Κώστας Μαυρουδής – Η αθανασία των σκύλων

Η 1αειθαλής κυνότητα

Για χρόνια παρακολουθώ σκύλους να οσμίζονται «σήματα» των πεζοδρομίων και των πάρκων, να ερμηνεύουν το αθέατο κρυπτογράφημα, να μεταβάλλουν ασαφείς πληροφορίες σε απαντήσεις. Μόνο που στο σκύλο το ζητούμενο, αν και κρίσιμο, δείχνει στοιχειώδες […] δεν υπάρχει ο κοινός τόπος, οι ειδήσεις διαθέτουν την αμεσότητα, τη φρεσκάδα, την επικαιρότητα της Γένεσης. Η ζωή, σύνθεση από άμεσες εντυπώσεις και έμφυτους αυτοματισμούς, απλώς «είναι», χωρίς την εμπλοκή που φτιάχνει η συνείδηση, δηλαδή χωρίς μοίρα: λόγος κοινός και συνάφεια εδεμική με τον κόσμο, με τον οποίο δεν μπορεί να μην ταυτίζεται. [σ. 162, 163]

Η συλλογή ιστοριών με κοινό θέμα αποτελεί οπωσδήποτε μια σαγηνευτική ιδέα που μπορεί να μας προσφέρει πολλαπλές τέρψεις, από εκείνη της ανθολογημένης συλλογής πάνω σε αγαπημένο έμψυχο ή άψυχο μέχρι την συμμετοχή στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό εύρος του βίου του και από την δοκιμή πάνω σε διάφορες μορφές γραφής μέχρι την απόσταξη αληθειών και φιλοσοφιών μέσα από οικείες σκέψεις και εικόνες.

Θυμάμαι μάλιστα, την εποχή που «άνοιξα» το Πανδοχείο, ένας εκλεκτός συνεργάτης σ’ εκείνο το ερευνητικό κέντρο, μου αποκάλυψε το δικό του ιστολόγιο, εξολοκλήρου αφιερωμένο στους σκύλους, το Κυνολόγιο. Βρήκα την ιδέα εξαιρετική και καθώς επρόκειτο γBill Styron walking with Aquinnah, Roxbury, Connecticut, April 29, 1979ια ανθολογία ειδήσεων, διαφόρων κειμένων, φωτογραφιών, μαρτυριών, λογοτεχνικών αποσπασμάτων κ.ά. αμέσως σκέφτηκα το εκδοτικό κενό μιας αμιγούς τέτοιας λογοτεχνικής συλλογής.

Ο Μαυρουδής, σεσημασμένος συμμέτοχος της κοινότητας ή της μοναχικότητας των σκύλων, μιας ευρύτερης κυνότητας (δεν αντέχω να μην εντυπώσω το λογοπαικτικό ομόηχο) αναλαμβάνει το έργο σε εβδομήντα κείμενα – διηγήματα, αφηγήματα, μικρές φόρμες. Η γραφή του, ακριβώς όπως την γνωρίζουμε: μνημονική αλλά προσγειωμένη, νοσταλγική και ταυτόχρονα ψύχραιμη, ειρωνική όπως και τρυφερή, αισθητική και αισθητηριακή· ανοιχτή σε όλους τους χαρακτήρες, διαχέεται στον χρόνο και εκτείνεται στον τόπο, προσκαλεί την ποίηση, λογοτεχνεί την λεπτομέρεια, αποφθεγματίζει και φιλοσοφεί, γνωρίζοντας την ίδια στιγμή την ίδια την ακύρωση των αληθειών που τόσο πειστικά διακρίνει.

Neil YoungΜια ανάμνηση μπορεί να εκκινεί από κάποια κινηματογραφική σκηνή ή απλώς να συνομιλεί μαζί της στο ίδιο κείμενο. Οι τυφλοί εκδρομείς που βλέπουν δια της περιγραφής τα μνημεία στο ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτσογκ Η χώρα της σιωπής και του σκότους φέρνουν στην μνήμη ένα συμβάν από μια πλατεία στο Ρίμινι. Ένας τυφλός νέος χαϊδεύει έναν σκύλο που τον πλησιάζει και αποφαίνεται αλάνθαστα για το χρώμα και την ράτσα· την ίδια στιγμή ο αυτόπτης συγγραφέας ως αδιάκριτος κατάσκοπος αισθάνεται το ερώτημα του Πώς σου φαίνεται, περίεργε, που το μάτι της αφής έχει την ίδια βεβαιότητα με την όρασή σου;

