Τζούλια Κρίστεβα – Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη

Το θρήσκευμα της αμφισβήτησης

Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει μια γραμμένη επί τούτου εισαγωγή, συνεντεύξεις με τον Καρμίνε Νοντζέλι και την Κλερ Φολσέντ [εφημερίδα Paris Notre Dame της Επισκοπής του Παρισιού], δυο γραπτές καταθέσεις  στην εφημερίδα La Croix, όλα των ετών 2005 – 2006 κι ένα κείμενο – καρπό μιας διάλεξης στον καθεδρικό ναό της Νοτρ Νταμ του Παρισιού, στο πλαίσιο ενός διαλόγου μεταξύ πίστης και σύγχρονης σκέψης [διαλέξεις της Σαρακοστής]. Ακριβώς το ερώτημα της θέσης της θρησκείας στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες απασχολεί εδώ την βουλγαρικής καταγωγής Γαλλίδα φιλόσοφο, ψυχαναλύτρια, σημειολόγο και μυθιστοριογράφο.

Στους σύγχρονους ζοφερούς καιρούς που η μηδενιστική σιγουριά των μεν συναντάται με τον φονταμενταλιστικό ενθουσιασμό των δε, σε μια εποχή που η γνωστική μας ικανότητα αδιαφορεί για την εσωτερική εμπειρία, η Κρίστεβα, ικανοποιώντας, όπως εξομολογείται, την ανάγκη της να θέτει τα πάντα υπό αμφισβήτηση, επανέρχεται  στην θρησκευτική πίστη, η οποία σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα είχε αντικατασταθεί από τον ιδεολογικό ενθουσιασμό, «αυτό το ναρκωτικό που μας βοηθάει να ζούμε, καθότι θεμελιώνει την ικανότητά μας να υπάρχουμε…μιλώντας», μια ανάγκη που είναι προ-πολιτική και προ-θρησκευτική, ριζωμένη στα ανθρώπινα ψυχικά βάθη.

Γοητευμένη από τον χριστιανισμό αλλά ουδέποτε πιστή του και οπωσδήποτε μακριά από την ειρωνεία του Τζέιμς Τζοις – που όταν ρωτήθηκε γιατί προτιμά τον καθολικισμό από τον προτεσταντισμό, απάντησε: «γιατί θέλετε να αποκηρύξω μια ανοησία που έχει λογικό ειρμό για χάρη μιας εντελώς ασυνάρτητης ανοησίας;»-, η φιλόσοφος μάς υπενθυμίζει την έννοια του «πιστεύω» ως «εκλαμβάνω ως αληθές» και το περιεχόμενο της πίστης ως μιας αλήθειας που μας παρασύρει ορμητικά, μιας αλήθειας στην οποία δεν μπορούμε να μη προσχωρήσουμε, που μας σαγηνεύει και θεωρούμε ζωτική και αδιαμφισβήτητη ακόμα κι αν γνωρίζουμε πως θα διαψεύσει κάθε μας προσδοκία.

Το γεγονός ότι η Κρίστεβα δεν πιστεύει οφείλεται σε περίπλοκους, όπως γράφει, φιλοσοφικούς λόγους. Το να ζητάει κανείς από τον Θεό να παίξει τον ρόλο ενός πανίσχυρο παυσίπονο είναι από μόνο του ένα είδος μηδενισμού. Σε αντίθεση με τον Φρόιντ, όμως, δεν ισχυρίζεται ότι η θρησκεία είναι απλά και μόνο μια αυταπάτη και μια πηγή νευρώσεων. Αντίθετα, επιθυμεί να αναγνωρίσει ότι η ιστορία του χριστιανισμού προετοιμάζει τον ανθρωπισμό, με την έννοια ότι αποτελεί την μοναδική θρησκεία που αγγίζει τα όρια της εξόδου από το θρησκευτικό, ειδικά – αλλά και όχι μόνο – όταν αναγκάζει τον ίδιο τον Θεό να υποφέρει μέχρι θανάτου. Ο Χριστός είναι ο μοναδικός θεός που υποφέρει και πεθαίνει πριν αναστηθεί.

