Νίκος Νικολαΐδης – Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα

Το θέμα είναι να στήνεις σωστά το παραμύθι (σ. 275-6)

«Το μαύρο μου το χάλι φίλε μου» απαντά ο Κίνγκσλυ Έιμις σε ερώτηση του βιογράφου του σχετικά με την κατάστασή του, λίγο προτού πεθάνει. Συλλαβίζει ακόμα μια λέξη που ο γιος του Μάρτιν Έιμις προσπαθεί για χρόνια να αποκρυπτογραφήσει προτού αποφανθεί: «Για ένα συγγραφέα, τα βιβλία του – όλα του τα βιβλία – αποτελούν τελευταίες λέξεις» (Μισέλ Σνεντέρ, Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, σ. 264-265).

Από τα Κουρέλια που Τραγουδάνε Ακόμα μέχρι την Γλυκιά Συμμορία και την Πρωινή Περίπολο, κι από τα Γουρούνια στον Άνεμο μέχρι τον Οργισμένο Βαλκάνιο, ολόκληρο το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό έργο του Νίκου Νικολαΐδη (Αθήνα 1939 – 2007) μοιάζει να ψελλίζει τις οριστικές και αμετάκλητες αλήθειες του δημιουργού του. Ο κόσμος των χαρακτήρων του, ένα αξεδιάλυτο και οργιαστικό πανδαιμόνιο του έρωτα, της συντροφικότητας των φίλων και ενός ακατάπαυστου αγώνα ενάντια στην συμβατικότητα και την υποταγή, μιλάει τη γλώσσα του κινηματογράφου και της μουσικής, ιδίως του ροκ εντ ρολλ, και κοιτάζει κατάματα την ήττα και τον θάνατο. Ακόμα κι όταν κάποια στιγμή οι ήρωές του, στην ερώτηση «τι γιορτάζουμε;» απαντούν κι αυτοί, συμπτωματικά, «το μαύρο μας το χάλι», έχουν νωρίτερα ζήσει ακριβώς όπως προστάζει ο εαυτός τους.

Το εν λόγω post mortem μυθιστόρημά του δεν είναι απλώς η επιτομή της μυθολογίας του αλλά και μια αυτοβιογραφική καταβύθιση στην εφηβεία του και, συγχρόνως, στο παρελθόν μιας γενιάς που βρέθηκε ανάμεσα σε ένα συντηρητικό «εδώ» και σε ένα μοντέρνο «αλλού». Ολόκληρη η παρέα του είναι ξανά εδώ, γνώριμα πρόσωπα από τις σελίδες και τα καρέ του, που περιπλανιούνται στα συνοικιακά στέκια και τους πρωινούς διαγωνισμούς χορού και ορμούν στις διαδηλώσεις, στους καυγάδες των παρεών, στο ανελέητο κυνήγι του ποδόγυρου και στην αναζήτηση μιας αλήθειας.

Αυτός είναι ο κόσμος του κεντρικού αφηγητή, του Σπόρου, προτού ξεχυθεί από ένα σπίτι που μυρίζει υγρασία και πετρέλαιο σόμπας στα Τουρκοβούνια κάτω στις αρτηρίες της πόλης – Πατησίων, Βικτώρια, Νεάπολη, Στέκι της πλατείας Αιγύπτου, Τοπ-Χατ, Ζωναρ(ά)ς, Λήθη, Γκρην Παρκ, Ρεξ, κεντρικές στοές – ή περιπλανηθεί στην πάχνη των έρημων τότε βορείων προαστίων αναζητώντας τους έρωτές του. Ένας κόσμος που καθορίζεται από τον μύθο του σινεμά ήδη από τη στιγμή που ανοίγουν αργά οι βυσσινιές κουρτίνες και φαίνεται η άσπρη οθόνη, συνεννοείται με ατάκες και σεκάνς και ντύνει τις δικές του καθημερινές σκηνές με φρέσκα ροκ 45άρια (1). Ένας κόσμος που στις δύσκολες στιγμές βρίσκει στήριγμα στους ποιητές, στα τρία ιερά κάπα (Καβάφης, Καρυωτάκης, Καββαδίας), ενίοτε σε Ρίλκε και Μπωντλέρ, «γιατί η ποίηση ας βοηθάει να ζήσουμε και να πεθάνουμε όμορφα και κάμποσες φορές να ρίξουμε … μια φοβερή στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» (σ. 176). Για εκείνη τη στεκιά απαραίτητες όπως πάντα οι γυναίκες, καταλυτικά παρούσες, αιώνια εράσμιες, ερώμενες και φίλες, «το μόνο κίνητρο για να ξεκολλήσεις», όπως γίνεται πάντα, «η κάθε μια τους με το στυλ της και το παραμύθι της» (2).