Σε μια άλλη σύντομη σκηνή από την Βιριδιάνα ένας άνθρωπος απελευθερώνει έναν δεμένο σκύλο, αλλά αμέσως μετά βλέπει μια ανάλογη εικόνα. Σύμφωνα με την άποψη ενός κριτικού τότε, η απελευθέρωση του ενός δεν προσφέρει τίποτα και η λύση, αν δεν είναι συλλογική, δεν είναι λύση. Έπρεπε να ειπωθεί μιfrancoise saganα φράση στον Σίντλερ χρόνια μετά, πως Εκείνος που σώζει έναν άνθρωπο είναι σαν να σώζει όλο τον κόσμο. Και αυτή η άποψη για τον Έναν, γράφει ο συγγραφέας, ακούγεται πιο κατανοητή και ανθρώπινη, σε σχέση με το επικό σχέδιο της οικουμενικής σωτηρίας. Και, προσθέτω, αυτό άλλωστε κινεί καθημερινά όλους εμάς στη σωτηρίου ενός κουταβιού ή ενός κακοπαθημένου σκύλου; Σώζουμε το ένα και σφίγγουμε τα δόντια για τα υπόλοιπα· κι αυτές οι μονάδες, πολλές στο ανοιχτό τελικό άθροισμα, αποτελούν ισάριθμες ζωές. Όπως άλλωστε και η δική μας, μία αναλογεί στον καθένα μας.

Και ενώ, όπως τόσες δευτερεύουσες ή ασήμαντες παρουσίες στη ζωή οδήγησε σε κάτι κεντρικό που μετράει περισσότερο, μολονότι η φωτογραφία του Μαξ είναι αφηγηματική λεπτομέρεια, ο ίδιος κερδίζει πόντους, δεν χάνει τη σημασία του. Τον σκεπτόμαστε περισσότερο απ’ ότι του αναλογεί, κατανοούμε τη συντομία του περάσματος, αφού, όπως εκείνος, είμαστε κι εμείς πολύ συχνά για τους άλλους βιαστικές, χωρίς προσδιορισμούς αναφορές, ποιο υπήρξαμε πραγματικά, τι κάναμε. [σ. 143]

E.L. Doctorow with Becky. a Weimaraner, swimming in Gardiner's Bay, Ny August 3, 1975Στο μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια ο συγγραφέας εντοπίζει στην τσάντα της νεκρής πια μητέρας του την φωτογραφία ενός Γκόλντεν Ριτρίβερ που είχε μικρός, του Μαξ. Ο σκύλος σαν διακριτική σκιά περνάει αδιάφορα στην αφήγηση, καθώς αποτελεί ευκαιρία και μόνο για να βγει στο προσκήνιο ένας άλλος ήρωας – και ακριβώς αυτό το πέρασμα δίνει το έναυσμα στον Μαρουδή για τις παραπάνω σκέψεις.

Κάποτε η αυτοβιογραφικότητα του συγγραφέα και το ύφος του αφηγητή αναζητούν την τετράποδη αφορμή για να εκφράσουν την δική τους ουσία. Το κείμενο που βρίσκεται στο νούμερο 38 εκφράζει το παρόν μιας εποχής όπου η απόκρυψη της ταυτότητας και η συνακόλουθη διαδικτυακή φάρσα αποτελούν εκτός από ηθικό αδίκημα, ευκαιρία ψυχολογικών διαπιστώσεων και εκδικητικής δικαίωσης. Εδώ η κοκερίνα Κορντέλια αποδεικνύεται ιδανική παγίδα για το θύμα που τόλμησε να αγνοεί επιδεικτικά για καιρό απροσμέτρητο τον συγγραφέα φαρσέρ.

