Susan Sontag – Το πνεύμα ως πάθος. Δυο δοκίμια για τον Αρτώ και τον Κανέτι

Η ομιλία152 του Ελίας Κανέττι στη Βιέννη το 1936, επ’ ευκαιρία των πενήντα χρόνων από την γέννηση του Χέρμαν Μπροχ, εκθέτει τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου συγγραφέα: είναι πρωτότυπος, συνοψίζει την εποχή του, εναντιώνεται στην εποχή του. Στην ουσία βέβαια περιγράφει τους κανόνες στους οποίους ο ίδιος έχει δεσμευτεί, ενώ η διανοητική βουλιμία (που εκθειάζει στον Μπροχ), η καθαρότητα ηθικής στάσης και αδιαλλαξίας, η απορρόφηση από την έγνοια να γίνει κάποιος που να μπορεί ο ίδιος να θαυμάζει αποτελούν πλέον τους δικούς του οδοδείκτες.

 Μόνο στην εξορία, σημειώνει ο Κανέττι, συνειδητοποιεί κανείς πράγματι πόσο πολύ «ο κόσμος ήταν ανέκαθεν ένας κόσμος εξορίστων». Έχοντας ακόμα και την παιδική του ηλικία γεμάτη μετατοπίσεις, έχει, πατρογονικώ σχεδόν δικαιώματι, την εύκολα γενικευμένη σχέση του εξόριστου συγγραφέα με τον τόπο: ένας τόπος είναι μια γλώσσα. Και το να γνωρίζει κανείς πολλές γλώσσες είν’ ένας τρόπος να διεκδικεί πολλούς τόπους ως περιοχή του. Το γεγονός ότι τα γερμανικά έγιναν η γλώσσα στην οποία σκεφτόταν επιβεβαιώνει την έλλειψη τόπου στον Κανέττι. Παρά την εβραϊκότητά του, συνέχισε να γράφει στα γερμανικά, επιλέγοντας να παραμείνει ακηλίδωτος από το μίσος.

Στο Auto 8da – [Η τύφλωση] του συγγραφέα, εμφανίζεται η φιγούρα του ιδιόρρυθμου ερημίτη, γνωστή στον Λύκο της Στέπας του Έσσε, στα μυθιστορήματα του Τ. Μπέρνχαρντ Η Διόρθωση και Ο Κοσμοδιορθωτής, σε δοκίμια του Μπένγιαμιν. Αυτός ο τύπος του περιπλανώμενου διανοούμενου ξανασαίνει στην ευφορία της γνώσης, τρέφει το ακόρεστο πνεύμα του με τα βιβλία και μαθαίνει την φρίκη της ζωής μόλις τα αποχωριστεί· είναι ένας ευκόλως απατούμενος διανοούμενος από μια γυναίκα εκφράζει την αρχή της αντιδιανόησης. Το πάθος για τα βιβλία εκφράζει την μανία για το ιδεώδες να τοποθετήσει τα βιβλία μέσα στο κεφάλι του, την πραγματική βιβλιοθήκη ως ένα μνημοτεχνικό σύστημα.

Στα σημειωματάρια που κρατούσε μεταξύ 1942 και 1972 ο Κανέττι χρησιμοποίησε την τέλεια λογοτεχνική μορφή για κάποιον που έχει ως θέμα το κάθε τι και που επιτρέπει εγγραφές κάθε είδους. Εκεί αναπνέει το αύθαδες εγώ που κατασκευάζει κανείς για να συνδιαλλαγεί με τον κόσμο, με ιδεώδη έκφραση τον αφορισμό. Από τα σημειωματάρια απουσιάζει κάθε ίχνος αιστετισμού. Ο Κανέττι δεν τρέφει καμία αγάπη για την τέχνη καθ’ εαυτήν, ούτε τον άγγιξε ποτέ ο πειρασμός της αριστεράς. Στόχος του αγώνα του η μόνη θρησκεία που έμεινε άθικτη από τον Διsanta_philip_elias_canetti_illustrationαφωτισμό, ως η πιο παράλογη απ’ όλες, η θρησκεία της εξουσίας». Ως μια έκθεση της ψυχολογίας και της δομής της εξουσίας, το έργο του Μάζα και Εξουσία εστιάζει στο αρχέτυπο της μαζικής και άλογης συμπεριφοράς στη θρησκεία και αποτελεί κατηγορητήριο εναντίον της ίδιας της εξουσίας. Η διαρκής διαμαρτυρία αποτελεί πλέον ηθική αποστολή.

