Δημήτρης Χριστόπουλος – Δημόσιες ιστορίες

Καθccώς ψυχορραγούμε

…όσο άδειο ένιωθε το μέσα του τόσο σκληρό σα σίδερο ένιωθε το κορμί του.

Ο λόγος για To ροτβάιλερ, που αποτελεί και το παρατσούκλι ενός νέου κατάστικτου με τατουάζ, βαφτισμένου έτσι από τον εκπαιδευτή του με σκοπό «να γίνει ένας καινούργιος άνθρωπος». Υπερασπιστής του νόμου και της τάξης ενάντια στις δυνάμεις της αναρχίας, ο αισθανόμενος ως εκλεκτός Σπαρτιάτης νεαρός αποδέχτηκε το βάπτισμα μια «μαύρη νύχτα» στο Πέραμα. Η ιστορική του «γνώση» προσεκτικά διαλεγμένη: ο Γεφυραίος Εφιάλτης, η Νύχτα των Κρυστάλλων, η Πηγάδα του Μελιγαλά, τα κατορθώματα του Άξμαν. Ο έλεγχος πάνω του είναι πλέον ολοκληρωτικός, όσο εμφανής είναι και ο εχθρός: αυτοί που πήραν τις δουλειές, αυτοί που θα μας πάρουν και τα κορίτσια. Το τέλος της ιστορίας δεν μπορεί παρά να είναι και το τέλος ενός αθώου ανθρώπου, συνοπτικά γραμμένου στις έξι σειρές μιας εφημερίδας.

Το τετρασ2έλιδο διήγημα δεν συνοδοιπορεί μόνο με την θλιβερή και σκληρή πραγματικότητα, δεν μοιάζει μόνο να προηγείται αλλά και να υπενθυμίζει πως η λογοτεχνία σιώπησε και ξεπεράστηκε από τις ίδιες τις καταστάσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Τουλάχιστον, όταν οι ειδήσεις κιτρινίσουν και τα κανάλια της ανενημέρωσης σιωπήσουν, όταν οι γείτονες ξανακλειστούν στα σπίτια και οι κουβέντες βιαστικά αλλάξουν θέμα, θα μένουν τα λογοτεχνικά γραπτά να καταθέτουν πως όλα αυτά συνέβησαν, συμβαίνουν και θα συνεχίσουν να συμβαίνουν.

Karl Holz, Unemployed, c. 1920Στη συμφωνία τρόμου τρεις φίλοι εργάζονται μαζί στο τελευταίο εργοστάσιο αλεύρων που επιβίωσε στον νομό τους. Ζυγιστές και οι τρεις τους, το έχουν καταστήσει επίκεντρο της ζωής τους, είναι το εργοστάσιό τους. Όταν οι πωλήσεις πέφτουν κατακόρυφα λόγω της «καταραμένης παγκοσμιοποίησης» και του ανίκητου ανταγωνισμού με τα φτηνά κινέζικα άλευρα, της  η μείωση του προσωπικού είναι «μονόδρομος». Και οι εργάτες δεν βρίσκονται μόνο μπροστά στην αίσθηση πως το εργοστάσιο δεν τους νοιώθει πια «δικούς» του αλλά και στην υποχρέωση να επιλέξουν οι ίδιοι το κριτήριο της αποχώρησης του ενός.

Οι αριθμοί έχουν μια καθηλωτική ψυχρότητα όταν τους ακούς. Υποκρύπτουν την αδυσώπητη νομοτέλεια του σύμπαντος με την οποία νιώθεις ανήμπορος να αναμετρηθείς.

El Otono de los NumerosΣε μια βαθιά κοινή καθημερινότητα μάς βυθίζει σταδιακά το μεγαλύτερο σε έκταση 501. Πρωτοπρόσωπα εδώ ο αφηγητής μοιράζεται τις σκέψεις του καθώς περιμένει να εμφανιστεί ο δικός του αριθμός στον ηλεκτρονικό πίνακα του ταχυδρομείου. Εβδομήντα πέντε λεπτά ο χρόνος αναμονής, αρκετά για να ξαναζήσει μια ολόκληρη ζωή. Με αφορμή τους παρελαύνοντες αριθμούς αναλογίζεται την τυχαία μεταβλητή της γέννησής του, την χιλιομετρική ένδειξη μιας εθνικής οδού, τα κοινά χρόνια με την χαμένη σύντροφο, τον πεπερασμένο αριθμό των απολαύσεών του, τους εξοφλητέους λογαριασμούς της ζωής του. Όσο λιγοστεύει ο χρόνος, τόσο περισσότερο πλησιάζει η στιγμή μια οριακής απόφασης – ή της αναβολής της.