James Ellroy - DogΊσως το κείμενο που δεν κουράζομαι να διαβάζω και να μεταφέρω είναι το υπ’ αριθ. 21, που πρωτοδιάβασα στο ιστολόγιο του συγγραφέα. Εδώ ο αφηγητής βρίσκεται, Χριστούγεννα του 1972, στην είσοδο ενός μεγάλου παρισινού «Πριζουνίκ» όπου τον πλησιάζει μια γυναίκα για να του ζητήσει να κρατήσει τρία λεπτά τον σκύλο της, για να μπει για λίγο στο κατάστημα. Μετά από πολλαπλάσια λεπτά, ο προσωρινός κάτοχος εντοπίζει ένα σημείωμα: «δεν έχω άλλη επιλογή». Ο σκύλος τώρα ανήκει σε αυτόν εκτός αν επαναληφθεί το παραπλανητικό εύρημα, σε μια πιθανή εις το άπειρο διαιώνιση…

Οι σελίδες του Συμβολισμού βρίθουν από εικόνες συναντήσεων ανάμεσα σε πρόσωπα που κοιτάζονται για λίγο και το επόμενο λεπτό χάνονται για πάντα. Το βιαστικό βλέμμα είναι μια εμμονή της λογοτεχνίας η οποία, ως γνωστόν, διψά για εμπόδια και διαψεύσεις…γράφει στον 45ο παράλληλο ο συγγραφέας, παραλληλίζοντας τον περίφημο μπωντλαιρικό στίχο  – μυστική συνεννόηση ανάμεσα στα βλέμματα με την ενθύμηση εκείνης που διέσχισε μια διάβαση στη νότια Γαλλία κρατώντας ένα μεγαλόσωμο αγγλικό Φοξχάουντ. Άραγε οι δυο ραφινάτες φιγούρες, συμπλήρωμα η μια της άλλης, θα δικαιώσουν το φιλολογικό ανεκπλήρωτο ή η εξέλιξη θα είναι διαφορετική;

P.G. Wodehouse with his Dachshund, Jed, Remsenberg, NY, February 21, 1973Το εκλεκτό κυνοκομείο είναι ευρύχωρο: περιλαμβάνει γραπτές φωτογραφίες (κι ας είναι αυτές «ψίθυροι, το “αντ’ αυτού”, ο αδύνατος αντίλογος στην εμπειρία»), σχόλια πάνω σε ποίηση (π.χ. στον Επιτάφιο για ένα Σκύλο του Μπάιρον [1808]), ένα αξέχαστο ιαπωνικό παραμύθι, τις λέξεις του Ζαν Ζενέ για τον μπρούντζινο σκύλο του Τζακομέτι, επίμονα γαβγίσματα που «δεν αξιολογήθησαν» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του 1912 (στην υπέροχη μικροϊστορία υπ’ αριθμ. 51), τον στρατό των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων του Τείχους του Βερολίνου, στα αχρείαστα πλέον, που βρήκε καταφύγιο σε σπίτια εθελοντών ιδιοκτητών, μακριά από τον ρόλο του κρατικού φύλακα, αδυνατώντας να αποφύγει την ταραχή όποτε πλησιάζουν τις ανύπαρκτες πια διαδρομές.

Townes van ZandtΚάποια στιγμή την αφήγηση την αναλαμβάνει το τιμώμενο ζώο. Μιλάει για τις διαθέσεις που δημιουργεί η μετακίνηση των μεγάλων αποστάσεων – την συγκίνηση, την αρχαία ανησυχία της αλλαγής και εστιάζει στον δικό του αισθητικό και αισθητηριακό κόσμο: μυρίζει δέντρα, φανοστάτες, πυροσβεστικούς κρουνούς για να μάθει τα κατορθώματα του δικού του πληθυσμού, όπως ο άνθρωπος διαβάζει την εφημερίδα. Και, εντέλει, οι σκύλοι είναι όντως αθάνατοι, όχι μόνο χάρη στο αναντίλεκτο αξίωμα που κρύβεται κάπου μέσα στα κείμενα αλλά και επειδή έγιναν, γίνονται και μπορούν να γίνουν λογοτεχνικοί. Ποια άλλη ύπαρξη νοιώθει παρείσακτη, ποια μηχανεύεται ταυτότητες που την υπερβαίνουν, τι απ’ όλα γύρω μας είναι συγχρόνως και κάτι άλλο; Σίγουρα όχι αυτοί.

Υστερόγραφο: ένα προσωπικό κείμενο του Πανδοχέα που αφιερώνεται στον Συγγραφέα.

