Στο αίθριο του Πανδοχείου, 116. Βαγγέλης Ραπτόπουλος

photo, Pinelopi Masouri '09-2Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

― «Η πιο κρυφή πληγή» αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44. Με άλλα λόγια, μιλάει για έναν ισόβιο έρωτα στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και για τον εφιάλτη του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.

Πως οδηγηθήκατε στην ιδέα της λογοτέχνησης των συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών που σας απασχολούν στο βιβλίο σας;

Αφετηρία μου στάθηκαν οι ζοφερές αφηγήσεις για τα Δεκεμβριανά του ’44, που άκουγα από παιδί. Εξαιτίας τους, συγκέντρωνα βιβλία επί του θέματος, εδώ και χρόνια. Το βασικό κέντρισμα, όμως, μου το έδωσαν οι συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος το 2011. Κάτι σ’ εκείνο το συλλογικό ξέσπασμα ήρθε κι έδεσε μέσα μου με το πρελούδιο του τελευταίου εμφυλίου, κι από κει και πέρα πήρα φωτιά.

2012--2012Ποιο από τα παλαιότερα έργα σας θα συστήνατε σε νέο σας αναγνώστη και γιατί;

― Το προτελευταίο, «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας», είναι το καταλληλότερο. Κατ’ αρχάς, συνοψίζει τη διαδρομή μου «στα γράμματα», όπως έλεγαν παλαιότερα, και προσφέρει μια πανοραμική θέα πάνω στη δουλειά μου, ώστε να κρίνει κανείς από μόνος του ποιο από τα υπόλοιπα βιβλία μου τον ενδιαφέρει περισσότερο. Τέλος, η εκκωφαντική σιωπή με την οποία το αντιμετώπισε ο Τύπος, ίσως σημαίνει ότι περιέχει πράγματα εξαιρετικά χρήσιμα για οποιονδήποτε αναγνώστη μου, παλαιό ή νέο.

Κατά την δεκαετία του ’80 υπήρξατε από τους ελάχιστους λογοτέχνες της νεότατης γενιάς. Πως βιώσατε αυτή την ιδιότητα; Πώς σας υποδέχτηκαν οι λογοτεχνικοί κύκλοι;

2011.1-3Τα 2010αρχαία εκείνα χρόνια, οι πρωτοεμφανιζόμενοι απολάμβαναν της προσοχής τόσο των γνωστών λογοτεχνών όσο και των λεγόμενων επαρκών αναγνωστών. Ενώ, σήμερα, με τόσους τίτλους που εξακολουθούν να εκδίδονται, ακόμη και εν μέσω οικονομικής κρίσης, ο πρωτοεμφανιζόμενος μεταβάλλεται τάχιστα σε «πρωτοεξαφανιζόμενο». Όσο για τους λογοτεχνικούς κύκλους, μολονότι στραβά και δυσάρεστα φαινόμενα υπήρχαν ανέκαθεν, τα πράγματα ήταν πολύ πιο αθώα και ουσιαστικά, πριν από τριάντα τόσα χρόνια. Σήμερα, ο κομφορμισμός κάνει θραύση, και οι κόλακες της κάθε είδους εξουσίας λύνουν και δένουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην υπόλοιπη κοινωνία, το λογοτεχνικό σινάφι βρίθει από συμφεροντολόγους και ωφελιμιστές. Αυτές είναι οι βλαβερές συνέπειες της άκρατης εμπορευματοποίησης των πάντων, του βιβλίου συμπεριλαμβανομένου.

20082009Θα διακρίνατε ευρύτερες, έστω και απολύτως αυθαίρετες κατηγορίες ή ταξινομήσεις του λογοτεχνικού σας έργου, είτε κατά περιόδους, θέμα ή προσωπικές ανησυχίες ή με οποιαδήποτε άλλη διάκριση;

Χοντρικά, τα βιβλία μου ανήκουν σε δύο κατηγορίες, οι οποίες γίνονται πολύ πιο ευδιάκριτες, αν σκεφτεί κανείς ότι ανήκω σε μια γενιά που βρέθηκε ανάμεσα σ’ εκείνη του Πολυτεχνείου και στην ψηφιακή γενιά. Εμείς προλάβαμε τα απόνερα της συλλογικότητας και την έλευση του ατομικισμού. Κι έτσι, σε άλλα έργα μου πρωταγωνιστούν παρέες και είναι γλυκά και ήπια, και σε άλλα κυριαρχούν ατομικιστικά τέρατα μεταβάλλοντάς τα σε θρίλερ ή εφιάλτες.