Τα τελευταία χρόνια οι ένοικοι άρχισαν ν’ αραιώνουν, ενώ περιέργως πλήθυναν τα φαντάσματα. Οι μετανάστες που νοίκιαζαν τα υπόγεια λάκισαν σαν τα ποντίκια. Κάποιοι άλλοι πέθαναν και τα διαμερίσματα μένουν έκτοτε κλειστά αφού οι κληρονόμοι δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Είναι φορές που τις νύχτες ακούω παιδικές φωνές, καβγάδες, κρεβάτια να τρίζουν από ερωτική έξαψη, καζανάκια να τρέχουν, πόρτες ν’ ανοιγοκλείνουν. Οι άνθρωποι φεύγουν και οι μνήμες τους στοιχειώνουν τους χώρους που κάποτε έζησαν. [σ. 106]

Στα ίδBeata Bieniakια βάθη μιας εξομολογητικής αφήγησης εκφράζεται ο διαχειριστής. Εξωμότης δηλωσίας για κάποιους παλιούς συντρόφους, ξεδοντιασμένος ιδεολόγος για το κράτος. Ριζωμένος στα έγκατα της πολυκατοικίας των τριάντα διαμερισμάτων εδώ και μισό αιώνα, ζει παρέα με τις ενοχές και με τον φόβο πως κάποιος δικός του θα τον φτύσει με το βλέμμα του. Παρά την απώλεια της συντρόφου του διατηρεί στα χείλη το χαμόγελο και τις φράσεις «το χειρότερο δεν είναι να μην μπορείς. Το χειρότερο είναι να μη θέλεις». Αλλά η σιωπηλή άποψη των άλλων για το πρόσωπό του είναι διαφορετική: του πιστώνεται η ελευθερία από οικογενειακές υποχρεώσεις, του χρεώνονται η τεμπελιά και οι εισπράξεις, του αφαιρείται κάθε δικαίωμα γνώμης. Στο άλλο άκρο – ύψος της πολυκατοικίας, μια τριαντάχρονη φοιτήτρια επιδίδεται στη σπουδή της Πλαθ και της Αχμάτοβα και στην προετοιμασία της τέχνης της αυτοχειρίας. Άραγε η αντιστικτική ιστορία θα καταλήξει σε οριακή συνάντηση των δυο ή στους ασύμπτωτους δρόμους διαφορετικών θεάσεων της ζωής;

Στα σωθικά μιας woman-in-a-green-blouseοικογένειας – που και εδώ θαρρείς και εκπροσωπεί αμέτρητες άλλες, όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες των ιστοριών– εισχωρούμε στο citius, altius, fortius. Είναι οι λέξεις ενός πανό όπου καρφώνει το βλέμμα του ο κύριος Θεοχάρης, είναι η λακωνική έκφραση μιας κάρτας που έστειλε στον εαυτό της η θριαμβεύτρια στις πανελλήνιες εξετάσεις κόρη του. Ρεκορντγούμαν των αριστείων και των επαίνων, πρώτη των πρώτων, Θηλυκός Αϊνστάιν, γεννημένη νικήτρια κατά τις αμετάκλητες εκφράσεις του πατέρα της, εξελίχθηκε σε ένα πειραματόζωο της πρωτιάς, υποχρεωμένο να αποφύγει την αποτυχία, δηλαδή να γίνει ένα το Τίποτα. Η κοινή τους ζωή δεν μπορεί παρά να οδηγεί στο τέλος, αλλά αργά, πολύ αργά· τα επιχειρήματα κάποτε θα χρησιμοποιηθούν από εκείνη εναντίον του, θεμελιώνοντας χρόνια συναισθηματικής ξηρασίας και αισθηματικού μαρασμού και δημιουργώντας συνθήκες αναπόδραστης ανάφλεξης.