Αν οι μοντέρνοι αναγνωρίζονται από την προσπάθειά τους να αυτοκαθαιρεθούν, από την τάση τους να παρουσιάζονται όχι ως κοινωνικοί κριτικοί αλλά ως προφήτες, πνευματικοί τυχοδιώκτες ή κοινωνικοί παρίες. Η μοντέρνα λογοτεχνία προβάλλει μια αντίθετη αντίληψη από την προγενέστερή της: την ρομαντική αντίληψη της γραφής ως ενός μέσου με το οποίο εκτίθεται κατά ηρωικό τρόπο μια μοναδική προσωπικότητα. Τόσο ο Μπωντλαίρ όσο και ο Λωτρεαμόν προβάλλουν την ιδέα ενός συγγραφέα ως ενός αυτοβασανιζόμενου που βιάζει την ίδια του την υποκειμενικότητα. Η τέχνη γίνεται μια δήλωση αυτεπίγνωσης που προϋποθέτει μια δυσαρμονία μεταξύ καλλιτέχνη και κοινότητας· η ρήξη με την συλλογική φωνή είναι οριστική.

Η περίπτωσRA_conversaciones_artaudη του Αντονέν Αρτώ αποτελεί ένα από τα τελευταία παραδείγματα της ηρωικής περιόδου του λογοτεχνικού μοντερνισμού που συνοψίζει όλα τα παραπάνω. Τόσο στο έργο του όσο και στη ζωή του ο Αρτώ απέτυχε, γράφει η Σόνταγκ. Το έργο του ισοδυναμεί μ’ ένα κομματιασμένο σώμα, μια μεγάλη συλλογή σπαραγμάτων. Η σκέψη και η χρήση της γλώσσας γίνεται ένας συνεχής Γολγοθάς. Σε αντίθεση με τα μεγάλα οπτιμιστικά έπη των Ντεκάρτ και Βαλερύ, ο Αρτώ μιλάει για την ατελεύτητη αθλιότητα της συνείδησης που αναζητεί τον εαυτό της. Πουθενά σε ολόκληρη την ιστορία της πρωτοπρόσωπης γραφής δεν υπάρχει μια τόσο λεπτομερής καταγραφή της διανοητικής οδύνης.

Η ανάγκη να s.s.χρησιμοποιήσει τη γλώσσα αποτελεί από μόνη της μια κεντρική αιτία οδύνης. Ο Αρτώ σπαράζεται από την σύγχυση που του προκαλεί η γλώσσα του στις σχέσεις της με την σκέψη. Οι λέξεις απολιθώνουν την ζωντανή σκέψη και μετατρέπουν το αισθητηριακό υλικό της εμπειρίας σε κάτι αδρανές, κάτι καθαρά λεκτικό. Ο Αρτώ διανοείται γύρω από το αδιανόητο: πώς το σώμα είναι πνεύμα και το πνεύμα σώμα· εκεί βασανίζεται η ψυχοδραματική πλοκή των γραπτών του. Αν γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε περιβαλλόμενοι από ψεύδη, όπως έγραφε, αν ο ερωτισμός είναι κάτι δαιμονιακό και απειλητικό, όπως τον θεωρούσε, τότε η αλήθεια θα βρεθεί στο συνταίριασμα της σάρκας με τις λέξεις. Εκεί αφιέρωσε όλη του την δημιουργία, εκεί κατασπαράχτηκε.

Σημ. Για τον Αρτώ βλ. και το αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον, εδώ.

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 2010, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 101 [Approaching Artaud, New Yorker, 19.5.1973, Mind as passion, The New York Review Of Books, 25.9.1980].

