Χίτσκοκ. Οι καμβάδες που άλλοτε έπνιγαν το δωμάτιό μου δεν υπήρχαν πουθενά. Είχα ανάγκη από μεγαλύτερη επιφάνεια για να εκφραστώ ή, τέλος πάντων, για να πετάξω».

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί. 

Είναι οι «Σταχολογήτρες» του Jean-Francois Millet, στον οποίο αναφέρεται η Ιφιγένεια προς το τέλος του βιβλίου. «Θα μου κάνει δώρο έναν πίνακα του Μιγέ. Αυτόν με τις γυναίκες που μαζεύουν στάχυα. Για πόσο καιρό ακόμα οι γυναίκες στον πίνακα θα αντέχουν έτσι, σκυμμένες, παραδομένες στο ένα και μοναδικό έργο της ζωής τους;» αναρωτιέται, καθώς την προβληματίζει πολύ αυτή η αέναη επανάληψη των στιγμών – απλών και καθημερινών στιγμών- που στο τέλος όμως οδηγούν (ή θέλει να πιστεύει ότι οδηγούν) σε έναν μεγάλο σκοπό στη ζωή.

[Εκδ. Στίξις, 2017]

Η Χρυσοξένη Προκοπάκη στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Μαρία Ρασσιά – Η απόλαυση της σκιάς

rassia-maria_

Γράψτε για το βιβλίο σας

Η απόλαυση της σκιάς είναι η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Κέδρος. Δύο νουβέλες και επτά διηγήματα γράφτηκαν σε διάστημα δύο ετών. Κάθε κείμενο, έγινε δυνητικά η αρχή ενός άλλου. Η απώλεια κάθε μορφής· ο προαιώνιος φόβος του θανάτου, είναι η αναζήτηση των ηρώων του βιβλίου μέσα από την καθημερινότητα τους. Στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούν να γίνουν ήρωες, αλλά να απεγκλωβιστούν από τον μικρόκοσμό τους. Και κάπου εκεί, στη μέση της διαδρομής τους, αρχίζουν να μετατοπίζονται, με κίνητρα κατά το δοκούν, όχι αθώα.

Τις προθέσεις τους χρειάστηκε να τις ανακαλύψω, μια σύνθετη αναζήτηση σε γεγονότα που βίωσαν στο παρελθόν ή που βιώνουν σε χρόνο Ενεστώτα. Και αν τελικά, όλοι τους και όλες τους, φαίνεται να τους απασχολούν ή να φοβούνται διαφορετικά θέματα, υπάρχει κάτι που τους ενώνει : ο σαρκασμός και η αμηχανία, που τους κάνει να αντιμετωπίσουν τις πιο μύχιες και ασυμπάθηστες σκέψεις τους. Η διαδρομή τους είναι σκοτεινή και κάποιες φορές παράλογη. Τοποθετούνται ειρωνικά, ενίοτε είναι προκλητικοί, για να αντέξουν αυτό που οι ίδιοι επέλεξαν. Δεν επιστρέφουν στα παλιά, δεν υπόσχονται απαντήσεις σε ερωτήματα που δημιουργούνται. Η αίσθηση της ερήμωσης σαν εσωτερική αναζήτηση, θα τους κάνει να αναρωτηθούν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τελικά θα βρουν τη δύναμη και την ησυχία και την γοητεία, να απολαύσουν την εύθραυστη ομορφιά μιας αχτίδας φωτός που μπαίνει από την χαραμάδα.