Ο σκύλος της ΦωκίωνοςΥπάρχει κάτι πρόσθετο που μένει από την ανάγνωση της διόλου κυνικής Κυνικής Αθανασίας: η αίσθηση ενός παιχνιδιού ατελεύτητου, μια πρόσκληση ενθύμησης όλων των σκύλων με τους οποίους κάποτε και με κάποιο τρόπο διασταυρωθήκαμε σε ιστορία διηγήσιμη και μια παράλληλη ώθηση εγγραφής της σε κείμενο μικρό και ευσύνοπτο. Η μονάκριβή μου Πέτρα τετράποδη συμβία από εξαετίας είναι τόσο παρούσα και τόσο ενεργή στη ζωή μου ώστε η όποια διήγηση να μοιάζει ανεδαφική μπροστά στα συμβαίνοντα και τα αξιοβίωτα. Αν αναζητούσα το άλλο χρονικό άκρο της συναισθηματικής μου εμπλοκής με σκύλο, θα έφτανα μέχρι τα παλαιότερο δυνατό ενθύμιο παρελθόν μου· εκεί, θα με περίμενε στην ίδια θέση όπως και τότε, σαράντα χρόνια πριν, ένας μαρμάρινος καθιστός σκύλος στην πράσινη νησίδα στο μέσον της Φωκίωνος Νέγρη: [έργο του Ευριπίδη Βαβούρη, 1940].

abbaΔεν θυμάμαι πόσες φορές κάθισα πάνω του, ακίνητος ιππέας με την βεβαιότητα πως δεν γίνομαι βάρος στο λείο του κορμί· θυμάμαι όμως καλά την λευκότητα και την δροσιά του μαρμάρου, την αναζήτηση μιας ζωντάνιας στο ακίνητο πρόσωπο, την υπόθεση της ευτυχίας που υποκρύπτει το ελαφρώς υψωμένο πρόσωπο, την ασφαλή αλλά και ζηλευτή θέση του στο μέσο των περιπάτων. Αλλά αυτό που βλέπω πια σήμερα είναι ακριβώς ένα σημείο όπου κάθισα μικρός, ίσως το μόνο που διατηρεί την μνήμη του αγγίγματός μου αλλά και που μου επιστρέφει ατόφια την ανάμνηση του παππού μου. Στις δικές μου εβδομήκοντα ιστορίες, αυτή θα ήταν η πρώτη, η Πετρούλα η τελευταία, και σίγουρα οι ενδιάμεσες 68 έχουν ήδη τους ήρωες και τις ηρωίδες τους.

Cat Stevens - DogΚαθώς πάλι ολοκληρώνεται το πάντα εν θερμώ γραμμένο κείμενο και αναζητώ στο γνωστό κυβερνητικό χάος τις φωτογραφίες που θα πλαισιώσουν την ανάρτηση, καταλήγω σε ζεύγη πολύ αγαπημένων συγγραφέων ή μουσικών με τον σκύλο τους, που με τη σειρά τους εμπνέουν κι εκείνοι την δική τους κατάθεση στην οιονεί ανοιχτή συλλογή. Από την πλευρά των σελίδων βλέπω τον William Styron, να ισορροπεί σαν άθλημα πάνω στην δική του λεπτή ψυχική ισορροπία, που διαταράχθηκε βαθειά αλλά ακόμα και τότε απέδωσε άξια γραφή. Τα μισόκλειστα μάτια του σχεδόν μοιάζουν να εμπιστεύονται τον ακόλουθο σύντροφό του. Στην πλευρά του «πενταγράμμου», στέκομαι στο βλέμμα των Townes van Zandt και Cat Stevens, προτού απεκδυθούν την ταυτότητά τους και χαθούν σε άλλους πολιτισμούς – ένα βλέμμα που διηγείται την επιθυμία της φυγής από τον κόσμο των ανθρώπων, αλλά όχι των σκύλων.

Εκδ. Πόλις, 2013, σελ. 212. Με δεκαπέντε σημειώσεις του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Βιβλιοπανδοχείο, 146 / They wanna be your dog.