Η γραφή του Νικολαΐδη, κοφτερή σαν λεπίδι και σκληρή σαν των παιδιών που μεγάλωσαν απότομα, μένει ακριβώς όπως παραδόθηκε στο χειρόγραφο, χωρίς κανονική επιμέλεια, λόγω του ξαφνικού θανάτου του. Μπροστά σε ένα τέτοιο καταρράκτη αμεσότητας και ζωντάνιας, έννοιες όπως στίξη ή ορθογραφία περνάνε σε δεύτερη μοίρα: στον εσωτερικό μας μονόλογο, στις ζωτικές μας προφορικές συνομιλίες και στις κουβέντες της ψυχής μας δεν έχουν θέση οι γραμματικοί κανόνες. (3)

Με χρονικά άλματα μεταξύ των δυο «καθοριστικών» δεκαετιών του ’50 και του ’60 και εναλλαγή κεφαλαίων ρεαλιστικότατης αφήγησης και προσωπικών, συχνά παραληρηματικών σκέψεων, ολόκληρη η Στεκιά μοιάζει με εγκεφαλογράφημα του Σπόρου που μοιράζει ακριβοδίκαια τα συναισθήματά του στους φίλους του, από την σκληρότητα μέχρι την άνευ όρων αγάπη, επιβραβεύοντάς τους τρυφερά και ερήμην τους, όταν φερθούν σπαθί, με ένα «σωστός νομίζω». «Όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν’ αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ’ αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια» (σ. 216). Ο Σπόρος θα ενηλικιωθεί πολύ γρήγορα με όλα τα παραπάνω, χωρίς ναρκωτικά (μόνο βαλεριάνα για να κοιμάται του θανατά στις δύσκολες στιγμές και παγωμένες μπύρες που έκρυβε στο ρέμα της Πεντέλης) μα πάντα υπό βροχή, η οποία δεν λείπει ποτέ, ιδίως κάθε Κυριακή απόγευμα (4), και θα προχωρήσει ακόμα κι όταν οι σχέσεις του είναι καταδικασμένες, ακόμα κι όταν ο ξενιτεμένος κολλητός του τον περιμένει για να μην κρεμαστεί μονάχος.

Ίσως γι’ αυτά και γι’ άλλα ο Νικολαΐδης μίλησε στις καρδιές εκείνων που ονειρεύτηκαν μια πιο ροκ εντ ρολλ ζωή, ακόμα κι αν προέρχονταν από διαφορετικές δεκαετίες, είτε είχαν διαβάσει τις αθυρόστομες σεξουαλικές περιγραφές του Ρομπ Γκριγιέ, τα μπιτ παραλήρηματα του Κέρουακ, τις ψυχοσωματικές εξομολογήσεις του Μίλλερ ή το αμερικάνικο νουάρ, είτε όχι. Ίσως γι’ αυτό το ερώτημα που ταλάνισε τους χαρακτήρες «τι τρέχει ακριβώς, πάμε λάθος στο σωστό δρόμο ή σωστά στον λάθος;» (σ. 232) δεν έχει την απάντησή του. Ο ίδιος ο συγγραφέας και οι ήρωές του πήγαν στον δικό τους δρόμο. Σωστοί νομίζω.

Εκδόσεις Greekworks.com, 2008, σελ. 436, με επίμετρο του Μάνου Ελευθερίου.

Πρώτη δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008.

Υποσημειώσεις, από άλλο κείμενο για το ίδιο βιβλίο, από εδώ.

(0) …το μόνο που γουστάρεις είναι το μουνί τα τσιγάρα κι οι έρημοι δρόμοι τίποτ’ άλλο όμως το νοιώθω ο λούστρος κουβαλάω μια ερημιά για κάτι που ήτανε κάποτε δικό μου και μου τ’ αρπάξανε που τριγυρίζει το γαμημένο σαν ξωτικό και μου ζαλίζει τ’ αρχίδια κι όχι μόνο αυτό αλλά μου κλωτσάνε μακριά κα το δεκανίκι να πέφτω να κυλιέμαι στη λάσπη ο δικός σου … Το σίγουρο είναι ότι κάποιος από κει πάνω μού κάνει χοντρή πλάκα αλλά που θα πάει κάποτε θα τον βρω και θα τον ξεσκίσω επιτόπου. (σ. 296)

(1) … τιμώντας ως πρέπει τους παλαιότερους μάστορες από Ντιούκ Έλλιγκτον μέχρι Φατς Ντόμινο, ενώ οι εραστές ανταλλάζουν Τζούλι Λόντον σε κόκκινο βινύλιο. Όλα και τον ουρανό ακόμα.