Ελένη Λαδιά – Το ποικιλόγραφο βιβλίο

ladiaΆρθρα – Ομιλίες – Δοκίμια, 1972 – 2012

Ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη αναπτύχθηκε ένα νόθο είδος, χαριτωμένο και ωστόσο επωφελές, δισυπόστατο όπως οι Κένταυροι, οι Τρίτωνες και οι Νηρηΐδες της μυθολογίας μας, ένα είδος που μολονότι έχει ρίζες και καθαρά υποκειμενικές, φιλοδοξεί να ενδυθεί το ρούχο της επιστήμης και να μας παρουσιάσει τα πράγματα αντικειμενικώς. Αυτό το ερμαφρόδιτο δημιούργημα είναι το δοκίμιο…

γράφει η Ελένη Λαδιά στο κείμενό της περί της «χαριτωμένης πλάνης του δοκιμίου», παρατηρώντας ότι η διεργασία του είναι σχεδόν καθωρισμένη και η ακτινογραφία του εμφανίζει τα ίδια πάντα «ευρήματα»: την σύλληψη της ιδέας από τον δοκιμιογράφο και την αποδοχή μιας δεδομένης αλήθειας – και κατά κανόνα αποδεικνύει πάντα τα αυταπόδεικτα τα αναπόδεικτα -, την πίστη ότι η ιδέα του έχει την βαρύτητα του αξιώματος, της αναπόδεικτης αλήθειας, μολονότι αυτή διαθέτει υπόστρωμα υποκειμενικό. Πόσο διαφορετική με την συμπαθητική υποκειμενικότητα των χαρακτήρων του μυθιστορήματος! Στο δοκίμιο η πειθώ βασίζεται σε μια σειρά διανοητικών διεργασιών που διαθέτουν το τελετουργικό της επιστήμης και την υποκειμενικότητα της προσωπικής γνώμης.

Το προαναφερθέν κείμενο περιλαμβάνεται στην Α΄ Ενότητα ετούτης της ποικιλόμορφης ως προς τα θέματα συλλογής κειμένων. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, που καλύπτουν μια συγγραφική πορεία σαράντα χρόνων. Η πρώτη αυτή ενότητα περιλαμβάνει άλλα οκτώ μικρά κείμενα που mircea-eliade1δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Το Βήμα (στήλη Σημασίες). Η Β΄ ενότητα είναι αφιερωμένη στους Παράλληλους Δρόμους Ελλήνων και Κοπτών, με κείμενα δημοσιευμένα στα περιοδικά Ευθύνη, Νέα Εστία, Παράδοση κ.ά. Στην Γ΄ ενότητα Ένα αγγείο μια ιστορία περιλαμβάνονται σύντομα μελετήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό Εποπτεία, με τις απαραίτητες υποσημειώσεις και την βιβλιογραφία τους. Στην Δ΄ ενότητα διαβάζουμε Για την Λογοτεχνία και όχι μόνο.

Εδώ περιλαμβάνονται οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες «σκέψεις για τη λογοτεχνία του Μιρσέα Ελιάντε». Ο ύπατος των θρησκειολόγων συγγραφέας είναι κι ένας πρωτότυπος πεζογράφος, μια ιδιότητα λιγότερο γνωστή, κατά την οποία μάλιστα απέφυγε να εκμεταλλευτεί τις ιστορικές του γνώσεις ή να σκιαγραφήσει τις ιδέες του για την διαλεκτική του ιερού. Είναι βέβαια φανερό ότι η θρησκειολογία και η μυθιστορία συμπλέουν, αμφότερες γεννήματα του μύθου. Ο Ελιάντε αναγνωρίζει ότι και ο πλέον άθρησκος άνθρωπος έχει τους ιερούς τόπους του προσωπικού του σύμπαντος, με την διαφορά βέβαια πως το προσωπικό σύμβολο δεν έχει ούτε την διάρκεια ούτε την εγκυρότητα του συλλογικού.

The_Brothers_Karamazov_first_edition_cover_pageΑποσυρμένος στη μοναξιά του, ο θεός του διηγήματος Ο Μακράνθρωπος θυμίζει τον απόμακρο θεό που δεν έχει ανάγκη από λατρείες, ιερά και λειτουργούς. Άλλωστε δεν υπάρχουν μαρτυρίες και αποδείξεις της ύπαρξής του. Όποιος πιστεύει, πιστεύει και στο θαύμα, όπως εκφράζουν στους διαλόγους τους οι χαρακτήρες. Στο μυθιστόρημα του Δεκαεννέα τριαντάφυλλα ο ήρωας γράφει: έχουμε προσπαθήσει να δώσουμε άλλη ερμηνεία στο δράμα, δηλαδή στην αρχαία μυθολογία από τη σκοπιά της σύγχρονης ιστορίας. Όμως πρέπει αντίθετα να προεκτείνουμε και να συμπληρώνουμε την αρχαία μυθολογία με ό,τι καινούργιο έμαθε ο δυτικός άνθρωπος τα τελευταία εκατό χρόνια.

