Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Αρχοντούλα Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη

 Skoulariki-Cover

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Το νέο μου βιβλίο, Σκουλαρίκι στη μύτη, εκδ. Νησίδες 2015, ένα χρόνο μετά το Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, είναι μια συλλογή 28 βιωματικών κειμένων μικρής φόρμας που αυθαίρετα τα ονομάζω «Διηγήματα», δημοσιευμένα τα περισσότερα σε διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά μέσα σε μια χρονική διάρκεια τριών χρόνων.

Κι εδώ διερευνώ χωρίς νοσταλγία θέματα μνήμης κι επιθυμίας, ματαίωσης κι απώλειας, θέματα ταυτότητας ή το αίνιγμα του χρόνου, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσω τις φευγαλέες στιγμές της καθημερινότητας και να τις αποτυπώσω, όχι ρεαλιστικά, αλλά μυθοποιώντας τες μέσα από τη δυναμική της γλώσσας. «Ασχολούμενη εις έργα μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας», εμμένω στην αγάπη μου για τη Λογοτεχνία – στην ανάγνωση και στη γραφή- και στην νοηματοδότηση του κόσμου μέσα από τη γραφή.

Ο τίτλος του βιβλίου από το ομώνυμο διήγημα Σκουλαρίκι στη μύτη, όπως φαίνεται από το οπισθόφυλλο: Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί– πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται– καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά -παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας  γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσo λίγα ή μήπως με πολλά; Tης έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; H μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά- χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ισχύει κι εδώ ο Πρόλογος από το προηγούμενο βιβλίο μου, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, σελ.11: « Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο, όπως το έκανε ο Όγκι Ρεν, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπνοπωλείου στο Μπρούκλιν που προμήθευε ιστορίες τον Πολ Όστερ στην ταινία του Γουάγκ , Καπνός…..εικονογραφώντας την ιστορία των ημερών μου…». Μέσα στα σύγχρονα « πέτρινα χρόνια» όπου γράφονται τα κείμενα των δυο τελευταίων μου βιβλίων, καταγράφω μυθοποιώντας τα, βιώματα και εικόνες της καθημερινότητας που με συγκινούν.

kirsten-dunst-in-melancholia_

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Σας συστήνω τον Βασίλη, από το διήγημα «Οδός Αγαπηνού 8», που συσχετίζει το συναίσθημα της προδοσίας από τη συμμετοχή του στους πολιτικούς αγώνες με την τραυματική παιδική του πρώτη αγάπη, χωρίς όμως να παύει να αγωνίζεται ή ν’ αγαπάει από τότε.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Από την ταινία Γη, πλανήτης, μελαγχολία του Λαρς Φον Τρίερ  δανείζομαι και τον τίτλο ενός διηγήματος της συλλογής, σελ.16, « Πλανήτης Μελαγχολία».  Μέσα στα σύγχρονα « πέτρινα χρόνια» – όπως προανέφερα –  όπου γράφονται τα κείμενα των δυο τελευταίων μου βιβλίων, η γραφή αποτυπώνει μυθοποιώντας τα, βιώματα και εικόνες της καθημερινότητας που με συγκινούν, όπως το βίωμα αποξένωσης και δυστυχίας της ανοϊκής γυναίκας του εν λόγω διηγήματος.

Εκδόσεις Νησίδες, 2015.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: Μαρία Α. Ιωάννου – Καζάνι

ioannou-kazani-coverPR

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Το Καζάνι είναι η δεύτερή μου συλλογή διηγημάτων, προέκυψε τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη μου συλλογή (Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας, Εκδόσεις Γαβριηλίδης) και αποτελεί τη συνέχεια της συγγραφικής μου αναζήτησης όσον αφορά τη μικρή φόρμα. Το οπισθόφυλλο μαρτυρεί τη γενικότερη ατμόσφαιρα του βιβλίου που είναι ασφυκτική και ταυτόχρονα ασφυκτικά χαριτωμένη, σε ταλάντευση ανάμεσα στον ωμό και τον μαγικό ρεαλισμό, μια πτυχή της λογοτεχνίας που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα: Κόψτε έναν άνθρωπο προσεχτικά σε όσο το δυνατόν ομοιόμορφα κομμάτια. Πετάξτε ό,τι περισσεύει ή χρησιμοποιήστε το αργότερα για ζωμό. Γεμίστε του την κοιλιά με σκέψεις και διαφόρων ειδών άλλα βαρίδια. Ράψτε τον καλά με ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο νήμα. Πασαλείψτε τον με μισή πρέζα αγάπης και καναδυό θρυμματισμένες λέξεις. Χύστε κι ένα καλά γεμάτο ποτήρι απελπισία. Και μαύρο χιούμορ αν έχετε. Προσέξτε τις μύγες και ο,τιδήποτε ιπτάμενο περιφέρεται από πάνω του. Τοποθετήστε τον στο ψυγείο για όσο νομίζετε. Βάλτε τον στο καζάνι σε όσους βαθμούς θέλετε. Αφήστε τον να ψηθεί αργά, στα ζουμιά του. Αν ενώ ψήνεται χαμογελά μην ανησυχήσετε. Ανεβάστε λίγο τη θερμοκρασία.

Maria A. Ioannou

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Έγραψα το Καζάνι για όλους όσους κοχλάζουν μέσα τους γεμίζοντας το έξω πιτσιλιές. Ακόμη και για αυτούς που κλείνουν το καπάκι, μη μπορώντας καν να ξεχειλίσουν. Το έγραψα και για αυτούς που αντέχουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ανέχονται.

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποιον ανθρώπινο χαρακτήρα, οι άνθρωποι άλλωστε παρεξηγούν εύκολα. Θα επιλέξω το ρόπαλο που κρατά συντροφιά στον Δημοσθένη και κοιμάται στο διπλανό μαξιλάρι. Το ρόπαλο που αν μιλούσε θα χρησιμοποιούσε ξύλινη γλώσσα, κάτι που ο Δημοσθένης θεωρεί σιχαμερό.

the-lovers-2-

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική ή ψηφιακή, έντυπη ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας τον λόγο.

Εδώ θα επέλεγα πίνακα αντί φωτογραφία, τους Εραστές του Μαγκρίτ. Στο τέλος του βιβλίου, ίσως, γιατί για μένα αυτός ο πίνακας εκφράζει αυτό που θα ήθελα να νιώσουν και οι αναγνώστες ολοκληρώνοντας το Καζάνι. Εκείνο το συναρπαστικό αντιθετικό συναίσθημα, την πάλη ανάμεσα στην ανάσα και την έλλειψή της.

Εκδ. Νεφέλη, 2015, σελ. 144.

H συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.