Στις εικόνες: William Styron, Neil Young, Francoise Sagan, E.L. Doctorow, James Ellroy, P.G. Wodehouse, Townes van Zandt, O σκύλος της Φωκίωνος Νέγρη, 2 Abba, Cat Stevens.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 142. Παύλος Κάγιος

pavlos-xathΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;

Η αρχή  έγινε το 1971 όταν ήμουν 19 χρονών όπου πρώτο-δημοσιεύτηκε το διήγημά μου «Προσπαθώντας» από τις  εκδόσεις Κάλβος στο βιβλίο Διήγημα 1971. Ακολούθησαν σποραδικές δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Το 1995 εκδόθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια». Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Σε είδα  να’ σαι αόρατος» -2000- «Δεν υπάρχει ελευθερία μακριά σου» -2005-«Και με κλειστά μάτια θα βλέπω»-2009- «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» -Δεκέμβρης 2013. Όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b14273Το  διήγημα «Προσπαθώντας» το 1971, τότε που ήμουν 19 χρονών και μόλις είχα βγει από τη Σωτηρία όπου έμεινα ένα χρόνο άρρωστος από φυματίωση. Τα χρόνια πέρασαν γράφοντας σποραδικά ποιήματα και προσπαθώντας να βγάλω τον επιούσιο δουλεύοντας και σπουδάζοντας. Από το 1984 μέχρι το 2010 εργαζόμουν στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ως μόνιμος συντάκτης στο  καλλιτεχνικό ρεπορτάζ –με ειδικότητα στο σινεμά. Ώσπου το 1991, ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο  χάθηκε ο καλύτερος φίλος μου, ο Λευτέρης Κυπραίος, κι εγώ «πήγα και ήρθα», με έκανε να πω: Ή τώρα, ή ποτέ. Έτσι άρχισα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα, το «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια», που εκδόθηκε το 1995 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τον Θανάση Καστανιώτη τον είχα γνωρίσει από τον Λευτέρη Κυπραίο, την εποχή που έβγαζε το περιοδικό Μετρό της χαρισματικής και χαμένης –επίσης – Λουκίας Ρικάκη. Το «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια» έκανε 13 εκδόσεις  και μου έδωσε μεγάλη χαρά, όχι γιατί έγινε μπεστ-σέλερ, αλλά γιατί μου πρόσφερε τη χαρά να «επικοινωνήσω»  με τόσο κόσμο.

Το δεύτερο μυθιστόρημά μου, το «Σε είδα να ’σαι αόρατος»,  κυκλοφόρησε το 2000. Είναι η ιστορία μιας παρέας αθηναίων φίλων που αποφασίζουν να μείνουν όλοι στην ίδια πολυκατοικία στο Κεραμεικό.

Το τρίτb42052ο μυθιστόρημά μου, το «Δεν υπάρχει ελευθερία μακριά σου», κυκλοφόρησε το 2005. Είναι η ιστορία ενός μεγάλου έρωτα που «καίγεται». Και τα τρία πρώτα μυθιστορήματά μου είναι αφιερωμένα στη μνήμη του Λευτέρη Κυπραίου, του φίλου που με σημάδεψε η γνωριμία μου μαζί του. Τα εξώφυλλα τα έχει επιμεληθεί η ζωγράφος Μαρίλη Ζαρκάδα.

Το τέταρτο μυθιστόρημά μου, το «Και με κλειστά μάτια θα βλέπω», κυκλοφόρησε το τέλος του 2009. Είναι αφιερωμένο στους γονείς μου. Είναι μια μυθιστορηματική μυθοπλασία της ζωής τους –από τα χρόνια του Μεσοπολέμου μέχρι τις αρχές  του 21ου αιώνα. Τολμώ να πω πως θέλω να είναι και η ιστορία  των φτωχών και αφανών ηρώων της σκληρής καθημερινότητας της  Ελλάδας. Των ανθρώπων που έγραψαν την αληθινή ιστορία αυτής  της χώρας.

Το πέμπτο μυθιστόρημά μου, το «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ», κυκλοφόρησε το Νοέμβρη του 2013. Όλα έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» μου είπε η μάνα μου το 2010, αλλά ύστερα από λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή . Στη μνήμη της μάνας μου, της μούσας της ζωής μου, έχω αφιερωμένο αυτό το βιβλίο μου.