Τα κείμενα της Ε΄ ενότητας αφορούν σκέψεις για τους Βιττγκεστάιν, Νίτσε και Ντοστογιέφσκι και εκείνα της Στ΄ ενότητας γράφτηκαν για τους φίλους που έφυγαν (Νανά Ησαΐα, Τατιάνα Σταύρου, Γιώργος Φέξης κ.ά.). Το τελευταίο μέρος περιλαμβάνει κριτικές και δοκίμια: Ιβάν Καραμάζωφ και Ιωσήφ Κ., Ο Δ.Π. Παπαδίτσας, η Κοσμολογία και το τελευταίο ποίημα, Η πρωτεϊκή Μελένια, Εμπεδοκλής, ο πρώτος υπερρεαλιστής κ.ά.

FotografiaΈνα ιδιαίτερο κείμενο αφιερώνεται στην «Ελένη» της πεζογράφου Γαλάτειας Σαράντη. Ο τίτλος αυτής της συλλογής διηγημάτων προδιαθέτει για την μυθική και ποιητική καταγωγή του ονόματος και η Ελένη, αγαπημένη των ποιητών, για πρώτη ίσως φορά στην πεζογραφία μας φανερώνει και άλλες διαστάσεις με τρόπο πρισματικό. Με όποιο χαρακτήρα κι αν εμφανίζεται εδώ η Ελένη, πάντα φεύγει αφήνοντας κόσμους πίσω της και γυρεύοντας τον δικό της, όπως η ευριπίδεια εκδοχή της. Στους άλλους δεν απομένει παρά το ομοίωμά της, ενώ εκείνη ολομόναχη υπηρετεί σε κάποιο ιδεατό ναό τον Σκοπό της. Η «αρρενωπή» γραφή της Σαράντη, απελευθερωμένη από το «άνιμο» της γυναίκας – συγγραφέως και από τα αρχέτυπα της προσωπικότητάς της, την οδηγεί και στην αποστασιοποίηση από τους ήρωές της, σε μια σχέση απομακρυσμένης συμπάθειας που αποκτά το νόημα της αντικειμενικότητας. «Στο ίδιο κύτταρο με την Κάθριν Μάνσφηλντ» παραδέχεται ότι η θεϊκή ουσία είναι διασκορπισμένη παντού, τρομοκρατώντας εκείνους που υποστηρίζου πως είναι συγκεντρωμένη στα εκλεκτά πνεύματα.

Κι ο κύκλος κλείνει με την ίδια την πλάwittνη περί της χαριτωμένης του δοκιμίου πλάνης: Εξετάζοντας την λειτουργία του δοκιμίου γράφοντας ένα δοκίμιο, άλλο δεν κάνουμε παρά να πέφτουμε στο σύστημα της αυτοαναφοράς, σε έναν φαύλο κύκλο δηλαδή, αφού το παρόν δοκίμιο που μιλά για την χαριτωμένη πλάνη του δοκιμίου είναι κι αυτό ένα δοκίμιο, άρα έχει και αυτό μια χαριτωμένη πλάνη. Και έχοντας βεβαίως την χαριτωμένη πλάνη δεν λέει την αλήθεια «για την χαριτωμένη πλάνη του δοκιμίου». Γιατί αν πραγματικά θέλαμε να βρούμε την Αλήθεια, θα έπρεπε να είχαμε σιωπήσει…

Αθήνα 2012, σελ. 478.

Στις εικόνες: Mircea Eliade, η πρώτη έκδοση των Αδελφών Καραμαζώφ, έργο της Paula Rego (που θα μπορούσε κάλλιστα να απεικονίζει μια από τις μορφές της Ελένης) και Ludwig Wittgenstein