Η ψυχαναλυτική εμπειρία και η ίδια της η ζωή την έπεισαν ότι η ευτυχία δεν είναι παρά το πένθος της οδύνης, όπως δηλώνει η ίδια, παραφράζοντας το «η δόξα είναι το απαστράπτον πένθος της ευτυχίας» της Μαντάμ ντε Σταέλ. Η εξορία που βίωσε στα είκοσι τέσσερα της χρόνια ήταν μια επώδυνη δοκιμασία, ακόμα και κάτω από την φαινομενική όψη της «επιτυχημένης ενσωμάτωσης». Η νευρολογικής φύσης ασθένεια του γιού της την έφερε «κοντά στον κόσμο ατόμων με αναπηρία, ο οποίος είναι ακόμη πολύ απομονωμένος μέσα στην γεμάτη αδελφοσύνη Δημοκρατία μας». Το να διατείνεται κανείς ότι δεν έχει γνωρίσει την οδύνη, αναφέρει, είναι απλούστατα σα να την αρνείται. Η ψυχική μας ζωή περιέχει ένα σωρό παραλλαγές της: γέννηση, αποχωρισμός, απογοήτευση, στερήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η διαιώνιση του συνδρόμου του παραδείσου, ειδικότερα στην εξιδανίκευση του αστικού ζευγαριού (ιδίως όπως απεικονίζεται από τις σαπουνόπερες ή τα λαϊκά περιοδικά), έχει γίνει ένας από τους πυλώνες της παγκοσμιοποιημένης ηθικής. Αυτές οι θεαματικές παραλλαγές του υπερβολικά κοσμικού παραδείσου κρύβουν μια εγγενή θρησκευτικότητα: είναι η ορατή εκκοσμικευμένη όψη της βαθειάς ανάγκης για πίστη.

Στο ερώτημα τι ακολουθεί και τι κρύβεται κάτω από τις «συγκρούσεις των θρησκειών» η Κρίστεβα διαφωνεί βέβαια με την άποψη ότι οι πυρομανείς έφηβοι καθίστανται ανίκανοι να καλύψουν την ανάγκη τους για ιδανικότητα με ένα θρησκευτικό ένδυμα, ιδίως μετά τον [γαλλικό] διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Υποστηρίζει, αντίθετα, ότι η εγκληματικότητα των «μειονεκτούντων εφήβων» φανερώνει μια πολύ πιο ριζοσπαστική φάση του μηδενισμού και την ανυπαρξία ιδανικών προσαρμοσμένων στους σύγχρονους καιρούς και στην πολυπλοκότητα των ψυχών. Η απουσία ενός αισθητού και υπεραισθητού κόσμου που διαθέτει τη δύναμη της επιβολής (για τα οποία μας είχαν προειδοποιήσει ο Νίτσε και ο Χάιντεγκερ) κι ο γενικότερος αφανισμός της θεϊκής εξουσίας δεν οδηγούν υποχρεωτικά στον μηδενισμό, ούτε βέβαια στο συμμετρικό του αντίθετο, τον φονταμενταλισμό.

Η εναλλακτική λύση στην ανοδική πορεία της θρησκευτικότητας, όπως και στον αντίθετό της στενόμυαλο μηδενισμό έρχεται από άλλους τόπους σκέψης: τη λογοτεχνία και τη συγγραφή, που συνιστούν μια γλωσσική εμπειρία εγκάρσια στις ταυτότητες (φύλου, κρατικές, εθνικές, ηθικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές). Αμφότερες καταστρέφουν το μεταφυσικό δίδυμο «λογική εναντίον πίστης», δημιουργούν μια επικίνδυνη, ιδιόμορφη και μοιράσιμη γνώση της επιθυμίας για συναίσθηση και μας καλούν να διαμορφώσουμε έναν ερμηνευτικό, κριτικό και θεωρητικό λόγο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Τζένη Κωνσταντίνου, σ. 158 [Julia Kristeva, Bisogno di credere: Un punto di vista laico, 2006].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

Συλλογικό – Η δική μας Αμερική. Η αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα

[επιμ. Έλενα Μαραγκού – Θεοδώρα Τσιμπούκη]