Στο ancre de misericorde  ο Μαραμπού από την Δραπετσώνα, γιος καπετάνιου που κατάφαγε η αλμύρα και η μαύρη άβυσσος από κάτω, επιλέγει τα μηχανολογήματα της στεριάς και αγκυροβολεί στο εργοστάσιο αγκύρων και αλύσεων πλοίων. Κάθε βράδυ μετά την βάρδια κατηφορίζει μέχρι το λιμάνι στο Κερατσίνι, δίπλα στο φουγάρο της ΔΕΗ, μπαίνει στο μπριγκαντίνι του και βοShea Holliman - the sad manυτάει στα σκοτεινά νερά κάτω από τα εμπορικά πλοία, για να μετρήσει τα κλειδιά της καδένας μέχρι να καταλήξει στην άγκυρα και ν’ αναγνωρίσει τον κάθε τύπο. Εκεί κάτω η ζωή του θα δικαιώσει το αιώνιο της τραβέρσο, απέναντι στην μοίρα και την ελάχιστη απόλαυση ζωής – με το δικό της τίμημα.

Το σδρου εκκινεί από το παρόν ενός αξιοθρήνητου άνδρα που σωριάζεται στα πλαϊνά σκαλιά της Ευαγγελίστριας. «Ασάλευτος, άπνοος και απόκοσμος», ο μπαρμπα – Νικήτας αποτελεί ιδανικό πρόσωπο για το επετειακό ρεπορτάζ του αφηγητή. Οι επόμενες ψηφίδες διασκορπίζονται σε διαφορετικούς ιστορικούς χρονοτόπους και συγκολλούν το πρόσωπο ενός αληθινού αγωνιστή. O νεαρός μετανάστης του G.O.A.T. έχει κι αυτός το δικό του ψευδώνυμο: Ρόσσι από τον παγκόσμιο πρωταθλητή μοτοσικλέτας αγώνων Βαλεντίνο Ρόσσι· μαέστρος της πίστας εκείνος, των επαρχιακών δρόμων αυτός αλλά και γιατρός των μηχανών στο συνεργείο, ξεχνάει τους καθημερινούς εξευτελισμούς εξαιτίας της καταγωγής του και ονειρεύεται τους μεγάλους δρόμους που θυμάται απ’ έξω και ανακατωτά. Η ζωή θα τον στείλει να τους οργώσει, αλλά σε μια ανελέητα προδιαγεγραμμένη, κυνηγημένη πορεία.

1Στα δεκαπέντε διηγήματα της πρώτης του συλλογής ο συγγραφέας (γεν. 1965) επιλέγει να φωτίζει λίγες πλευρές από την ζωή των χαρακτήρων του, κάποτε με σύντομες διαχωρισμένες ενότητες, συμπληρώνοντας με τρόπο ελλειπτικό αλλά και λόγο περιεκτικό την ακαριαία ιστορία του ταπεινού και ταπεινωμένου τους βίου. Ολόκληρο των σύμπαν αυτών των υπάρξεων χωράει σε λίγες σελίδες ιστορίας, ενώ το τέλος παραμένει ανοιχτό, αμφιλεγόμενο, αποκαλυπτικό ή απλώς σιωπηλό. Όσο προχωρούν τα διηγήματα τόσο περισσότερο μοιάζουμε σε αυτά τα πρόσωπα, διαπιστώνουμε τις κοινές μας σκέψεις, αναλογιζόμαστε τις φορές που υπήρξαμε θύματα και θύτες και ανοίγουμε τα μάτια μπροστά στην ανελέητη σκληρότητα της ζωής, που οι ίδιοι φτάσαμε ως εδώ.

Εκδ. Πηγή, 2013, σελ. 160. Με επτά σημειώσεις του συγγραφέα.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 134. Niemands Rose

kjsjsΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

«Τα φώτα στο βάθος» είναι μία συλλογή αφηγήσεων μικρού μήκους, ή διηγημάτων, αν προτιμάτε, που εκδόθηκε φέτος την άνοιξη από την Απόπειρα.

Μιλάμε για βιβλίο που εξ ολοκλήρου βασίστηκε στα κείμενα του ιστολογίου σας;

Ναι, πρόκειται για μία ανθολογία διηγημάτων που προέρχονται από το ιστολόγιο που διατηρώ από το 2007.

