Στο αίθριο του Πανδοχείου, 112. Μαρία Χρονιάρη

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗΘα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο, «Εκεί που αλλάζω ζωές», εκδ. Απόπειρα 2010, είναι μία ποιητική συλλογή με πεζολογική φόρμα, γεμάτο από στιγμιότυπα ζωής και λόγο ερωτικά κεκαλυμμένο. Το «Επειδή Μαζί» εκδ. Απόπειρα 2012, αποτελεί έναν κρίκο μιας διακειμενικής αλυσίδας, που ξεκίνησε με το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου «Πιο νύχτα δεν γίνεται», εκδ. Οξύ 2011. Τα κείμενα του «Επειδή Μαζί», συνομιλούν – απαντούν σε εκείνα του «Πιο νύχτα δεν γίνεται», δηλώνοντας πως όσο η ζωή συνεχίζει να περιβάλλεται από θάνατο, τόσο ο θάνατος θα μεταβάλλεται σε αφορμή της.

Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση ή βλέπετε το ένα να υπερτερεί του άλλου;

Allazo zoes_FrontCoverΑπό παιδί, όταν έμαθα να γράφω, έπαψα να μιλάω. Η σχέση μου με την γραφή ήταν από πολύ νωρίς ιδιαίτερη. Λόγω του κλειστού μου χαρακτήρα, αν κάποιος ήθελε και θέλει να με μάθει, θα χρειαστεί να με διαβάσει. Οπότε μόνο οι λέξεις με απασχολούν. Γιατί μόνο με εκείνες εκφράζομαι απόλυτα κι ακριβώς. Αυτές οδηγούν κάθε φορά το χέρι μου και η κατάληξη είναι ένα ποίημα ή ένα κείμενο. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν νομίζω πως τίθεται θέμα ισορροπίας. Το κάθε είδος γραφής είναι ξεχωριστό από μόνο του, κι έχοντας γράψει και τα δύο, δεν μπορώ να κάνω διαχωρισμό.

Σκηνοθετήσατε για το θέατρο Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, από το ομώνυμο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου. Πώς επιλέξατε το βιβλίο, πως χειριστήκατε το σενάριο, πως ήταν η εμπειρία;

Για να είμαι ακριβής, θα έλεγα πως το βιβλίο με επέλεξε. «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», του Σταύρου Σταυρόπουλου, ήταν κι εξακολουθεί να παραμένει ένα κομβικό σημείο στη ζωή μου, μια πυξίδα για μένα, για πολλούς λόγους. Και γιατί βέβαια επηρέασε κατά πολύ και την γραφή μου.

Η μουσικEpeidi mazi FrontCover_2230x3511οχοροθεατρική ομάδα IlluminArti, ενδιαφέρθηκε να το θεατροποιήσει, επιλέξαμε κάποια κομμάτια από όλο το βιβλίο και συγκροτήθηκε ένα σώμα κειμένου πάνω στο οποίο δουλέψαμε πολύ με την ομάδα. Ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, γιατί είχαμε ταυτόχρονα στην σκηνή μουσική, κίνηση, πρόζα. Ήταν μια πολύ πρωτότυπη, στο στήσιμο και στην απόδοσή της, ροκ όπερα. Εξάλλου το βιβλίο ήταν οδηγός μας, το αγαπήσαμε, το σεβαστήκαμε και το αποτέλεσμα μας δικαίωσε. Για μένα ήταν εμπειρία ζωής, διότι ήταν η πρώτη φορά που σκηνοθετούσα σε θέατρο και μάλιστα η αρχή έγινε με το ανάγνωσμα που με στιγμάτισε.