Η μερική Αμερική

Ο πολυσέλιδος πρόλογος των επιμελητριών είναι σαφής: η πολιτισμική σχέση Ελλάδας και Αμερικής δεν εμφανίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία με την συχνότητα που θα άρμοζε στο αντικείμενο, πολύ δε περισσότερο όσον αφορά διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις στη μελέτη των πολλαπλών διαδικασιών μέσω των οποίων η ελληνική κουλτούρα αλληλοεμπλέκεται, αλληλοτροφοδοτείται και συνδιαλέγεται με την αμερικανική. Και τελικά αυτό που συμβαίνει είναι μια σχέση υποτέλειας ή ένας γόνιμος διάλογος; Φυσικά η μανιασμένη διατράνωση της ανωτερότητας του αμερικανικού τρόπου ζωής εκ μέρους των αμερικανών είναι δεδομένη και εκφράζεται ιδανική με τα λόγια του Pinter: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιδοθεί σε μια αδιάκοπη, συστηματική, αδίστακτη και εντελώς κυνική άσκηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ την ίδια στιγμή φορούν τη μάσκα του εκπροσώπου της παγκόσμιας ηθικής τάξης. Αλαζονική, αδιάφορη, με έκδηλη περιφρόνηση προς το διεθνές δίκαιο, υποτιμώντας και χειραγωγώντας τα Ηνωμένα Έθνη, είναι πλέον  πιο επικίνδυνη δύναμη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Η υπεραπλούστευση όμως που θέλει την Αμερική ως πολιτισμικό εισβολέα αποτελεί μια γενικευμένη εδώ και αλλού αντίληψη που συσκοτίζει, τονίζεται στην εισαγωγή, την πολυφωνία και την πολυμέρεια της αμερικανικής κουλτούρας.

Στη χώρα μας το αντιαμερικανικό αίσθημα γιγαντώθηκε μεταπολιτευτικά για ευνόητους λόγους. Τόσο αριστερές και δεξιές αντιλήψεις εμμένουν σε γνωστά συγκεκριμένα στερεότυπα τα οποία λειτουργούν ως ιδεολογικά φίλτρα που εμποδίζουν την κατανόηση των περίπλοκων ιστορικοκοινωνικών μηχανισμών που δημιουργούν την αμερικανική πολιτισμική παραδοξότητα. Σε κάθε περίπτωση ο «αντιαμερικανισμός» σχοινοβατεί ανάμεσα σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα και σε συλλογικό φαντασιακό συντηρούμενο από ιδεολογικές αντιφάσεις. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν η παρούσα συλλογική έκδοση επιχειρεί να αναδείξει «την πολυπολιτισμική βάση και τα πλουραλιστικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτισμού και της αμερικανικής κοινωνίας», επιβεβαιώνοντας και τα λόγια του Edward Said πως καμιά κουλτούρα δεν λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτάρκης αφού στην πραγματικότητα αφομοιώνει περισσότερα “ξένα” στοιχεία απ’ όσα αποκλείει και πως κάθε πολιτισμός είναι υβριδικός, ετερογενής και μη μονολιθικός.

Πώς άρχισε να διαμορφώνεται η «αμερικανική ταυτότητα»; Ένα σύντομο διάγραμμα όσων επιχείρησαν να την αποτυπώσουν περιλαμβάνει την συστηματική μελέτη της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής και την κριτική της «τυραννίας της πλειοψηφίας» και της άποψης πως «η αλήθεια βρίσκεται από την πλευρά των περισσοτέρων» από τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, τον αισθητισμό και τις επιφυλάξεις του ταξιδευτή της Όσκαρ Ουάιλντ, τον ορατό κίνδυνο της κυριαρχίας του όχλου που διείδε ο Φρόιντ, την συναφή δυσπιστία των Σαρτρ και ντε Μποβουάρ για την αποστέρηση της εσωτερικότητας και τον αμερικανικό ίλιγγο του Μπερνάρ Ανρί Λεβύ που αναστοχάστηκε την στερεότυπη ευρωπαϊκή άποψη περί αμερικανικού φονταμενταλισμού, νεοσυντηρητισμού για ένα ετερόκλητο πορτρέτο του «πληθυντικού έθνους». Ένας άλλος κοινότοπος ισχυρισμός υπογραμμίζει την πολυσυλλεκτική πληθυσμιακή σύνθεση των ΗΠΑ ως στοιχείο μοναδικότητας και βασικό επιχείρημα της «αμερικανικής εξαιρετικότητας» [american exeptionalism]

Στον αντίποδα, η νέα διεθνική τάση εξετάζει την Αμερική στο πλαίσιο της παγκόσμιας μεταναστευτικής ιστορίας αρνούμενη την αποκλειστικότητα της ιδιότητάς της ως του μοναδικού «έθνους μεταναστών» και ακυρώνοντας την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η αφομοίωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων υπήρξε πλήρης. Ακριβώς πάνω στον άξονα του μεταναστευτικού χαρακτήρα του αμερικανικού έθνους αναπτύσσεται σήμερα ένας σύνθετος διάλογος με κύριο αίτημα το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Κάπως έτσι και η μεταφορική εικόνα της χοάνης [melting spot] που σημασιοδοτεί μια εκούσια και πλήρη αφομοίωση αντικαταστάθηκε από εκείνη του μωσαϊκού, που συμβολίζει την διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνοτικών ομάδων.