Πώς αρχίσατε να γράφετε αυτά τα κείμενα; Ως κείμενα αυτοέκφρασης, ως ασκήσεις γραφής; Πότε σκεφτήκατε το ενδεχόμενο έκδοσής τους;

Σκάρωνα στίχους –δεν τολμώ πια να τους αποκαλέσω ποιήματα- αδιαλείπτως, από μικρό παιδί. Τα πονήματά μου είχαν γίνει αποδεκτά και δημοσιεύθηκαν σε όποιο λογοτεχνικό περιοδικό επέλεξα να τα στείλω. Είχα και την τύχη να μελοποιηθούν κάποιοι στίχοι μου και να απαγγελθούν από έναν σπουδαίο ηθοποιό του θεάτρου, σε ένα βιβλίο-CD των εκδόσεων Κέδρος. Όμως, μετά από μία σειρά απίθανων συμπτώσεων πήρα τη γενναία απόφαση να σταματήσω να γράφω ποιήματα, σε μια στιγμή αυτεπίγνωσης, πως ποτέ δε θα γίνω μια καλή ποιήτρια, μια ποιήτρια που θα αποδεχόμουν εγώ, η εξαιρετικά αυστηρή και στριφνή αναγνώστρια.

op1Τίποτα δεν πάει χαμένο όμως, θέλω να πιστεύω. Από την ενασχόλησή μου με τη στιχουργία, αποκόμισα κάποια οφέλη, όταν πια αποφάσισα να στραφώ στην πεζογραφία, ανοίγοντας ένα μπλογκ όπου δημοσίευα –ανάμεσα στα άλλα- μικρές αυτοτελείς ιστορίες, μάλλον ως ασκήσεις γραφής και αυτοέκφρασης. Σύντομα, είχα την τύχη να εμφανιστεί ο Άρης Μαραγκόπουλος που, χωρίς καθόλου να γνωριζόμαστε, μου έγραψε για τις αρετές που διέκρινε στη γραφή μου, πράγμα που αναπόφευκτα συνέτεινε στο να συνεχίσω να γράφω και μάλιστα με μεγαλύτερο μεράκι. Ακολούθησαν κι άλλα σημαντικά βλέμματα στα γραπτά μου, από τα οποία αντλούσα το κίνητρο, την αξίωση και συχνά την έμπνευση. Το 2011 κλήθηκα να συμμετάσχω σε μία συλλογική ηλεκτρονική έκδοση, το «Ανθολόγιον-Ιστολόγιον» από τους Creative Commons. Στο τέλος του ’11 γνωρίστηκα μ’ αυτόν που πια είναι αδερφικός μου φίλος, τον επιμελητή εκδόσεων Δημήτρη Λυμπερόπουλο που επέμεινε πολύ στο να υποβάλλω μια συλλογή από τα κείμενά μου σε επιλεγμένους εκδοτικούς οίκους, χωρίς συστάσεις και μεσολάβηση. Η πρώτη θετική απάντηση που πήρα ήταν από την Απόπειρα. Ακολούθησε κι άλλη.

ypΌσο αυτά βρίσκονταν αναρτημένα στο μπλογκ, σας απασχόλησε το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας;

Έχει συμβεί να αντιγράψει κάποιος αυτούσιο ποστ μου και να το αναρτήσει αλλού σαν δικό του. Αυτή ήταν μία αστεία περίπτωση λογοκλοπής γιατί ήταν καταφανής. Γι’ αυτό αρκέστηκα να το σχολιάσω χιουμοριστικά μιλώντας για κλεφτοποστάδες. Οι πιο σοβαρές περιπτώσεις λογοκλοπής μου είναι ασύλληπτες, ίσως γιατί είμαι υπερβολικά εγωίστρια για να δεχτώ –τουλάχιστον συνειδητά- να μιμηθώ αλλότριο ύφος ή να απαλλοτριώσω την ιδέα κάποιου. Άλλωστε οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερες και αδέσποτες.

Πώς καταλήξατε στο συγκεκριμένο όνομα για το ιστολόγιό σας;

Ήταν η περίοδος που είχα ανακαλύψει τον Παούλ Τσελάν και είχα συγκλονιστεί σε τέτοιο βαθμό από το έργο του, που δεν πέρασε από το μυαλό μου χρησιμοποιήσω κάτι άλλο για «ταυτοτικό οδόστρωμα», όπως έγραφε ο Νίκος Κουρμουλής στην κριτική του στην Αυγή. Συχνά όμως μετανιώνω που οικειοποιήθηκα μια φράση από το έργο του σημαντικότερου ίσως μεταπολεμικού ποιητή.

lapoesieΗ χρησιμοποίηση του Niemands Rose και ως περαιτέρω συγγραφικού ονόματος αφορά στην άμεση σύνδεση με το μπλογκ σας; Τι απαντάτε σε όσους δυσκολεύονται να αποδεχτούν την χρήση ψευδωνυμίας ή κρυπτωνυμίας στη λογοτεχνία;

Μ’ αυτό το ένδυμα έγραψα τα κείμενά μου, μ’ αυτά με γνώρισαν οι αναγνώστες του μπλογκ, μ’ αυτό ένιωθα άνετα να τα μεταφέρω και στο χαρτί. Το πρόβλημα θα προκύψει όταν ενδεχομένως θελήσω να απεκδυθώ την ψευδωνυμία μου.