b88964Από το 1973 μέχρι σήμερα, πάνε 40 χρόνια. Τα πρώτα, μετά  την Μεταπολίτευση του ’74, ήταν χρόνια αθωότητας, αγώνων, πάθους, αλλά και κρυμμένων, από τους ίδιους του εαυτούς μας, μυστικών…  Μετά ήρθε η ενηλικίωση και τα χρόνια της ευθύνης που αρκετοί από μας τα τραβήξαμε με βερμπαλιστική και βολική ανευθυνότητα. Αυτά τα 40 χρόνια που είναι τα πιο ώριμα και συνειδητά της ζωής μου, ξεδιπλώνονται στο «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ». Μέσα τους είμαι εγώ και η δικιά μου Ελλάδα  όπως έχει περάσει στη μνήμη μου. Σαράντα χρόνια που κύλησαν σα νερό. Επειδή όμως, «το νερό έχει μνήμη», όπως λέει κι ένας ήρωας του μυθιστορήματος, θέλησα αυτό το βιβλίο να είναι το ψυχογράφημα μιας εποχής και να  αναδύει τη ρέουσα μνήμη της ψυχής μου. Τώρα που εκδόθηκε, νιώθω πως μέσα σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει όλη η μνήμη μου. Όλα είναι εδώ. Και αυτά που έζησα και  οι δικοί μου άνθρωποι  που χάθηκαν…

ΜΗ Μ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ ΧΑΘΩ 5628-1Νιώθω λες και  επί σαράντα χρόνια «ζωγραφίζαμε» ένα πορτραίτο που –δυστυχώς…- τα αποκαλυπτήριά του έγιναν το 2010 όταν ξέσπασε η κρίση. Από κείνη  τη χρονιά  άρχισε να  ξεδιπλώνεται μπροστά μας ο λογαριασμός των πράξεών μας….Στα  τέσσερα χρόνια που έγραφα το βιβλίο μου, αυτές οι  δεκαετίες  της Μεταπολίτευσης έρχονταν στο νου μου λες και τις ζήσαμε σαν να ήμασταν  διχασμένες  προσωπικότητες, προσπαθώντας να συνταιριάξουμε τα αταίριαστα –και μέσα μας και γύρω μας. Τη φτώχεια με την καλοπέραση και τον ξαφνικό «πλούτο», την ηθική με την ανηθικότητα, τον ελεύθερο έρωτα με τις οικογενειακές παραδόσεις, την αγάπη με το συμφέρον, την επανάσταση με την συντήρηση, την πολιτική ανατροπή με το βόλεμα, τον αληθινό εαυτό μας με το φτιαχτό κοινωνικό μας προφίλ. Ένα παιχνίδι που από ένα σημείο και μετά, ιδίως μετά το 1981, νομίζω ότι έγινε  η δεύτερη φύση μας και  το παίζαμε για να γίνουμε «πετυχημένοι», άκαρδοι, ξιπασμένοι.

Ήρωες του βιβλίου είμαι εγώ,  κι ο κόσμος που έζησα –εμείς, θέλω να πιστεύω.  Τα όνειρα μας, οι αγώνες μας, οι αλήθειες και τα ψέματά μας, οι συμβιβασμοί μας και τα λάθη  μας. Δεν ήθελα να χαρίζεται σε κανένα μας η ιστορία, αλλά, δεν ήθελα να ρίχνει και «ανάθεμα» σε κανένα. Μιλάει με αγάπη για τους ήρωες  του και για τη  χώρα μας που είχαμε όνειρα πολλά μα χαθήκαμε στα γρανάζια της διαπλοκής, της υποκρισίας, του συμφέροντος, της διαφθοράς… Γι αυτό και παραδοθήκαμε αμαχητί στους ξένους που εισβάλανε με …ορμή  το 2010.  Από τότε, έχουμε ντυθεί την αγωνία του πότε θα πυροβολήσουν και ζούμε πανικόβλητοι, όπως και οι ήρωες του βιβλίου…

Αισθάνομαι πως  όσο κι αν φLeo-Tolstoyωνάζουμε: ΜΗ Μ’ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ  ΧΑΘΩ η αλήθεια και το ψέμα, είμαστε εμείς.  Μόνο αν τολμήσουμε να  ψάξουμε να βρούμε τον  λησμονημένο μας  εαυτό και τις  ξεχασμένες αλήθειες μας μπορεί να μη χαθούμε…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Όταν έχεις διάθεση, ο τόπος «υπακούει» σε αυτή, ή, και το αντίθετο, ο τόπος σου προκαλεί τη διάθεση.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα. Όλοι οι ήρωες, όλων των βιβλίων μου, με ακολουθούν. Όλοι οι ήρωες «είμαι εγώ» ή αυτό που «δεν θα ήθελα να είμαι». Μαθαίνω νέα τους και τη μια χαίρομαι, την άλλη λυπάμαι για το πώς πάνε στη ζωή τους. Τι περισσότερες φορές, όμως, αυτοί είναι που συμβουλεύουν εμένα τι να κάνω στη ζωή μου…