maria-rassia-02

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ο λόγος μου ξεκινάει από την παρατήρηση και την ανθρώπινη αντίληψη. Από την ανοικείωση, όχι με τη μορφή κάποιας νέας ιδέας, αλλά ως ένας πειραματισμός της μορφής. Όχι τυχαίος, αλλά κυνηγώντας την ανάπλαση μιας άλλης οπτικής, για να αποκτήσει το κείμενο αυτόνομη ύπαρξη. Τα ερωτήματα λοιπόν, δεν ήταν καινούργια για να με ωθήσουν να γράψω ιστορίες, ίσως η αντοχή για ζωή, σαν μια αφηγηματική επινόηση, από διαφορετικές εκδοχές των ηρώων, που και οι ίδιοι ποικίλλουν, τόσο σε ηλικίες, ιδιότητες και βιώματα, μπαίνοντας χαμογελαστοί στον χώρο μου και αφού μου έδειξαν πως δεν έχουν διάθεση να φύγουν σύντομα. Οι εννέα ιστορίες του βιβλίου, ξεδιπλώνονται χωρίς γραμμική αλληλουχία, αλλά σ’ ένα σύνολο με συνέπεια, για να μην λείψει ο αέρας στους ήρωες, όταν θα αντικρίσουν τα ανομολόγητα.

Κι επειδή οι απώλειες δεν κρύβονται, ακόμη και πίσω από ένα χαμόγελο, άρχισα να τις παρατηρώ στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μου στις διαδρομές με το μετρό, στους πεζούς που περιμένουν να ανάψει πράσινο το φανάρι για να περάσουν απέναντι.

Εκείνη την εποχή διάβασα το βιβλίο Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο και ομολογώ πως ένιωσα στο δέρμα μου αυτό που βίωναν τα  πρόσωπα-ήρωες. Και σκέφτηκα πως η ερημιά, η εγκατάλειψη με στοίχειωσαν, με γοήτευσαν, αλλά και το υπόγειο χιούμορ του αφηγητή. Στο Πέδρο Πάραμο, η γη, το χωριό είναι πανταχού παρούσα-παρόν, και βιώνει τη θλίψη και την απώλεια. Αυτό πυροδότησε μέσα μου εικόνες, σκέψεις και αισθήσεις. Και σα να άρεσε αυτό και στους δικούς μου ήρωες, που ήδη «μου μιλούσαν». Νομίζω πως πιαστήκαμε χέρι χέρι, για να ακούσουμε τους ψίθυρους από τις ρωγμές των τοίχων του ερημωμένου χωριού Κομάλα, που ο ήρωας του Ρούλφο, ο Χουάν Πρεσιάδο πηγαίνει για να βρει τον πατέρα του.

maria-rassia-03 [Anthonys Art Collectibles]

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του

Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο να διαλέξω έναν από τους εννέα χαρακτήρες των ιστοριών, για να τον συστήσω. Εκείνο όμως που με οδηγεί για να καταλήξω  σε έναν, είναι πως με τη Μήδεια, ακόμη δεν έχουμε αποχαιρετιστεί. Συνεχίζουμε κάποιες στιγμές μέσα στην ημέρα να αντικριζόμαστε και μπορεί να μιλήσουμε για λίγο. Η Μήδεια λοιπόν, με τον τίτλο μέσα στο βιβλίο:  «H Μήδεια θέλει να γεράσει», αποφασίζει μετά από δέκα χρόνια που έφυγε, να γυρίσει στον τόπο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Δέκα χρόνια την διατήρησαν σε μια φούσκα πάγου και κανένα συναίσθημα δεν κατάφερε να την φθείρει, αλλά ούτε και να την ανανεώσει. Γι’ αυτό και νιώθει την απέραντη επιθυμία να την αφήσουν οι άνθρωποι επιτέλους να γεράσει. Ο Γιώργος Χειμωνάς, ποιητής, νευρολόγος-ψυχίατρος, προλογίζοντας την ελεύθερη απόδοση της Μήδειας γράφει : «Δε φταίει αυτή, δεν έχει άλλο τρόπο, γιατί κανένα άλλο συναίσθημα δεν βρίσκει, δεν υπάρχει για να το χρησιμοποιήσει». Η οπτική του αυτή, γεμάτη κατανόηση, την ερμηνεύει με επικοινωνιακούς όρους. Η Μήδεια χρησιμοποιεί το σώμα των παιδιών της, ως προέκταση του δικού της σώματος, για να μεταφέρει το μήνυμα της οδύνης της. Αυτή την εκδοχή του Χειμωνά, την σκεφτόμουν χρόνια.