Ο Γιώργος Βέης (Μανχάταν: Η ποιητική του χρόνου), που έζησε κι εργάστηκε έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, μας κοινοποιεί κομμάτια από το ημερολόγιο της Ανατολικής Ακτής και της εποχής όπου διάβαζε εξαντλητικά αμερικανική λογοτεχνία, κι από διπλό αντίτυπο το Walden του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, έναν εσωτερικό οδηγό που σπάνια έσφαλλε και τον μυούσε στην εντοπιότητα και «την ιθαγένεια εκείνη που τίμησαν οι Γουόλτ Γουίτμαν και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ». Στο Μανχάταν ο ποιητής (που όπως πάντα εδώ παραθέτει τους στίχους που γράφτηκαν στις οικείες περιστάσεις) βίωσε προοδευτικά την πορεία απεξάρτησης από τον μαθηματικό χρόνο, ενθυμούμενος τον Τζορτζ Στάινερ: Σκοτώνουμε τον χρόνο αντί, μέσα στα όριά του, να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και δανειζόμενος τα μάτια του Σελίν, του συγγραφέα που υπογράμμισε τον ερωτισμό του Μανχάταν όσο ελάχιστοι: Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ορθή. …στους τόπους μας είναι ξάπλα οι πόλεις, πλαγιάζουν στο τοπίο, περιμένουν τον ταξιδιώτη, ενώ τούτη δω, η Αμερικάνα, δεν λίγωνε, όχι, στεκόταν ντούρα, εκεί…

Τι είναι όμως η Αμερική για τον ανήσυχο νέο που μεγαλώνει στην επαρχιακή Ελλάδα στα δεύτερα μισά του ’60 και τα πρώτα του ’70; Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Η μικρή μου Αμερική) σ’ ένα από τα πάντα ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά του κείμενα θυμάται το συσσίτιο της αμερικανικής βοήθειας στο δημοτικό: Στα κουτιά με τη σκόνη γάλακτος αναγράφονται επιγραφές με μαύρα γράμματα, σαν στρατιωτικά προστάγματα που δεκαετίες μετά θα τα βλέπω σαν γουρχολικές λετριστικές απεικονίσεις. Οτιδήποτε εκμυστηρευτικό γράφεται στην αγγλική γλώσσα και η δική του Αμερική είναι φτιαγμένη από αγγλικές φράσεις, κακομεταφρασμένες προτάσεις, διαλυμένα βιβλία, δανεισμένα κείμενα, ρούχα ενός λήξαντος βεστιαρίου κι αργότερα με τα διαβάσματα, με τις θάλασσες του Μέλβιλ, τις σκοτεινές κόχες του Χόθορν, τις απέραντες γλωσσικές εκτάσεις του Φόκνερ, τα μεθυσμένα βήματα του Χέμινγουεϊ,  επιβεβαιώνοντας πως «η αληθινή επίδραση ενός άλλου πολιτισμού είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση»

Η εικόνα των ΗΠΑ στη μυθοπλασία, στα δημοσιογραφικά και δοκιμιακά κείμενα απασχολεί τη Σώτη Τριανταφύλλου που διαπιστώνει την σθεναρή αντίσταση της Ευρώπης στις αμερικανικές σπουδές εξαιτίας μιας αμφιθυμίας δικαιολογημένης σε πολιτικό επίπεδο αλλά εντελώς ασυνάρτητης σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα τη βαθιά μας άγνοια για τις ΗΠΑ. Η συγγραφέας υποστηρίζει πως αντίθετα από ό,τι πιστεύει η ελληνική αριστερά (που δεν είναι καθόλου «επαναστατική» αλλά μια μικροαστική φασιστοειδής παράταξη) οι αμερικανικές σπουδές δεν είναι δάκτυλος του αμερικανικού Πενταγώνου και παρατηρεί τον αντιαμερικανισμό ως κυρίως αμερικανικό φαινόμενο που βασίστηκε στο μύθο και την πραγματικότητα της βαρβαρότητας και συνοδεύτηκε από τον στο μύθο και την σχετική πραγματικότητα της Γης της Επαγγελίας και του αυτοδημιούργητου πολίτη.