2006 ΦΙΛΟΙ2007Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Με τόσα βιβλία που έχω δημοσιεύσει, είναι αναπόφευκτο. Η αρχική εκδοχή του πρώτου μέρους της «Λούλας», φέρ’ ειπείν, γράφτηκε στις καλοκαιρινές διακοπές, μ’ ένα απλό στιλό μπικ. Σε γενικές γραμμές, όμως, γράφω ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

― Μάλλον το αντίθετο ισχύει, δηλαδή είμαι εγώ εκείνος που τους ακολουθεί. Ακόμη πιο σωστά, τους κουβαλάω μαζί μου. Πάντως, οι ήρωες των βιβλίων, όχι μόνο των δικών μου, συχνά μου φαίνονται πολύ πιο αληθινοί και υπαρκτοί απ’ ό,τι πολλοί άνθρωποι με σάρκα και οστά.

20051993Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ευτυχώς ή δυστυχώς, συγκεκριμένο τρόπο να γράφω, ποτέ δεν είχα. Σχεδόν κάθε βιβλίο μου έχει προκύψει διαφορετικά, εξ ου και είναι ανόμοια μεταξύ τους. Και ενώ κάτι τέτοιο είναι από μια πλευρά εξαιρετικά άβολο, κάποτε ακόμη και οδυνηρό, την ίδια στιγμή έχει το καλό ότι δεν προλαβαίνεις να πλήξεις. Όσο για τη μουσική, ακούω ολόκληρο το φάσμα. Τα τελευταία χρόνια, έχω κολλήσει με την τζαζ. Την «Πιο κρυφή πληγή», όμως, για ανεξιχνίαστους λόγους, την έγραψα λιώνοντας γνωστά και άγνωστα τραγούδια του Prince. Προφανώς, ταίριαζε με τη διάθεσή μου γράφοντας.

20022001-Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα παιδαγωγικά, δημοσιογραφία και κινηματογράφο. Στα πρώτα βρέθηκα σχεδόν κατά λάθος (εισήχθην ως αριστούχος κι όχι κατόπιν εξετάσεων), και παρακολούθησα τη σχολή προκειμένου να πάρω αναβολή από το στρατό. Τη δημοσιογραφία την εξάσκησα επιλεκτικά, περισσότερο ως ένα παιχνίδι με το ίδιο το γράψιμο. Όσο για το σινεμά, οι σπουδές μου έμειναν ανολοκλήρωτες και ήταν παρά τη θέλησή μου θεωρητικές. Η δημοσιογραφία ίσως ευθύνεται για τη μανία μου να καταγράφω τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και ο κινηματογράφος είναι μάλλον εκείνος που με οδήγησε σ’ ένα είδος «εικονιστικής» γραφής. Τέλος, ως προς το βιοπορισμό, ώς τώρα κατόρθωσα κουτσά στραβά να τα βγάλω πέρα με το γράψιμο. Από δω και πέρα, όμως, πολύ αμφιβάλλω. Τουλάχιστον, το πρόβλημα είναι πια γενικό.

1999-1995Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μικρότερος, ναι. Ένα μέρος εκείνης της παραγωγής ταίριαζε και το ενσωμάτωσα στο μυθιστόρημά μου «Χάσαμε τον Μπαμπά», χρεώνοντας τα νεανικά εκείνα ποιήματά μου στον χαμένο και ανεύθυνο πατέρα του πρωταγωνιστή μου. Κατά τα άλλα, δεν έπαψα ποτέ μου να διαβάζω ποίηση, και καταφεύγω με απέραντη ανακούφιση σ’ αυτήν ακόμη και σήμερα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Καζαντζάκη. Για λόγους που θα χρειαζόταν η ίδια η μονογραφία, προκειμένου να τους εξηγήσω.  