Η Μήδεια λοιπόν, η δική μου Μήδεια,  επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος, θέλει να ομολογήσει αυτό που εκείνη πιστεύει πως την ώθησε να σκοτώσει τα παιδιά της κι όχι αυτά που ειπώθηκαν από τρίτους, σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις.  Όσο λοιπόν σαν αφηγητής τριτοπρόσωπος, ήμουν μέσα στη σκέψη αυτής της γυναίκας, στο σημείο της ομολογίας της, στάθηκα παγωμένη και ανήμπορη μπροστά στις λευκές σελίδες, για να μεταφέρω την ανάμνησή της.  Κι έρχεται η Μήδεια τότε, που τόσες μέρες ήταν στην καθημερινότητά μου και μου μιλούσε και μου λέει : «δώσε μου τον λόγο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η στιγμή που θα μιλήσω για τα παιδιά, άλλωστε αυτό είχαμε συμφωνήσει από την αρχή , αλλά μου είχες πει πως δεν ήσουν έτοιμη ακόμη».

Και είναι σίγουρο, ότι αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια, τόσο το σώμα της, όσο και η συμπεριφορά της και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα γεγονότα, έχουν αλλάξει. Είναι σα να λέμε, πως αλλιώς ανεβοκατέβαινε μια σκάλα πριν και αλλιώς τώρα.

Και λέει η Μήδεια σε πρώτο πρόσωπο :  «Κάποιοι θα παραποιήσουν την ιστορία μου, γιατί δεν την αντέχουν. Κανείς δε θα αστειευτεί μαζί μου. Μπορεί η ετυμηγορία αυτή να αποτρέψει κάποιες μητέρες να σκοτώσουν τα  παιδιά τους. Αρκεί να προφέρουν δυνατά το όνομά μου με μίσος. Να πουν πως καμία δε θα μου μοιάσει. Θα είμαι φιγούρα με ρούχα κατάδικης ή τροφίμου τρελλοκομείου. Μπορεί και να θέλουν να είμαι σκεπασμένη με χιόνι. Αν ήμουν άγαλμα, θα κολλούσαν την τσίχλα τους πάνω μου και κάποιοι θα κατουρούσαν και θα γελούσαν. Κανείς άντρας δε θα μ’ ερωτευτεί, έμπνευση σε κανέναν δε θα γίνω».

Στο μόνο που σίγουρα έπεσε έξω η Μήδεια, είναι πως έγινε έμπνευση. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρη.

maria-rassia-04_

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Η μετά-αφήγηση του έργου μεταλλάσσεται. Το βιβλίο, οι ήρωες των εννέα ιστοριών, μεταλλάσσονται. Μετατρέπονται σε μια επικράτεια μυθοπλασίας. Ο Ζακ Ντεριντά στην Έννοια του αρχείου επισημαίνει : «Η αρχή ονομάζει την έναρξη και συνάμα την επιταγή».

Ο συγγραφέας επινοεί τη δική του εκδοχή σ’ εκείνον που προηγήθηκε. Ίσως από την ανάγκη μου να επαναπροσδιοριστώ και να διαχειριστώ προηγούμενες βεβαιότητες. Οι  προθέσεις μου στη διαδικασία της γραφής ήταν σκοτεινές, αλλά γόνιμες· δε θέλω να κρύψω την αμηχανία μου αυτή. Οι ήρωες του βιβλίου, κάποια στιγμή στην απλή καθημερινότητά τους, ανακάλυψαν πως τίποτε δε θα φωτίσει τις σκιές τους. Αναρωτήθηκαν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τότε η σκέψη πως ο κόσμος δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει, τους έκανε να λειτουργήσουν σαν ακροατές των συναισθημάτων τους. Επεδίωξαν ας πούμε, έναν καταμερισμό. Μια αναζήτηση : ανάμεσα σε κάτι που δεν υπάρχει, που δεν βλέπουν και σε ερωτήματα που δεν χρειάζονται απαντήσεις. Το νέο στοιχείο θα είναι η μνήμη και ο χρόνος.

[Εκδόσεις Κέδρος, 2016]

[3η φωτογραφία: Anthonys Art Collectibles]