Στο αίθριο του Πανδοχείου, 3: Τάσος Γουδέλης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Πόε, Kάφκα, Τόμας Μαν, Μπόρχες, Νίκος Καρούζος, Φιλίπ Σολλέρς, Ντε Λίλο

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Άπαντα των ανωτέρω

Αγαπημένα σας διηγήματα.

To επεισόδιο του εχθρού μου του Μπόρχες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας του παραπάνω διηγήματος όπου ο «εχθρός» είναι ο εαυτός μας…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός b20503του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων Αρπακτικά, το 1989, γράφτηκε στο πατρικό σπίτι της πρώην γυναίκας μου. Έκτοτε δεν χρησιμοποίησα άλλο χώρο πέρα από αυτόν του γραφείου μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μισοκοιμισμένος το πρωί συλλαμβάνω πολλές ιδέες, τις οποίες αργότερα επεξεργάζομαι στον κομπιούτερ. Οι περισσότερες, πάντως, ιδέες προκύπτουν μέσα από «δουλειά γραφείου», εντελώς πεζά..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Αγαπb21392ημένος ναί, ζηλευτός όχι: ο Χανς Κάστορπ ο ήρωας του Μαγικού βουνού, ο οποίος «ασθενεί» εξωτερικά από φυματίωση, νοσηλεύεται εκεί στο Νταβός, στον «Αδη του ύψους», διαλέγεται φιλοσοφικά, ερωτεύεται, παρακολουθεί γύρω του άλλους «πάσχοντες». Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να δούμε την ασθένειά του «ως μεταφορά», όπως θάλεγε και η Σούζαν Σόνταγκ, ίσως και ο Καρούζος: δηλαδή ως μια κατάσταση υπαρξιακής …μόλυνσης.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα Αρπακτικά (1990,b73654 εκδ. Το Δέντρο) περιέχουν ποικίλα διηγήματα, τα περισσότερα είναι ρεαλιστικά, που αντανακλούν βιώματα από το πατρικό σπίτι, το Στρατό, την Ασφάλεια επί Χούντας. Πιστεύω ότι δεν είναι απολύτως αναπαραστατικά, δεν αντιγράφουν εξωτερικά σκηνικά αλλά εσωτερικά.
Η συλλογή Πρωϊνή επίσκεψη (1993, εκδ. Ερατώ) είναι πιο κλειστοφοβική, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, κινούνται σε χώρους και καταστάσεις όπου επικρατεί ημίφως, το ύφος προσπαθεί να υπηρετήσει ένας είδος ποιητικού μινιμαλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις Σκιές γυναικών (1996, εκδ. Νεφέλη), όπου διάφορες ηρωίδες σκιαγραφούνται μέσα από μια διασπασμένη γλώσσα που καταγράφει ένα κυβιστικό βλέμμα.
Στη συλλογή Ο ύπνος του Άλφρεντ (1999, εκδ. Νεφέλη) κυριαρχεί το διακειμενικό, μεταμοντέρνο διήγημα, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Με βάση τον γνωστό, παλιό, ρομαντικό αμερικανό συγγραφέα Ουάσινγκτον Ίρβιν, επινοούνται φανταστικοί ήρωες και σκηνές της ζωής του τελευταίου καθώς και σελίδες της αμερικανικής ιστορίας της λογοτεχνίας.
Στο Η γυναίκα που μιλά (2002, εκδ. Κέδρος, κρατικό βραβείο και βραβείο διηγήματος του Διαβάζω) συναντάμε διηγήματα που δεν αφηγούνται μονότροπα μια ιστορία. Πολυεστιακά στον πυρήνα τους οδηγούν τον ανγνώστη σε διάφορες κατευθύνσεις ταυτόχρονα…
Στο μοναδικόb113039 μου βραχύ (επειδή δεν πιστεύω στα πολυσέλιδα βιβλία) μυθιστόρημα Οικογενειακές ιστορίες (2006, εκδ. Κέδρος), περιγράφεται σε συνειρμική γλώσσα η πορεία μιας ελληνικής οικογένειας από το 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το παράδοξο με αυτή την οικογένεια είναι το ότι η Ιστορία τους υπηρετεί και όχι το αντίθετο: τα μέλη της, αυτιστικά σχεδόν, συμμετέχουν στα εξωτερικά γεγονότα όταν αυτά το θελήσουν, όταν επιθυμούν να ξεφύγουν από τα προσωπικά τους προβλήματα.