Σκέφτεστε λοιπόν και το ενδεχόμενο να ασχοληθείτε με το θέατρο είτε με το σενάριο είτε με τη σκηνοθεσία;

Ναι, θα ασχοληθώ ξανά με το θέατρο και την σκηνοθεσία. Υπάρχει ήδη το υλικό και δουλεύω πάνω σ’ αυτό.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα τηλεόραση, έκανα 215297_10150154051654102_637914101_6747042_2698760_nσεμινάρια σκηνοθεσίας κι εργάζομαι ως οπερατέρ. Δεν θα έλεγα πως οι σπουδές μου έχουν επηρεάσει την θεματολογία μου. Ούτε και τον τρόπο γραφής μου. Μάλλον η γραφή μου με «έσπρωξε» προς το επάγγελμά μου, καθώς συλλαμβάνω αρκετά τη ζωή σε μονοπλάνο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες των βιβλίων μου είναι πάντα εγώ. Γράφω κάνοντας αναπαραγωγή του εαυτού μου. Των εκδοχών μου που υπάρχουν κι εκείνων που θα ήθελα να ήμουνα. Οπότε όπως καταλαβαίνετε, διαρκώς τα νέα τους έρχονται κι αλλάζουν και δεδομένα.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι αρκετοί, Καβάφης Περιμένοντας τους ΒαρβάρουςΚωνσταντίνος Καβάφης, Φερνάντο Πεσσόα, Φράντς Κάφκα, Γιώργος Χειμωνάς, Σταύρος Σταυρόπουλος. Στον Σταύρο Σταυρόπουλο θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα, γιατί την γραφή αλλά και τον τρόπο σκέψης του, τα μελετάω πάνω από δέκα χρόνια. Η επιρροή του είναι πολύ μεγάλη και εμφανής σε όλα τα μου τα γραπτά. Αγαπά τις λέξεις, κι εκείνες του το ανταποδίδουν. Όλα τα έργα του έχουν μια πολύ προσωπική και ιδιαίτερη ματιά που μου ταιριάζει. Νιώθω πως πάντα μιλάει εκ μέρους μου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αγαπημένα αναγνώσματα είναι το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» του Σταύρου Σταυρόπουλου, και «Ο εχθρός του ποιητή» του Γιώργου Χειμωνά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν διάβαζα ποτέ διηγήματα.

16-17-4-thumb-largeΣας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Υπάρχουν αρκετοί καλοί νέοι, αλλά δεν θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα, γιατί ίσως να δυσαρεστήσω κάποιους.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν υπάρχει κάποιος αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Ταυτίζομαι περισσότερο με τις καταστάσεις, παρά με τα πρόσωπα. Γι’ αυτό κι όταν γράφω μιλώ για μένα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε όσα μέρη μπορείτε να φανταστείτε και κάτω από πολλές συνθήκες, αρκετά παράδοξες τις περισσότερες φορές. Για μένα δεν έχει σημασία ο τόπος, όσο η ιδέα που θα μου γεννηθεί και η ανάγκη μου να την εκφράσω εκείνη ακριβώς την στιγμή.

Ποιος Fernando_Pessoa_II_by_nuvemείναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όπως σας ανέφερα και προηγουμένως, μοιάζει να με ακολουθεί ο τρόπος. Όταν μου έρχεται μια εικόνα για ένα ποίημα ή ένα κείμενο, την αποτυπώνω παντού. Αρκετές φορές στο κινητό μου τηλέφωνο εν είδει μηνύματος, αν δεν έχω άμεσα χαρτί. Έχει συμβεί εν ώρα εργασίας κι ενώ η εκπομπή είναι στον αέρα, με το ένα χέρι να κρατάω την κάμερα και με το άλλο, να γράφω στο περιθώριο μιας εφημερίδας που έτυχε να είναι δίπλα μου. Ή λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, να σκεφτώ μια λέξη που αυτόματα οδηγεί σε άλλη, με συνέπεια να χάσω τον ύπνο μου γράφοντας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η γραφή από μόνη της είναι ιεροτελεστία για μένα. Μια μυσταγωγία, μια συναυλία σιωπής που γεννά μέσα μου λέξεις. Όταν γράφω δεν ακούω μουσική γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Έχει συμβεί όμως από ένα συναίσθημα που μου προκάλεσε ένα άκουσμα, να προκύψουν κείμενα και ποιήματα. Κυρίως από την ροκ μουσική που αγαπάω.

franz-kafka-by-kriegerΑγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Λογοτεχνικά περιοδικά δεν διαβάζω επισταμένως. Κατά περιόδους μόνο, όταν έχουν κάποιο αφιέρωμα που με ενδιαφέρει.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Είναι ένας τομέας που δεν ανήκει στα ενδιαφέροντά μου, οπότε δεν θα την έγραφα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