(2)…τρέχουμε σα λιγούρια πίσω απ’ τα μουνιά και κάθε πούτσος που ρίχνουμε κερδίζει πόντους να στο πω καλλίτερα μας διώχνει λίγο πιο μακριά απ’ το ταμείο αλλά πάντα στην ουρά μαλάκα μου κ’ εντάξει μπορεί να μην κολλάμε με τα πρόβατα δεν έχει όμως άλλη είσοδο για μας τους άντε και καλά αλλοιώτικους. (σ. 188-189)

(3) Τον έχουμε μάθει πια, το χιούμορ του όπως πάντα είναι αγέλαστο και μαχαιρώνει. Ακόμα και η ηλικία που διάλεξε να την κάνει – 69 –δικό του αστείο πρέπει νάναι. Ο Νικολαΐδης έκανε το δικό του ακόμα και στην επιλογή των συγκεκριμένων εκδόσεων. Κάποιοι λένε πως αν το έδινε αλλού, θα είχε εκτοξευτεί. Μόνο που, όπως ήδη μαθαίνω, εξαντλείται η πρώτη έκδοση και φεύγει για την δεύτερη, κι ας σιώπησε το μεγαλύτερο μέρος της κριτικής και των «ενθέτων» κι ας έγραψαν μόνο κάποια ιστολόγια, στα οποία άλλωστε σκόπευε να διασκορπίσει μερικά κεφάλαια.

(4)… και δε φτάνει που είναι χειμώνας αλλά έρχονται και Χριστούγεννα, όπως τότε στη Γλυκιά Συμμορία, άρα θα ανεχτούμε την θλιβερή διακόσμηση των συνοικιακών καφετεριών (πράσινο γκοφρέ ελατάκι σα μαραμένη πούτσα) και αργότερα κάτι γιρλάντες ξεχασμένες της γιορτής να μαγκώνουν τις σιδεριές των υπονόμων.

Υ.Γ. δε θέλω να ’μαι πρώτος πουθενά – είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στον πόιτσο μόι κουφάλες.

Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης

Κλείνει ο άνθρωπος σαν στρείδι και δεν ακούει όσα είναι για να τον σώσουν, να τον ανασύρουν από τα μαλλιά στη στεριά, μισοπνιγμένο, για να στεγνώσει εκεί μονολογεί ο κύριος Επισκοπάκης, του οποίου το εξωσυζυγικόν πάθος για μία Αντιγόνη συνοψίζεται σε 7 λέξεις: Πέμπτη μεσημέρι, τρεις ώρες, Hotel Marie, Εξάρχεια. Μόνο που εδώ δεν έχουμε ζεύγος αλλά ερωτικό τετράγωνο, εφόσον η κυρία μοιράζεται σε τρεις αρσενικούς, με σειρά αρχαιότητας: τον αξιωματικό σύζυγο (όχι τυχαία η σειρά των δυο λέξεων), τον πρώην ιστορικό νυν έμπορο κύριο Επισκοπάκη και τον αγριμιώδη Βαλκάνιο μετανάστη που τους εκβιάζει.

Ο καημένος ο κύριος Επισκοπάκης! Ερωτεύτηκε αυτή την οδοντογιατρέσσα του μαζοχισμού και του αυτοπροσδιορισμού, που οι ήχοι της την ώρα του έρωτος μοιάζουν με κάτι σπαρακτικά ηπειρώτικα μοιρολόγια ή σα να ρουφούν χιλιάδες μέλισσες τη γύρη των ανθών στον κήπο του πατρικού του. Την ερωτεύτηκε «επειδή αγάπησε τη σιωπή του κι ήξερε ν’ ανιχνεύει τους φόβους του» αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή μιλούσε έτσι όπως μιλούσε, όπως ψευδώς εκτόξευε τις λεξούλες της παιγνιδίζοντας ήχους και ρυθμούς (αποδεικνύοντας για νιοστή φορά πως περί βιτσίων και φετίχ ουδείς λόγος). Κι όμως ο πρωτόγονος βουλγαροτραφής διεκδικητής (που του θυμίζει έναν παλιό ποδοσφαιριστή του Αιγάλεω) θα αποδειχτεί γερός αντίπαλος γιατί δεν θα κωλώσει στις αποφάσεις, ίσως κι επειδή ο κόσμος του υπόκοσμου αποτελεί μια νέα χώρα για εκείνη. Τόσο γερός, που θα διεκδικήσει διπλή μοιχεία και θα την απολαύσει με την ψυχή του.