Αγαπώ αρκετά διηγήματα από διάφορες συλλογές. Εάν θα έπρεπε, οπωσδήποτε να πάρω τη δύσκολη απόφαση να διαλέξω ένα μου βιβλίο, μάλλον θα στρεφόμουν προς τον Ύπνο του Άλφρεντ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Όπως πάντα πολλά βιβλία παράλb155072ληλα: αφηγηματικά, δοκιμιακά, φιλοσοφικά.
Ξαναδιάβασα Ρίτσο, με την ευκαιρία του προσεχούς αφιερώματος του Δέντρου και εντυπωσιάσθηκα από τα νέα μου θετικά συνασθήματα απέναντι σε μια ποίηση, άνιση μεν, πλην με ενα υπέδαφος θησαυρών που καταπλήσσει.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω, γιατί διασπώμαι. Η μουσική θέλει αφοσίωση, έχει δικο της πλήρη κόσμο.
Προτιμώ ξένη και ελληνική τζαζ και κλασσικά κομμάτια.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγήμάτων, πολλά από τα οποία έχουν προδημοσιευθεί σε περιοδικά.

b188157Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο;

Την κριτική λογοτεχνίας την αντιμετωπίζω σαν σπορ ή σαν ψυχαγωγία. Πάντα σημείωνα, ως αναγνώστης τις εντυπώσεις μου και αυτό με διασκέδαζε, μπορώ να πω.

Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Έχετε γράψει κείμενα για τον κινηματογράφο. Παρακολουθείτε τη σύγχρονη μορφή του;

Όσο μπορώ. Διαβάζω ξένα κείμενα και παρακολουθώ μάλλον συστηματικά τις νέες παραγωγές.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της 7ης τέχνης ποιο θα επιλέγατε;

b77223Ε, δεν θέλει και πολύ σκέψη: τη μεγαλύτερη μορφή του σινεμά μετά τον Όρσον Γουέλς, τον Ζαν Λικ Γκοντάρ φυσικά. Τώρα, υπάρχει μια σύγχρονη ανεξέλεγκτη, άνιση προσωπικότητα, που μπορεί να χαρίσει ένα αριστούργημα και μετά κάτι ευτελές, εννοώ τον Λας φον Τρίερ. Το Στοιχείο του εγκλήματος (1984) διαθέτει μια γλώσσα συνειρμική που μου ταιριάζει πολύ Αλλά εάν με ρωτούσατε ποια ταινία θεωρώ ανεπανάληπτη θα απαντούσα αδίστακτα: το Πέρσι στο Μαρίεμπαντ (1961) του Αλαίν Ρεναί.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, τις σκέψεις για το έργο τους και τις οδούς της συγγραφής.

Δημοσίευση και εδώ.

Διασκεδάσεις στην καλύτερη διασκευασία (Αφιέρωμα: διασκευές)

Δεν θα διαλέξω διασκευές που «έμειναν κλασικές» αλλά εκείνες που συνεχίζω ν’ ακούω με πάθος και σήμερα. Θα επικρατήσει, δηλαδή, και πάλι ο θρίαμβος του υποκειμενισμού, κατά τον αενάως επίκαιρο Guy Debord.

Να ξεμπερδέψω πρώτα με τα αυτονόητα ντυλανικά: το «Mr Tambourine man» τραγουδισμένο απ’ τους Byrds και το «Like a rolling stone» απ’ τους Rolling Stones (απ’ το «Stripped» του ’95). Απ’ τα Μπρεχτικά/ Bαϊλικά δε νομίζω να υπάρξει «ιδανικότερο» του «Alabama Song (Whiskey Bar)» απ’ τη φωνή του Jim Morrison – όταν το είπε ο Bowie ήταν πλέον αργά και γέρος. Ένα κομμάτι όμως που ύμνησε ο Λεπτός Αδύνατος Δούκας, το «Heroes», τραγουδιέται «αλλιώς» απ’ τη Nico στο «Drama of exile» του ’81. Μια άλλη ιέρεια ξεχωρίζει απ’ όλα τα χιλιοδιασκευασμένα Στοουνικά: η Marianne Faithfull όπως περιγράφει το «As tears go by» στο «Strange weather» της (1987). Είχε και κάποια σχέση μαζί τους, αν δε κάνω λάθος…

Δυο συναρπαστικές διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών και δη ρώσικων κοκκινοστρατιωτικών έθελξαν την καρδιά μου: το «The carnival is over» των Νick Cave and the Bad Seeds απ’ τον υποδειγματικό διασκευόδισκο «Kicking against the pricks» και το «Red Army Blues» των Waterboys (στο «Pagan Place» του ’84). Ο Cave στον ίδιο δίσκο εκτοξεύει κι άλλες καταστροφικές για την ηρεμία μας ρουκέτες: το «Running scared» του Roy Orbinson και, φυσικά, την οριστική απoδόμηση του «All tomorrows’ Parties» των Velvets. Ίσως όμως η πλέον απόλυτη γυμνή κλοπή του Μαυροκόρακα ήταν στο κυκλοφορημένο μόνο σε σινγκλ «In the Ghetto», το οριστικό Elvis τραγούδι.