3Iron_3Βεβαίως και παρακολουθώ, εξάλλου σχετίζεται άμεσα με το επάγγελμα που εξασκώ. Μου αρέσει πολύ ο Ιαπωνικός και ο Κορεατικός κινηματογράφος. Οι ταινίες τους είναι ιδιαίτερα εσωτερικές και εγκεφαλικές. Υποδηλώνουν αντί να κραυγάζουν, κι αυτό μου ταιριάζει. Υπάρχει μία ταινία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Κιμ Κι Ντούκ, «Ολομόναχοι Μαζί», που με έχει στιγματίσει βαθιά. Ένα κείμενο του «Επειδή Μαζί», γράφηκε εξ αφορμής αυτής της ταινίας.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Το πρώτο μου βιβλίο «Εκεί που αλλάζω ζωές», εκδ. Απόπειρα 2010, είναι ποιητικό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δ15εν διαβάζω κάτι συγκεκριμένο. Υπάρχουν πολλά βιβλία στο σπίτι μου, πάνω στο γραφείο μου,  στα οποία ανατρέχω συχνά, κυρίως για να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να ανακαλύψει ό, τι κατά την πρώτη ανάγνωση μου διέφυγε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τη νέα μου ποιητική συλλογή κι ένα παραμύθι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν;

Διατηρώ ένα μπλόγκ όπου σε τακτική βάση ενημερώνω εκτός των κειμένων μου, και με ό, τι μου κινεί το ενδιαφέρον, κι έναν λογαριασμό στο facebook που σκέφτομαι να τον καταργήσω.

DSC012262Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Δεν έχω διαβάσει πότε κριτικές γιατί δεν πιστεύω στην κριτική. Σου στερεί αυτόματα την δική σου προσωπική κρίση, στην καταργεί πριν καν προλάβει να γεννηθεί. Σε προκαταβάλλει ερήμην σου. Κι εγώ θέλω να διαμορφώνω μόνη μου τις απόψεις μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

 Στα ταξίδια μου και γενικά στις μετακινήσεις μου, δεν διαβάζω. Προτιμώ να απολαμβάνω την διαδρομή. Να βλέπω όλα εκείνα που διαφεύγουν της προσοχής των υπολοίπων. Είναι σαν ένα είδος κλοπής του χρόνου της μη όρασης των άλλων. Μια συνομωσία μεταξύ εμού και των λεπτομερειών της ζωής.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

lΕίναι πολύ δελεαστική η αιώνια νιότη και σίγουρα ενδιαφέρουσα. Είμαι βέβαιη όμως πως θα βαριόμουν αφόρητα. Υπάρχει ένα τραγούδι των Queen που λέγεται «Who wants to live forever?» που απαντά απόλυτα στην ερώτησή σας. Ο χρόνος έτσι κι αλλιώς ήταν και παραμένει άχρονος μέσα μου, οπότε δεν μεταβάλλομαι ιδιαίτερα. Η γραφή και η ανάγνωση είναι δύο στοιχεία που συντελούν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητά μου. Οπότε δεν νομίζω πως τίθεται θέμα συναλλαγής.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν υπάρχει κάτι που παραλείψατε ή που θα ήθελα να με ρωτήσετε. Ευτυχώς που τελειώσαμε, γατί θα άρχιζα να έχω πρόβλημα με τις απαντήσεις! Σας ευχαριστώ.

Εικόνες: Κωνσταντίνος Καβάφης Περιμένοντας Τους Βαρβάρους, Γιώργος Χειμωνάς, Fernando Pessoa, Frantz Kafka, Ολομόναχοι Μαζί, Σταύρος Σταυρόπουλος και τρεις Σκηνές από Το Ροκ που Παίζουν τα Μάτια σου.