22695_seferisΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το ορμητήριό μου, θα έλεγα, είναι στα Βίλια, στο εξοχικό που έχω εκεί με τα αδέλφια μου. Ένα χωριό της Αττικής που έχει «χαλάσει» λίγο σε σχέση με πολλά άλλα της πρωτεύουσας . Είναι μια ώρα από την Ομόνοια στην οποία ζω και δεν την αλλάζω με  καμιά άλλη περιοχή της Αθήνας, αλλά έχεις την αίσθηση , ιδίως το χειμώνα, ότι είσαι στον …παράδεισο. Έτσι, «παράδεισο», προσφωνούσε τα  Βίλια η μάνα μου. Και να σημειώσω ότι τυχαία βρεθήκαμε εκεί, δεν έχουμε καταγωγή από εκεί. Η Έλλη Λαμπέτη που καταγόταν από εκεί κι ήταν η αγαπημένη μου ηθοποιός, και μια εκδρομή που είχα κάνει όταν πήγαινα στο Δημοτικό στο Πόρτο Γερμενό,  στάθηκαν οι αφορμές να φτάσουμε εκεί. Άσε που το σπίτι μας είναι στην οδό Έλλης Λαμπέτη κι αυτό το θεώρησα «σαμαδιακό»…

fdΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν θα έλεγα κάτι τέτοιο… Η μουσική ναι, μου αρέσει να έχω συντροφιά τη μουσική όταν γράφω. Θυμάμαι πως  τα πρώτα τρία βιβλία μου τα έγραψα με τα σάουντρακ της μουσικής που έχει γράψει ο Ζμπίγκιεφ Πράισνερ για τις ταινίες του Κριστόφ Κισλόσφκι «Η διπλή ζωή της Βερόνικα», «Μπλε», «Κόκκινη», «Άσπρη».

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Tasos Livaditis1Οι μόνες σπουδές που έχω κάνει είναι για τη σκηνοθεσία κινηματογράφου. Κατά τ’ αλλά θα έλεγα πως είμαι «αυτοδίδακτος». Επί 30 χρόνια δημοσιογραφούσα. Έγινα δημοσιογράφος από την αγάπη μου στο σινεμά –και την ανάγκη να επιζήσω. Θυμάμαι πως ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο δάσκαλός μου, μου είχε πρώτο-προσφέρει αυτή την ευκαιρία. Και σε μένα και στον Λευτέρη Κυπραίο. Στην δημοσιογραφία, πάντως, χρωστάω πολλά, μέσα από αυτή, έμαθα να γράφω συγκεκριμένα, να μην «χάνομαι», να γίνομαι λιτός και ουσιαστικός στο λόγο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση είναι η μεγάλη μου αγάπη. Με ποίηση ξεκίνησα να γράφω. Ποιητές είναι οι  λατρεμένοι συγγραφείς. Η ποίηση είναι η μεγαλύτερη μορφή τέχνης .

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

R.M.RilkeΤη ζωή του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη. Τη «κρυφή» ζωή –όπως είναι στη ψυχή μου…- του Κριστόφ Κισλόσφκι. Την αφανέρωτη ζωή άσημων ποιητών, λογοτεχνών που έγραφαν μα ποτέ δεν δημοσίευσαν τίποτα.

Τι γράφετε τώρα; 

Μόλις τελείωσα το πέμπτο μυθιστόρημά μου «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τώρα έχω καταπιαστεί με  τα ποιήματα που  έχω γράψει τα 40 τελευταία χρόνια της ζωής μου.  Δουλεύω στο μυαλό μου το επόμενο μυθιστόρημά μου που θα είναι γύρω από τους «κληρονόμους»…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο ΦιοSH and Watson 1ντόρ Ντοστογιέφσκι νιώθω να είναι το Α και το Ω στη λογοτεχνία. Όπως και ο Γιώργος Σεφέρης στην ποίηση. Η συναισθηματική αδυναμία μου, όμως, είναι ο Τάσος Λειβαδίτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα τα βιβλία του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, οι ελληνικές αρχαίες τραγωδίες, ο Λέων Τολστόι, πολλά βιβλία του Φίλιπ Ροθ, ο «Υπνοβάτης» της Μαργαρίτας Καραπάνου,  ο Τζόναθαν Κόου στο «Τι ωραίο πλιάτσικο»