Γιατί επιλέξατε τη φόρμα του μικρού κειμένου και όχι το διήγημα ή το μυθιστόρημα; Θα δοκιμάσετε και σε άλλα είδη γραφής;

burrrΤα ιστολόγια, φρονώ, δεν ενδείκνυνται δια σινδόνια και άλλα είδη προικός. Το πετίτ ήταν ό,τι πρέπει. Δοκιμάσαμε και θα δοκιμάζουμε εις το διηνεκές του χρόνου και άλλα είδη γραφής ώσπου βέβαια πολύ σύντομα να τα εξαντλήσουμε και να αναγκασθούμε να επινοήσουμε τα δικά μας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Επειδή γράφω πολλά χρόνια, πολύ πριν αποτελέσει το πληκτρολόγιο το κύριο εργαλείο γραψίματος, έχω σκαρώσει στίχους ακόμα και σε τσιγαρόχαρτο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Για κάποιο διάστημα μίξαρα ειδησεογραφία με μυθιστοριογραφία κι αναρωτιέμαι τι να γίνονται τα αληθινά πρόσωπα, πέρα από τις ειδήσεις, πέρα κι από τις αφηγήσεις μου. Είναι βέβαια κι αυτή η ηρωίδα στα αυτοβιογραφικά που μαθαίνω θέλοντας και μη τα νέα της.

b-vian.1179102694Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω παρατηρήσει κάποιο πάττερν. Μάλλον δε μ’ αρέσει να ομφαλοσκοπώ στη συγγραφική μου ιδιότητα. Είναι αντιαισθητικό, σα να χορεύεις και να κοιτάς τα πόδια σου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βρίσκομαι αισίως στο δεύτερο βασικό πτυχίο και έχω ένα μεταπτυχιακό και ένα διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Έχω ένα υπόβαθρο δημόσιας υγείας, παιδαγωγικών και κοινωνικής έρευνας. Αυτή την περίοδο διδάσκω ως επιστημονική συνεργάτης σε μεταπτυχιακό της Ιατρικής και είμαι δημόσιος υπάλληλος. Η κοινωνιολογία είναι η μεγάλη μου αγάπη, κι όπως έγραφε ο Χρήστος Νάτσης στην κριτική του για «Τα φώτα στο βάθος» στο Bookstand τα διηγήματά μου κινούνται από την έννοια στην έγνοια, κάτι που μοιάζει να είναι απότοκο των σπουδών μου, ή, αντίστροφα, κινήθηκα προς τις κοινωνικές επιστήμες ακριβώς γιατί έχω αυτή την δυνατότητα.

dsc_0703_Τι γράφετε τώρα;

Έχω μία σύλληψη για ένα θεατρικό έργο, που όμως προϋποθέτει κάποια έρευνα, έχω αφήσει on hold ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, έχω ολοκληρώσει κάποια διηγήματα, ενώ έχω ξεκινήσει κάτι που ακόμα που δεν ξέρω αν θα εξελιχθεί σε νουβέλα ή μυθιστόρημα. Έχω αρκετές ιδεές, αλλά δυστυχώς στερούμαι ελεύθερου χρόνου και προσήλωσης, ως εργαζόμενη μητέρα δύο παιδιών, με ακαδημαϊκές υποχρεώσεις. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ρόλους θα πρέπει και να βρω χρόνο να αφοσιωθώ στο γράψιμο. Μεγάλο στοίχημα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα σας τους αναφέρω, τυχαία, όπως μου έρχονται στο μυαλό, Βυζιηνός, Παπαδιαμάντης, Σκαρίμπας, Ροϊδης, Μπορίς Βιαν, Μπάροουζ, Μπουκόφσκι, Τιμ Ρόμπινς, Λένος Χρηστίδης, Φίλιπ Ροθ, Μίλαν Κούντερα, Όργουελ, Μπρυκνέρ, Σαραμάγκου,Τζόναθαν Κόου κ.α. Οι αγαπημένες των παιδικών μου χρόνων, ήταν η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή, ενώ της πρώιμης εφηβείας η Διδώ Σωτηρίου, η Λιλή Ζωγράφου και ο Χρόνης Μίσσιος.