Θωμάς Κοροβίνης – Όμορφη νύχτα. Χρονογραφία – μυθιστορία για 20 χρόνια λαϊκού τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη [1985 – 2005]

TELIKO NYXTAΘεσσαλονίκης Νυκτωδίες

Η ταβέρνα θέλει ρεμπέτικο ή ακόμα καλύτερα καζαντζιδικού τύπου σπαραγμό. Όχι, δεν θα τους αφήσουμε τους αβασάνιστους να γκρεμίσουν τους πιο λάβρους τόπους του νυχτερινού συμποσιασμού των ανθρώπων. Όσο τουλάχιστον ζούμε. Όσο για το μετά, «γαία πυρί μειχθήτω». [σ. 28]

Η μυθιστορηματική χρονογραφία του Κοροβίνη αποσκοπεί να δωρίσει στην συλλογική μνήμη την ακτινοβολία μιας εκδοχής των θρυλικών θεσσαλονίκειων νυχτών: της Όμορφης Νύχτας αυτοπροσώπως, και συνακόλουθα της ανθρωπογεωγραφίας μιας χαμένης εποχής, ακριβώς όπως υπήρξε, χωρίς μύθους και φτιασίδια. Συνεπώς, οι υπερβολές επιτρέπονται, τα ψέματα όχι· ακόμα κι αν κάποια περιστατικά ή συναπαντήματα ανθρώπων έχουν κάτι απ’ τα ατόφια παραμύθια, ο ρεαλισμός του βιβλίου είναι απροκάλυπτα και αστόλιστα ρεαλιστικός! Το βιβλίο χωρίζεται σε δεκάδες μικρά κεφάλαια, αφιερωμένα το καθένα σε κάποιο πρόσωπο, κατάστημα, δρόμο, κατάσταση, κοινώς σε όλες τις ψηφίδες της ζωής στην μυθοποιημένης και ταυτόχρονα απομυθοποιημένης πόλης. Τα κατά Θωμά Ευαγγέλια είναι απολύτως προσωπικά και εμπειρικά, χωρίς αξιώσεις αντικειμενικότητας, χωρίς απαιτήσεις ωραιοποίησης.

20120125_foto_korovinis_blogH ιδέα του αφηγήματος οφείλεται στον συγγραφέα φίλο του συγγραφέα Δημήτρη Μίγγα, ο δε τόπος της προτροπής ήταν η λαϊκή ταβέρνα «Το Άσυλο», στην είσοδο του συνοικισμού της Ευαγγελιστρίας. Το αρχικό μάλιστα σχέδιο περιελάμβανε ένα μοιρασμένο (σε δίσκους το λέμε split!) μυθιστόρημα, αλλά ο Μίγγας αναγνώρισε πως τα κοροβίνεια βιώματα έπρεπε να καταγραφούν από τον βιώσαντα. Πράγματι, αν το κάθε γραπτό υστερεί ούτως ή άλλως σε σχέση με την καθαρότητα και την ευταξία της αυθεντικής εμπειρίας, τότε πόσο περισσότερο θα συμβαίνει όταν επιχειρήσουμε να μπούμε στο βίωμα άλλου…

ΛιλήΤο ιστορικό μαγαζί των αδελφών Χουλιάρα, γνωστό και ως Ο Ναός, βρισκόταν στην Κάτω Τούμπα, στην οδό Παπάφη 104, λεωφορείο 12. Εδώ δεν ίσχυαν οι κλασικοί και παγκοσμίως απαράβατοι νόμοι που οριοθετούν τη σχέση μαγαζάτορα και πελάτη, αλλά, αντίθετα, οι άγραφες συνήθειες μιας δοκιμασμένης σχέσης μεταξύ παλιόφιλων. Η διήγηση ξεκινά αντίστροφα, από την περίοδο της φθίνουσας πορείας και της παρακμής. Δύσκολο: είναι η συγκυρία που πάντα μας διαλύει περισσότερο· αλλά ο συγγραφέας όχι δεν οπισθοχωρεί στα δύσκολα βιωματικά ή συγγραφικά αλλά, αντίθετα, ορμά καταπάνω τους.