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Γιώργου Ιωάννου. Και από ξένα «Τα γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε.

riley-krug-philip-rothΑγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρασκόλνικοφ στο «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, η Σκάρλετ Ο’ Χάρα στο «Όσα παίρνει ο άνεμος» της Μάργκαρετ  Μίτσελ.  Ο Σέρλοκ Χολμς και ο φίλος του γιατρός Γουάτσον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα «Το θέατρο του Σάμπαθ» του Φίλιπ Ροθ, τη «Τέλεια γαλήνη» του Άμος Όζ, τα ποιήματα «Υπερώον» του Γιάννη Ρίτσου,  «Περιπέτειες ενός τυφλού» της Ιουλίας Τόλια και τη «Μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη» του Πέτρου Μπιρμπίλη.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Άμα πέσουν στα χέρια μου ναι, όχι συστηματικά.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ιnside LLeyn DavisΤη «νεκρή Ευρώπη» του Χρήστου Τσιόλκα στη διαδρομή με λεωφορείο Αθήνα-Θεσσαλονίκη που στάθηκε αφορμή να γνωρίσω τη φίλη μου, κατόπιν, Κατερίνα Γεωργιάδου.  Παλαιότερα η «Αρχαία σκουριά» της Μάρως Δούκα στη διαδρομή με καράβι  Ηράκλειο-Σαντορίνη, η «Χαμένη άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα  στη διαδρομή με καράβι Πειραιάς –Αμοργός.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ο κινηματογράφος «είναι η ζωή μου». Φέτος συγκινήθηκα πολύ με το φιλμ των αδελφών Κοέν «Ιnside LLeyn Davis», «Nebraska» του Αλεξάντερ Πέιν, «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά. Στο θέατρο είδα την πολύ ωραία παράσταση  «Η εκδοχή του Μπράουνινγκ» του Τέρενς Ράτιγκαν στο θέατρο Εμπορικόν με τον Δημήτρη Καταλειφό.

important-c-est-d-aimer-1975-09-gΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το ίντερνετ και το διαδίκτυο γενικότερα, είναι μεγάλη  ανακάλυψη. Μπορείς  να  έχεις όλου του κόσμου τις πληροφορίες και να μαθαίνεις τα πάντα, πέρα από «κέντρα μεγάλων αποφάσεων και συμφερόντων»,  κάνοντας ένα κλικ. Χρειάζεται, βέβαια, να  διασταυρώνεις αυτές τις ειδήσεις και τη γνώση.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Το διάβασμα και το γράψιμο –κατά συνέπεια και η σκέψη, η αγωνία και η αναζήτηση… – είναι η ζωή μου. Τι να την κάνω την «αιώνια νεότητα» έτσι ωραία, μα άδεια αν δεν είχα το μυαλό μου. Δεν θα ήταν σκέτη πλήξη;

pkΚάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Που «κρύβεται» η ουσία της ζωής;

«Στο απλό η πληρότητα. Κι όπως λέει ο Δημήτρης , ο ήρωας του μυθιστορήματός  μου  «ΜΗ Μ’ ΑΦΉΣΕΙΑ ΝΑ ΧΑΘΩ» στο φινάλε του βιβλίου :Για να σωθείς/Πρέπει πρώτα να χαθείς/Για να γελάσεις/Πρέπει πρώτα να κλάψεις/Για να ζητάς τα ρέστα/Πρέπει πρώτα να πληρώσεις/Για να αναστηθείς/Πρέπει πρώτα να πεθάνεις./ Μόνο οι βρυκόλακες και «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνουν.

Στις εικόνες: Leo Tolstoy, Γιώργος Σεφέρης, Fyodor Dostoyevsky, Τάσος Λειβαδίτης, Rainer Maria Rilke, Sherlock Holmes & Dr. Watson, Philip Roth και καρέ από τα Ιnside LLeyn Davis και L’ important c’ est d’ aimer, αγαπημένες ταινίες του συγγραφέα.