Στα ίδια μαυροκλίματα: ηδυπαθής γίνεται η διασκευή του «Τhe Song of slurs» του σατανικού ζεύγους Anita Lane – Mick Harvey και τον παραγνωρισμένο «Intoxicated man» (1995) δίσκο του τελευταίου, γεμάτο με Serge Gainsbourg επαναγνώσεις. Μιλώντας για δίσκους – διασκευές ολόκληρων δίσκων, στο αμήχανο… μπητλικό «Let it be» (1988) των τευτονικών υμνωδών Laibach υπάρχει ένα ασύλληπτο «Two of us». Παραμένοντας στις σκοτεινές πλαγιές της ανθρώπινης ψυχής, αδυνατώ να ξεχάσω την εφιαλτικότερη-δε-γίνεται μετατροπή του «I walked with a zombie» του Roky Erickson στο παρθενικό LP των Vietnam Veterans. Όσο για τα παραγνωρισμένα γλαμ 70ς, παίρνουν μια μικρή δικαίωση με το «Cum on feel the noise» των Slade απ’ τους χαρντ ρόκερς Quiet Riot.

Προχωρώντας χρονικά, ίσως θα ήταν αδικία να μη βάλουμε και μια διασκευή που κατά πολλούς επικάλυπτε το πρωτότυπο, καθώς ο δεύτερος ζούσε όσα απλώς τραγουδούσε ο πρώτος: o Ferry ήταν περισσότερο «Jealous Guy» απ’ τον Lennon και συν τοις άλλοις σηματοδοτούσε τις αρχές των 80ς. Μπορεί μια διασκευή να αποτελέσει τον δραματικό ύμνο μιας μεταγενέστερης γενιάς; Το «That suicide is painless» (Altman/Mandel, theme from «Mash») απ’ τους Manic Street Preachers (ως σινγκλ και μετά σε συλλογές) το έκανε.

Mπορεί ένα ολόκληρο σάουντρακ να βασιστεί σ’ ένα easy listening κομμάτι σε διάφορες όψεις διαθέσεων υπέροχων ως μελλοντολογικώς εφιαλτικών; O Michael Kamen στην ταινία – σταθμό των 80ς, το Brazil του Terry Gilliam, το έκανε. Πάντως αν καθήσουμε και υπολογίσουμε πόσες διασκευές κλασσικών ή λιγότερο κλασσικών κομματιών (ιδίως 60ς) έχουμε απολαύσει, τελειωμό δε θα ’χουμε. Το ίδιο θα γινόταν κι αν πιάναμε τις ψυχεδελικές μπάντες των 60ς. Παράδειγμα η διασκευή του «In the past» των We the people (;) στο «Inner Mystique» των Chocolate Watchband – ίσως σ’ ένα άλλο αφιέρωμα αυτά. Αφήστε δε τα προσωπικά classics του καθενός μας – π.χ. το δικό μου κουμπί που λέγεται «Ring of fire» (Johnny Cash) από ποιόν να το πρωτοδιαλέξω; Από Αnimals ή Country Joe and the Fish; Ακόμα κι από πλανόδιο αν τ’ ακούω, «φεύγω».

Κι απ’ τους τελευταίους των Μοϊκανών; Αφού έχουμε το άλλοθι της υποκειμενικότητας ας μνημονεύσουμε τις «συγκινητικές» διασκευές έκαναν οι πολυαγαπημένοι μας Triffids. Ποιος αντιστέκεται στο «Can’t help falling in love» (Creatore/Peretti/Weiss) έστω κι αν το βρίσκει στα rarities τους; Ή στην απρόσμενη του «Rent» των … Pet Shop Boys, ξεπερνώντας το πρωτότυπο;

Άφησα για το τέλος τα δυο κορυφαία κατ’ εμέ διασκευάσματα. Το ένα το βρήκα στο «Catfish Eyes and Tales» (1988) των ασύλληπτων Γάλλων ψυχεδελιστών Vietnam Veterans. Ήταν μια ατέλειωτη στα λεπτά μαγική ψυχεδελοποίηση του φολκ «The Days of Pearly Spencer» του David McWilliams, πλημμυρισμένη φαζ, όργανα, εφφέ, παραισθησιογόνα. Το άλλο, γνωστό τοις πάσι, μετέτρεπε σκωπτικά και υμνητικά ένα δακρύβρεχτο χιτ σε ροκ εντ ρολλ λάβαρο. Και ξέρω πολλούς που το έκαναν μανιφέστο στη σύντομη αλλά συναρπαστική ζωή τους, όπως κι ο ίδιος ο αυτουργός Sid Vicious και το «My way» του. Άλλωστε ταιριάζει και για επίλογο εδώ, καθώς όλοι οι παραπάνω κλέφτες did it their way.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ως μέρος ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr στις διασκευές. Στις φωτ.: N. Cave, M. Harvey, V. Veterans.