Διατρέχω τις σελίδες για να βρω τις δυο εμβληματικές γυναίκες της λαϊκής νύχτας της βορειούπολης, ειδικά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Βρίσκω πρώτα την Μαριώ, την αγωνίστρια του θεσσαλονικιώτικου πάλκου και την ακολουθώ από τη χασαποταβέρνα του Μαριώλα στη Νέα Μαγνησία και το αλώνισμα των μαγαζιών του θεσσαλικού κάμπου με τον πατέρα της μέχρι την Φαρίντα της Μενεμένης και τις Αναμνήσεις της Νεάπολης, πάντα φορτωμένη μ’ ένα σωρό ιστορίες. Οι σελίδες της συχωρεμένης Λιλής βρίσκονται πιο βαθιά στο βιβλίο, όπως το ίδιο βαθιά στις μνήμες παραμένουν οι φωνές της στην πίστα για ψωμί, παιδεία και λαοκρατία, και οι νυκτωδίες στο Μινουί – ευτυχώς πρόλαβα το υπόγειο στις δόξες του, και κάναμε συχνά πέρασμα όταν κλείναμε τον Ερωδό μετά τις 3 το βράδυ.

Άνω Πόλη 1Ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στο θέμα των δημιουργών της Θεσσαλονίκης και γενικώς της μοίρας των καλλιτεχνών μέσα στην «μικροαστίλα και την μιζέρια της πόλης με τον στενόκαρδο ουρανό». Αν γίνεις λαμπερό όνομα στην πρωτεύουσα, σε σέβονται και οι ντόπιοι, που συνήθως είναι τσιγκούνηδες με τους γηγενείς καλλιτέχνες. Όσοι μένουν, παραμένουν οι «τοπικοί δημιουργοί», γνωστοί μεν αλλά «δικοί μας», γραφικά ιδωμένοι και αιώνια δεδομένοι. Η συμπρωτεύουσα είναι το πρώτο μεγαλοχώρι – όχι νύφη, αλλά νυφίτσα του Θερμαϊκού. Οι πιστοί της, όπως ο κυρ Ντίνος, καθηλωμένοι της επιτελούν έργο ιερό, αλλά προτιμούν να αγνοούν ότι η πόλη υπάρχει από έναν ατέρμονο ευτροφισμό που παράγει μουχλιασμένα μυαλά και επικράτειες που κυβερνούνται από τα κατηχητικά.

371667Ευνόητα οι γυναίκες έχουν αμέτρητες θέσεις στην μνημογραφία του Κοροβίνη. Από τη μία οι σερβιτόρες, όπως η πιο ενδιαφέρουσα γυναικεία προσωπικότητα από τις δισκοφόρες της Όμορφης Νύχτας, η Ξένια από τον Τύρναβο με την ελιά στο πάνω χείλι (κάτι θυμάμαι…) – από την άλλη οι θαμώνισσες και περαστικές από στέκια και ζωές, πολύτιμες όλες στην συναγωγή της φιλοσοφίας μιας ζωής, ακόμα και όταν ο συγγραφέας θυμοσοφεί…

…βαρέθηκα να ορέγομαι ή να μυθοποιώ όμορφα πλάσματα, που πολύ γρήγορα η ψυχική τους φτώχεια και η ανύπαρκτη πνευματικότητά τους, συχνά δε και η σχετική ή απόλυτη αισθηματική ή και ερωτική τους ανικανότητα, οδηγεί στην πλήρη απομυθοποίησή τους και ενίοτε σε μια αίσθηση καθολικής αηδίας για το πενιχρό αποτέλεσμα που όχι σπάνια δημιουργεί η αγαστή μα τραγική συνεργασία των αντιφάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης. [σ. 55]

Ευνόητα η προσωπογραφία των μουσικών είναι ανεξάντλητη: Μανώλης Πάππος (τον έζησα προσωπικά μια χρονιά στο Αλώνι της Σίφνου, πίσω στο ’95), Χρήστος Μητρέτζης (με τις παροιμιώδεις πρωτοεμφανίσεις στο Ποντίκι στους Άγιους Πάντες του Σταθμού, να οδηγεί το κοινό στην απογείωση), Ζιγιάντ Ραζάμπ (περάσαμε από το ίδιο θρυλικό σπίτι, την μονοκατοικία της Αχιλλέως, μαζί πηγαίναμε και μπαίναμε στα άδεια, εγκαταλειμμένα σπίτια της Άνω Πόλης, για να κόψουμε τα παρατημένα ξύλινα έπιπλα, να τα φτιάξει μουσικά όργανα…), συγχωρήστε με, ξεφεύγω πάλι.