Η Αμερική είναι η αυθεντική έκδοση της νεωτερικότητας, εμείς [η Ευρώπη] είμαστε η μεταγλωττισμένη ή με υπότιτλους έκδοση. Η Αμερική εξορκίζει το ζήτημα της καταγωγής, δεν καλλιεργεί προέλευση ή μυθική αυθεντικότητα δεν έχει παρελθόν ούτε αυθεντική αλήθεια. Επειδή δεν έχει γνωρίσει τη συσσώρευση του χρόνου, ζει σε μια αέναη επικαιρότητα. Επειδή δεν έχει γνωρίσει την αργή και από αιώνα σε αιώνα συσσώρευση της αρχής της αλήθειας, ζει στην αέναη επικαιρότητα των σημείων…

έγραφε ο Jean Braudrillard [Αμερική] και βρισκόμαστε ήδη στην επικράτεια τεσσάρων συνομιλητών που επιλέγει ο Χρήστος Χρυσόπουλος για το κομμάτι του America is what ’u make of it. Η λόγια Αριστερά, ο πραγματισμός και οι προσλαμβάνουσες της αμερικανικής πολυμέρειας. Στους τομείς της ανθρώπινης διάνοιας και στο πολιτισμικό τοπίο η Αμερική δεν αποτελεί μια συμπαγή οντότητα αλλά ένα πληθυντικό φαινόμενο με πολυάριθμες διαφορετικές εκφάνσεις – μια Αμερική όχι ως κατηγορία αλλά μάλλον ως συνάρτηση. Ακολουθώντας τον λόγο του Cornell West διαπιστώνουμε πως ό,τι σήμερα προσλαμβάνουμε ως «αμερικανικό» δεν διαθέτει μια καταγωγική γενετική αφετηρία αλλά απλώς και μόνο προέρχεται από την Αμερική, πράγμα που οδηγεί στο ζήτημα επιλογής ποια Αμερική καταδικάζουμε και με ποια συνομιλούμε. Οι Richard Rotry και Laura (R.) Jackson συμπληρώνουν την τετράδα των συνομιλητών.

Η ενότητα των λογοτεχνών συμπληρώνεται με Ιδέες για διηγήματα από την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Στους τομείς των μαζικών μέσων και της ποπ κουλτούρας εξετάζονται θέματα όπως οι αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα (Μελένια Αρούχ), η αμερικανική μουσική στην Ελλάδα, 1954-2000 (Νίκος Μποζίνης) και οι επιρροές του αμερικανικού φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο. Στην κατηγορία «Λογοτεχνία, Γλώσσα, Σκέψη» αφιερώνονται κείμενα για τους αμερικανισμούς στην ελληνική γλώσσα (Σοφία Ζευγώλη), τις θεατρικές διαδρομές από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, από το 1960 στο 2000 (Κωνσταντίνος Μπλατάνης), την αμερικανική εμπειρία του Α.Ρ. Ραγκαβή (Έρη Σταυροπούλου) και τον αμερικανικό πραγματισμό σε σχέση με την ελληνική φιλοσοφία.

Στο κεφάλαιο των Ιστορικών Επιρροών ερευνώνται οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 (Σμάτη Γεμεντζή – Μαλαθούνη) και η επιρροή των ΗΠΑ στη μεταπολεμική Ελλάδα και γενικότερα οι αλληλεπιδράσεις πολιτικής και πολιτισμού (Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου). Τέλος οι Ευρυδίκη Αντουζλάτου – Ρετσίλα, Κωνσταντίνα Δριακοπούλου και Κωνσταντίνος Β. Πρώιμος ερευνούν τα του Χώρου της Τέχνης με αντίστοιχη θεματολογία την Αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα, την πορεία του graffiti από την Νέα Υόρκη στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και την αμφίσημη σχέση του Γιάννη Κουνέλη με τον βορειοαμερικανικό μινιμαλισμό.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 600, με σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων και 16σέλιδο με εικονογραφικό υλικό (γκράφιτι – έργα τέχνης) σε γυαλιστερό χαρτί.

Στις εικόνες: Alexis de Toqueville, Henry David Thoreau, Jean Braudrillard, Cornell West και στα ενδιάμεσα οι λογοτέχνες – οδηγοί μας στην δική τους Αμερική: J.D. Salinger, Charles Bukowski, W. Faukner, William Burroughs, Kurt Vonnegut Jr.

Δημοσίευση και σε mic.gr, σε συντομότερη μορφή.