Ο Επισκοπάκης (ή ο συγγραφέας; τα μπερδεύω…) αγωνίζεται να επισκοπήσει τα πάντα που [του] συνέβησαν, συνομιλώντας σφιχτά και φοβικά μαζί μας αλλά και με την ίδια του την αφήγηση και τη διεστραμμένη υποκειμενικότητά της. Άμα φτάσει πάντως κανείς στον πάτο του ευτελισμού και της ταπείνωσης, βρίσκει εκεί τα κατακάθια, τα ψήγματα του εαυτού του. Κι αυτό είναι μια σπουδαία ανταμοιβή. Μ’ ένα τέτοιο πολύτιμο ψήγμα, όπως το νόμισμα στον περαματάρη του Αχέροντα, μπορεί κανείς να εξαγοράσει πράγματα ανεκτίμητα. (σ. 72)

Ο Μήτσου συμπλήρωσε λογοτεχνική 25ετία έχοντας πλέον καταστεί εκλεκτός του νεωτερικού είδους με δυο μυθιστορήματά του κι έξι συλλογές διηγημάτων (ορισμένα από τα οποία συναρπαστικά, ιδίως στα Σφήκες και Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού). Εδώ για άλλη μια φορά περιλαμβάνει συνηθισμένους τύπους (που τελικά δεν είναι και τόσο συνηθισμένοι, όπως κανείς μας) και τους μελανιάζει με την πλέον υπονομευτική και παρωδιακή γραφή και μουσική, σχεδόν μελωδική γλώσσα.

Με το διπλά απρόσμενο κινηματογραφικό αλλά και εντελώς γκογκολικό τέλος, η πολυπόθητη αφομοίωση με το αντικείμενο του πόθου γίνεται κάπως αργά – αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έτσι κι αλλιώς οι άντρες ζούνε για χρόνια σε μια πρωτόγονη ασυνειδησία. Βιώνουν τα πράγματα δεκαετίες μετά. Μόνιμα απόντες και εκτός παιχνιδιού. Εν υπνώσει και σε λήθαργο. (σ. 104) Ταιριαστή μουσική εδώ, σαφώς το Each man kills the thing he loves σε όλες του τις εκτελέσεις!

Αποσπάσματα: Την ηδονή που μου ’δινε η κάθε λέξη της δεν μπόρεσα ποτέ μου να ομολογήσω σε κανέναν. Ούτε και να την ερμηνεύσω. Ήταν διαστροφή, μια καθαρά αφροδισιακή διεργασία. Γιατί έλειωνα πραγματικά που την άκουγα να μιλά κι έτοιμος ήμουν σε κάθε λέξη της – ντρέπομαι να το διατυπώσω, τόσο αφύσικο – να εκσπερματώσω… Τέτοια τερτίπια δεν μου είχε κάνει ποτέ ο εαυτός μου ως τότε. Κι ούτε του το επέτρεπα. Σαν να ’χε ξεφύγει τώρα από μακρόχρονη επίβλεψη και επιστασία, με λοιδορούσε και με περιέπαιζε. (σ. 34)

Συγκολλούσαμε τον λιγοστό και πολύτιμο χρόνο των τριών ωρών έτσι που να αποκτά σώμα και ενότητα και να φαίνεται συνολικά μεγαλύτερος. Γιατί τότε αρχίζει να μετράει ο χρόνος, όταν έχεις κατακτήσει και την παραμικρή γωνιά του χώρου γύρω σου. (σ. 15)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αμφιλοχία, 1950. Έξι συλλογές διηγημάτων (Ένα μήλο, ένα κυδώνι, ένα κλωνί βασιλικό, Ο φόβος της έκρηξης, Γέλια, Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού, Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί, Σφήκες), δύο μυθιστορήματα (Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, Ο σκύλος της Μαρί). Σπουδές αγγλικής λογοτεχνίας και ελληνικής φιλολογίας, διδακτορικό για την καθημερινότητα και τη λογοτεχνία. Καθηγητής – φιλόλογος στη δημόσια μέση εκπαίδευση.

Συντεταγμένες: Ανδρέας Μήτσου – Ο κύριος Επισκοπάκης (Η εξομολόγηση ενός δειλού), εκδόσεις Καστανιώτης, 2007, σελ. 143.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15651