Τι γ19992000ράφετε τώρα;

Έχω σχεδόν ολοκληρώσει (βάζω τις τελευταίες πινελιές) τη διασκευή ενός κλασικού νεοελληνικού έργου. Πρόκειται για το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Πηνελόπης Δέλτα, το οποίο έχω μεταφέρει σ’ ένα όχι-και-τόσο-μακρινό μέλλον, όπου ο πλανήτης μας έχει οικολογικά καταστραφεί και οι άνθρωποι ζουν ανάμεσα σε ερείπια της υψηλής τεχνολογίας. Η δουλειά ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, και σ’ ένα πρώτο στάδιο είχα προχωρήσει στη θεατρική διασκευή του βιβλίου (η παράσταση ανέβηκε τότε στο Εθνικό). Όμως, τότε, δεν μου επετράπη να διασκευάσω όπως ήθελα το πρωτότυπο, μια ελευθερία που μου την παρείχε απλόχερα η μορφή του μυθιστορήματος. Για να καταλάβετε την έκταση των διαφορών: στη θεατρική διασκευή μου ο πρωταγωνιστής παρέμεινε αγόρι, όπως και στο πρωτότυπο. Στη μυθιστορηματική διασκευή έχουμε να κάνουμε με μια κοπέλα.

19921998Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

― Πρωτοέφτιαξα προσωπική ιστοσελίδα το 1998, ενώ στο Φέισμπουκ μπήκα πριν από περίπου έναν χρόνο. Οι εμπειρίες μου είναι τόσες, ώστε θα μπορούσα άνετα να γράψω ένα βιβλίο. Κατά τα άλλα, επειδή ακριβώς η συλλογική εμπειρία από το Διαδίκτυο είναι νωπή, συνηθίζουμε να το δαιμονοποιούμε ή να το αγιοποιούμε. Φανταστείτε να ρωτούσε κάποιος: «Οι εμπειρίες σας από τη χρήση του τηλεφώνου;» Σίγουρα, οι ζωές μας άλλαξαν με την εφεύρεση του Γκράχαμ Μπελ. Όμως, δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε αυτές τις αλλαγές, επειδή το τηλέφωνο έχει ζυμωθεί με την καθημερινότητά μας. Κάτι ανάλογο ισχύει τώρα πια και για το Ίντερνετ. Πώς ήταν ο κόσμος μας προ Διαδικτύου; Ή προ των κινητών τηλεφώνων; Κοντεύουμε να το ξεχάσουμε.

P.Masouri '09-1Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

― Μια παρόμοια ιδέα θα ήταν κατάλληλη για ένα έργο μυθοπλασίας. Στο πλαίσιο μιας συνέντευξης, όμως, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να πει κανείς, χωρίς να φανεί εξυπνάκιας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ειλικρινά, είναι πάρα πολλές. Οπότε, ίσως, μια άλλη φορά. Όχι τίποτε άλλο δηλαδή, αλλά για να εξακολουθήσω να δίνω συνεντεύξεις.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 115. Θωμάς Κοροβίνης

korovinisΤα παρακάτω λόγια του Θωμά Κοροβίνη δημοσιεύονται ακριβώς όπως γράφτηκαν στο χαρτί κατά την διανυκτέρευσή του στο Αίθριο του Πανδοχείου, χωρίς την παρεμβολή των ερωτήσεων, των εναυσμάτων και των σκόρπιων φράσεων που πιθανώς τα προκάλεσαν.

Με την μουσική έχω τρέλλα από μωρό. Δε την σπούδασα. Κάποτε μάθαινα μπαγλαμά και μπουζούκι μα τα παράτησα. Είχα ξεκινήσει αργά. Το όργανο θέλει δάχτυλα παιδιού, θέλει να γίνεις φυματικός για να το κατακτήσεις. Έγραφα στίχους και ποιήματα από νωρίς, είχα έφεση σ’ αυτό, μπορώ να πω, ευκολία. Το μόνο ποίημα που κατόρθωσα να εκδώσω είναι το ποίημα – ποταμός Τρία ζεϊμπέκικα κι ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα, σε 60 σελίδες εξαίρεται το αθλητικό ήθος τού άλλοτε και ανασταίνεται η δεκαετία του ’60 στις λαϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης, είναι ποίημα πολιτικό, και δεν ξέρω αν έχει γραφτεί τόσο εκτεταμένο ποίημα για αθλητή πουθενά.