george_orwellwebΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το πιο αγαπημένο μου θα αναφέρω, τον Αναρχικό των δύο κόσμων της Ούρσουλα Λεγκαίν.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Άπαντα του Μάριου Χάκκα και του Δημοσθένη Βουτυρά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Έχω την αίσθηση πως διαφαίνεται ένα καινούργιο ρεύμα στην νεοελληνική λογοτεχνία που διαμορφώνεται μέσα στην ιστορική συγκυρία της κρίσης και δεν αφορά τόσο στο έργο των νέων ανθρώπων που έχω κατά νου, αλλά σε κομβικής σημασίας ομοιότητες στη θέασή τους στον κόσμο. Θέλω να πιστεύω πως έχω συγγένεια μαζί τους, θα ήταν άδικο να αναφέρω κάποιους και να ξεχάσω άλλους, αλλά πραγματικά νιώθω πως κάτι καλό θα αναδειχτεί μέσα από τις πιο ζοφερές συνθήκες.

saramago 1Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Νίκος Μπελογιάννης στην Εντολή της Διδώς Σωτηρίου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Έχω σταματήσει την ανάγνωση στις τελευταίες σελίδες το «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974» του Βασίλη Ραφαηλίδη, γιατί η ιστορική περίοδος με την οποία καταπιάνεται μου είναι γνωστή. Διαβάζω ταυτόχρονα αλλά με προσήλωση, κάποια μικρά κι επικίνδυνα βιβλία, επικίνδυνα να σου πειράξουν τον εγκέφαλο, όπως τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, την Αιγυπτιακή Νουβέλα του Πάνου Θεοδωρίδη, το Είναι σφαγή το ξημέρωμα κύριε Κρακ του Θωμά Τσαλαπάτη και τον Ακίνητο Δρομέα του Αργύρη Χιόνη. Έχω στραφεί, όπως φαίνεται, στη νεοελληνική λογοτεχνία μάλλον από κάποια ανάγκη να καλύψω το κενό περίπου μιας δεκαετίας. Ζώντας στο εξωτερικό αλλά και για άλλους λόγους, δεν προτιμούσα Έλληνες συγγραφείς.

Roth-TrenholmΩστόσο, με στεναχωρεί και δεν τα αναφέρω με έπαρση το ότι δεν αφοσιώνομαι σε ένα ανάγνωσμα κάθε φορά, όπως έκανα παλιότερα. Ίσως η τωρινή μου προσέγγιση να αντανακλά κάποιου είδους αγωνία, την επίταση της βιβλιομανίας μου, ή ίσως την πολυδιάσπαση που έχω αποκομίσει από την εμπλοκή μου με το ουέμπ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, αλλά όχι με υπερβάλλοντα ζήλο. Άλλωστε ξέρω πως δεν είναι πάντα αντικειμενικές οι βιβλιοκρισίες. Προτιμώ να μου συστήνουν βιβλία οι φίλοι μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

portrait_of_charles_bukowski_by_docsonian-d4xzryxΤαξιδεύοντας με το τρένο διάβαζα με τέτοια προσήλωση τον «Έρωτα στα χρόνια της χόλερας» ώστε δεν κατάλαβα για πότε έφτασα στην Αθήνα από Θεσσαλονίκη. Πάνε και δεκαπέντε περίπου χρόνια από τότε. Μυστηριωδώς μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη περισσότερο από κάθε άλλη ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο. Μια δεύτερη έντονη μνήμη είναι να διαβάζω Λένο Χρηστίδη, νομίζω «Τα Χαστουκόψαρα», στο κατάστρωμα του πλοίου για Κρήτη και Μαξ Στίρνερ στο πλοίο για Πάρο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Φροντίζω να βλέπω αρκετές θεατρικές παραστάσεις. Οι μεγάλες εκπλήξεις έρχονται συχνά από τα μικρά θεατρικά σχήματα. Είδα για παράδειγμα από την «Ορχήστρα μικρών πραγμάτων» την παράσταση «Παρθενώνας», την «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» από την ομάδα Gaff, και τον «Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού» από τους Μηχανικούς του Φθηνού Μελοδράματος και εκστασιάστηκα και με τους τρεις.

Αν dogκάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αυτός ο Μεφιστοφελής δε σταματάει να κάνει προσφορές. Φτυστός ο καπιταλισμός.

Στις εικόνες: William S. Burroughs, Boris Vian, Pascal Bruckner, George Orwell, Jose Saramago, Philip Roth, Charles Bukowksi και ο Σκύλος.