Σεβάς Χανούμ στο σπίτι της (Σταυρούπολη, φωτ. Βασίλης Μποζίκης)Δεκάδες πρόσωπα έχουν το δικό τους χώρο στις ημερολογιακές σελίδες του νυχτερινού «ημερολογίου» – συγγραφείς, στιχουργοί, τραγουδιστές, τραγουδοποιοί. Γιώργος Ιωάννου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Τόλης Καζαντζής, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Δημήτρης Μαρωνίτης, Δημήτρης Δημητριάδης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Βασίλης Τσιτσάνης, Μανώλης Ρασούλης, Ηλίας Κατσούλης, Αγγελική Λεμονή, Γιώτα Λύδια, Γιώργος Ζήκας…που η Θεσσαλονίκη δεν έπλασε μόνο τον χαρακτήρα τους αλλά και πλάστηκε από τους ίδιους. Δυο κείμενα αφιερώνονται στην αξέχαστη Σεβάς Χανούμ: ένα για την συναυλία της στη Νομική το 1984, όπου τραγούδησε με ζέση έπειτα από τόσα χρόνια στην αφάνεια, Χιώτη, Μητσάκη, Τσιτσάνη και Καζαντζίδη μέχρις εξαντλήσεως, κι ενώ έπρεπε λόγω υγείας να σταματήσει, δεν αποχωρούσε κανείς, κι ένα για την επίσκεψη στο σπίτι της στη Νεάπολη και μια από τις τελευταίες συνομιλίες μαζί της.

1345037160_428860976_1---5066-VASIPAP-Εκτενή κείμενα τιμούν την Μαριάνθη Κεφάλα και την Πόλυ Πάνου (μαζί με μια μεγάλη συζήτηση με την τελευταία), τους μαγαζάτορες Γιώργος Χουλιάρα και Νίκο Πλασταρά και όλους τους υπόλοιπους γηπεδάρχες, αφανείς κι εμφανείς. Και βέβαια οι χώροι, πάντα οι χώροι: το Πλατώ στη Χαριλάου και το Όνειρο στην Παπαναστασίου, η υπόγεια Πανδούρα απέναντι απ’ τον Ευκλείδη και ο «Τζότζος» στα Κάστρα (αν είναι να ξαναζήσω μια βραδιά, ας είναι στα λερά του πλαστικά τραπεζομάντηλα), ο Μακεδονικός με το λεωφορείο να αγγίζει το τραπέζι σου (άσχετο με τα συγγραφόμενα, αλλά συγχωρήστε μου της μνήμης τα μνήματα), το Μυστικό στις Σαράντα Εκκλησιές και η Κληματαριά στο Λιμάνι – με τα ξύλινα καρούλια αντί για τραπέζια αν θυμάμαι καλά – που θυμάμαι πολύ καλά.

ΠΠΜένω ξανά να τριγυρνάω από τους Άγαμους Θύται στο Βολτάζ στην παλαιοπαραλιακή Τομπουρλίκα του Παντελή Χατζηκυριάκου (το τελευταίο οριακό μεθύσι της ζωής μου) προτού ανηφορίσω για την υγρασιασμένη Άνω Πόλη περνώντας από το Αβαντάζ στο Τούρκικο Προξενείο, που ευθύνεται, λέει ο Κοροβίνης για την αρχή του τέλους κι όλα αυτά τα μαγαζιά με το ποτό και τα φιστίκια… και μετά ξανά πίσω στην όμορφη νύχτα της Όμορφης Νύχτας, εκείνου του προσκλητήριου των ηττημένων, των όμορφων ηττημένων, των ολότυφλων σκυλιών που έμπαιναν μέσα για να βρουν το φως τους, όπως χαρακτήριζε το μέρος ο Κώστας Καλημέρης, άλλος αειχαμογέλαστος συμπότης και νυν συνάδελφος στην απέναντι πλευρά του βορρά.