b160072b184972Ερασιτέχνης, πρωτογενής μουσικός,  αυτοδίδακτος, έφτιαχνα τις μελωδίες τραγωδώντας τες και σφυρίζοντάς τες και τις ολοκλήρωνα με την βοήθεια των μουσικών. Έχω εκδώσει τρεις πλήρεις μουσικές εργασίες σε σύνθεση και στίχους δικούς μου, όπου μεταφέρω με το τραγούδι αυθεντικά σπαράγματα ζωής: το ’92 Από έβενο κι αχάτη, σε δική μου ερμηνεία, το ’98 Τακίμια, σε ερμηνείες δικές μου κι από ένα τραγούδι λένε η Λιζέτα Καλημέρη, η Βούλα Σαββίδη, η Μαριώ και η Σοφία Εμφιετζή, το 2009 Το κελί, ερμηνεύω εγώ, η Λιζέτα Καλημέρη,  η Μαρία Φωτίου και ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, μαζί με τον οποίο λέμε το εμβληματικό μου τραγούδι Οι νικητές, που γράφτηκε στη μνήμη του Μανώλη Αναγνωστάκη την ημέρα της αποδημίας του και εξαίρει την ανάποδη νίκη της Αριστεράς, δηλαδή των θεωρούμενων ιστορικά ηττημένων.

b136869iwannouΑπό άλλες δουλειές ξεχωρίζω το τραγούδι μου Βαρδάρης που ερμήνευσε το αθάνατο καρντάσι μου, ο Νίκος Παπάζογλου και το Νανούρισμα σε σύνθεση Χρίστου Τσιαμούλη, όπου βάζω την Παναγιά να κλαίει τον Χριστό στην κούνια του για αυτά που θα τραβήξει, το είπε μοναδικά η Ελένη Βιτάλη …Το 1996 ηχογράφησα το ερωτικό έπος του Φουζουλή Λεϊλά και Μετζούν, σε μετάφραση και απαγγελία δική μου, με την συνοδεία του συγκροτήματος Εν χορδαίς. Το 2004 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μυγδονία  μια κομψή έκδοση  του Ξεπεσμένου δερβίση του Παπαδιαμάντη, τον οποίο διαβάζω.  Έχω τραγουδήσει σε πολλά μαγαζιά στο παρελθόν, κυρίως στην Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη.  Συχνά πιάνω ένα θέμα, π.χ. Οι τσιγγάνοι στο ελληνικό τραγούδι, ή Η αμαρτία στο λαϊκό τραγούδι, ανθολογώ τα ωραιότερα και τα παρουσιάζω σε συναυλίες.

b94884b74053Πρώτη δουλειά που παρουσίασα ήταν μέρος της ανθολογίας μου Τουρκικές παροιμίες στο   περιοδικό Διαγώνιος του Χριστιανόπουλου που υπήρξε δάσκαλός μου. Ο άλλος δάσκαλός μου, στο πανεπιστήμιο, ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης. Το βιβλιαράκι βγήκε το 1986 απ’ την Διαγώνιο και εμπλουτισμένο το 1988 από την Άγρα. Η γνωριμία μου με τον σπουδαίο εκδότη Σταύρο Πετσόπουλο ήταν σημαδιακή. Ένας κύκλος εργασιών μου περιλαμβάνει βιβλία που με τον τρόπο τους συντελούν στην αλληλογνωριμία μας με τους Τούρκους, Ο, τι πιο σημαντικό έχω κάνει προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι μελέτες μου, πολύμοχθες και χρονοβόρες και οι δύο Οι Ασίκηδες και Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας. Ένα άλλο κεφάλαιο που με απασχολεί είναι ο λαϊκός πολιτισμός της χώρας μας  και ιδιαίτερα το λαϊκό τραγούδι. Εδώ εντάσσονται η μονογραφία για την Μπέλλου, το  Αφιέρωμα στον Καζαντζίδη και άλλα.

9698 Η πεζογραφία με απορροφά τα τελευταία χρόνια. Τρεις νουβέλες Κανάλ Ντ’ Αμούρ, Φαχισέ Τσίκα, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, πάρα πολλά σκόρπια αφηγήματα δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά, τρία μεγάλα μυθιστορήματα Όμορφη νύχτα, Ο γύρος του θανάτου – που πήρε το κρατικό βραβείο και ανεβαίνει φέτος τον Μάρτιο στο Κρατικό θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, αν και τα δικαιώματα τα έχει η Νένα Μεντή και ο Πέτρος Ζούλιας, που μπορεί να το παίξουν στην Αθήνα αργότερα – και το 55 που βγήκε πρόσφατα. Το ωραιότερο δοκίμιο που έχω γράψει είναι Ρεπορτάζ – Στον Γιώργο Ιωάννου, εκδόσεις Μυγδονία που είναι πένθιμο και παράλληλα καυστικά καταγγελτικό για την εξαθλίωση της νεοελληνικής κοινωνίας, το ξεπούλημα της ταυτότητάς της και την εν γένει -κατά την κρίση μου – ανεπιστρεπτί  κατρακύλα της.