ΤζότζοςO Κοροβίνης μετράει τα τρία μι της νύχτας (μαργιόλα, μπαμπέσα, μπελαλού), παίρνει μαζί του τη φράση της Σιμόν Βέιλ «Όλο τον κόσμο να γνωρίσεις, ποτέ δεν θα μπορέσεις να μπεις μέσα σε μιαν ανθρώπινη ζωή» και υποκλίνεται στους ταλαντούχους που θυσίασαν μια καριέρα δόξας και χρημάτων εν ονόματι άλλων επιλογών και εντέλει της ίδιας της ζωής. Όταν ο λόγος επανέρχεται στη Θεσσαλονίκη παραπονιέται ευθέως … για την αναπάντεχη κατρακύλα της, από την αναγεννησιακή της περίοδο μέχρι το τέλος της δικτατορίας στο πέρασμά της οξεία γωνία της νεομεσαιωνικής παρακμής μετά το 2000 με αναστημένους βασιλείς στα θέατρα, αναβιώσαντα λείψανα καλλιτεχνών του ελαφρού και της ποπ στα γήπεδα, με την επικράτηση των σκυλομάγαζων, τη σιωπή των ποιητών, την εξορία ή αυτοεξορία κάποιων πικραμένων οραματιστών, την καταφυγή σχεδόν όλων των καλλιτεχνών στην Αθήνα, την αραχνομούνικη τριανδρία Ψωμιάδη – Άνθιμου – Παπαγεωργόπουλου… [σ. 153]

KOROVINIS3Αν όλα αυτά τα μέρη για ορισμένους υπήρξαν άσυλα για παραστρατημένους ή ξέμπαρκους, τότε ορθά ξεκίνησε η συζήτηση από το Άσυλο, όπου ολοκλήρωνα κι εγώ με φίλους τις εύτυχες και τις δύσθυμες μέρες. Και τώρα που βρίσκομαι τόσο μακριά, ευχαριστιέμαι να γνωρίζω πως σε τέτοια μέρη τσουγκρίστηκαν ωραία σχεδιάσματα μεταξύ φίλων και γεννήθηκαν βιβλία και για εμάς, που βρισκόμασταν στην άλλη πλευρά της μουσικής, βαθιά όμως μπλεγμένοι με τα μέλη αυτής της διονυσιάδας.

Όταν τραγουδάω, μαζεύονται γύρω μου όλοι οι άγγελοι των παιδικών μου χρόνων, με περικυκλώνουν. […] Όταν τραγουδώ, έρχονται, ζωντανοί και πεθαμένοι, άντρες πολλοί, που παρεξήγησαν ή ενέδωσαν στα πάθη μου, γυναίκες που δικαιώθηκαν ή προπαντός αποκαρδιώθηκαν από μένα, οι πιο ωραίοι και αδάμαστοι απ’ όσους χάρηκα έστω και για λίγο. Έρχονται οι απροσκύνητοι, οι ανέγγιχτοι, που δε θα πλησιαστούμε ποτέ΄. Οι ψυχές που δε γνωρίσαμε. Αυτή η αναζήτηση του άλλου μας καίει. Ψάχνουμε άραγε το συμπλήρωμα ή το ίδιο με τις ψυχές μας; [σ. 388, 393]

Δεν ξέρω, συγγραφέα, έφυγα κυνηγημένος και τ’ άφησα όλα μισά. Ακριβώς για να αισθάνομαι πως κάποτε θα ξαναγυρίσω.

ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ [φωτ. Γιάννης Βανίδης]Εκδ. Άγρα, 2008, σελ. 403 σελίδες γυαλιστερού φύλλου.

Στις φωτογραφίες: Λιλή, Οδός Ακροπόλεως στην Άνω Πόλη, Σεβάς Χανούμ στο σπίτι της στη Νεάπολη (φωτ. Βασίλης Μποζίκης), Μαριάνθη Κεφάλα, Πόλυ Πάνου, Τομπουρλίκας Ομήγυρη (Γιάννης Αλεξανδρής, Λάζαρος Χαριτίδης, Θανάσης Χαλικάς, Παντελής Χατζηκυριάκος, Κώστας Βόμβολος, Θωμάς Κοροβίνης, Μιχάλης Σιγανίδης, 1992), Κλειστός Τζότζος.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Tales from the North.