Δημήτρης Καλοκύρης – Το χέρι του σημαιοφόρου

«Ευτυχώς που, τουλάχιστον, η μεταβλητότητα των γεγονότων παρέμεινε σταθερά.» (σ. 52).
Προσωπικό ημερολόγιο: Εδώ και κάποια χρόνια συναντώ το όνομά του συνεχώς μπροστά μου, όλως τυχαίως σε πράγματα που μου αρέσουν. Σε κορυφαίες μεταφράσεις, σχολιασμούς και εξωφυλλώματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Στα δύο λογοτεχνικά περιοδικά που αγάπησα περισσότερο, τον ανεπανάληπτο Χάρτη και το Τραμ (υπήρξε εκδότης και δημιουργός και των δύο, τις περιόδους 1982-1987 και 1971-1978 (πρώτη περίοδός του) αντίστοιχα). Ακόμα και σε ένα αισθητικότατο εξώφυλλο βιβλίου είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δίπλα στα μακέτα άνω και κάτω τελεία θα είναι το όνομά του. To πανδοχείο επιλέγει να είναι ο πρώτος έλληνας φιλοξενούμενός του. Μέγιστη τιμή! (για εμάς εννοώ).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Ρεθύμνης (1948), σπούδαγμα Θεσσαλονίκης, επιβάτης Αθηνών. Υποπτεύομαι ότι έχει παραπάνω από μία ζωές, εφόσον γράφει και εκδίδει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές (τα Φανταστικά Φουγάρα με έκαναν να ξαναδιαβάσω ποίηση), πεζογραφία [Ποικίλη ιστορία (1991), Μπεθ – Ένα αρχείο για τον Μπόρχες (1992), Φωτορομάντσο, (argumenta) Αθήνα (1993), Η ανακάλυψη της Ομηρικής και άλλες φαντασμαγορίες (διηγήσεις) (1995), ΕπέΚινα (1996), Τα ελιξήρια της φωνής τους (Ύψιλον, 1997), το Μουσείο των Αριθμών (2001)], μελέτες [Νεοελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά (από την Παλιγγενεσία στον Παλιμπαιδισμό) (1995), Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου- Νίκος Καββαδίας (1995)], παιδικά, ανθολογίες και αυτοανθολογήσεις, ασχολείται διακαώς με γραφικές τέχνες, επιμελείται εκδόσεις, μεταφράζει λογοτεχνίες και σχεδιάζει οτιδήποτε έχει εξώφυλλο (βιβλίο, δίσκο, περιοδικό), όψη (αφίσα, πρόγραμμα, ημερολόγιο) ή εμφάνιση (καλλιτεχνικές εκδόσεις), όλα κατακόρυφης ποιότητας. Εκτός των προαναφερθέντων στο «προσωπικό ημερολόγιο», διηύθυνε το περιοδικό Τέταρτο (1985-1987), κάποτε, και τις λογοτεχνικές εκδόσεις του Τραμ, τότε.

Ήρωες: Αναρίθμητα πρόσωπα που δεν θα μαρτυρήσω. Λάτρεψα όμως την αισχρότατη Αμαντίν και τη Ζωή Χαρισάμενη. Επίσης: βυσσινόμαυρα ημερολόγια και γιγαντιαία οχηματαγωγά, αποκόμματα, εισιτήρια και καιόμενοι τρούλοι, κατάλογοι εμπορικών επιμελητηρίων και επαρχιακά πρακτορεία τύπου, θηριώδη ζέπελιν που πετούν φωτισμένα τη νύχτα και τρομοκράτες – καταστροφείς αγαλμάτων. Γυναίκες που βάφονται προσεκτικά, αναζητώντας την γωνία προσπτώσεως της απόλυτης μεσημβρινής σκιάς και άντρες που μονομαχούν για ζητήματα βαθμολογίας της εγχώριας ρακής έναντι της εισαγόμενης βότκας. Ήρωες που καταλαβαίνουν ότι έχει φτάσει ο καιρός να ξεφύγουν από τη σελίδα τους και το προσπαθούν. Νύχτες που εξελίσσονται συχνά σε πανδαισία. Η Μοίρα που χτυπά το κουδούνι του σπιτιού και μπαίνει βιαστική, νευριασμένη και σε χαστουκίζει. Γυναίκες που ξυπνούν από κώματα και δηλώνουν πως νυστάζουν ή παραμένουν παρθένες σαν αφρικάνικο δάσος των αρχών του 19ου αιώνα.

Γοητεία: Προσπαθώ να φανταστώ τα συρτάρια του γραφείου του Δ.Κ. Εκεί που οι άλλοι έχουν μολύβια και χαρτοκόπτες, αυτός θα έχει λογοτεχνικά ευρήματα, λογικές και παράλογα, αφορισμούς και συνειρμούς, λίστες και καταλόγους, θρυμματισμένες εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, μεταφορές και μετακομίσεις, μύθους, ιστορίες και Ιστορίες. Η γραφή γίνεται παίγνιο και τα πάντα λογοπαίγνιο. Μόνο που δεν αρκεί να είσαι συλλέκτης όλων αυτών. Κάτω από όλο αυτό το συναρπαστικό τσίρκο της γραφής του υπάρχουν τόσο όμορφες εικονογραφημένες ιστορίες (με άλλες επιμέρους ή ως μικρά υποσύνολα άλλων) και τέτοια πολύχρωμα πανοράματα ζωής που έχεις την αίσθηση πως πετάς με αερόστατο πάνω από εποχές, γεγονότα, καταστάσεις. Τα χρονικά άλματα είναι ιλιγγιώδη αλλά δεν σε πιάνει ναυτία, η ευφυής και φιλήδονη αναζήτηση της κατάλληλης λέξης είναι απολαυστική, οι ερωτικές πολιορκίες μετονομάζονται σε προσεγγίσεις ανοικτού πρωτοκόλλου και η ερωτική έλξη ως φύτευμα ανθισμένων λεμονιών στα φύλλα της ψυχής άκρη άκρη.

Τιμητής αλλά όχι μιμητής του Μπόρχες, του Εμπειρίκου, του Κάφκα, του Καλβίνο, και παλιμ-ψήστης πάντων των άξιων λογοτεχνών, ο Καλοκύρης είναι και ένας μαιτρ της παρωδίας. Σε παλαιότερό του κείμενο ο Ευγένιος Αρανίτσης αποκαλώντας τον μάλιστα τιμητικά δάσκαλό του γράφει πως «εκείνο που παρωδείται δεν είναι πλέον κάποιο κείμενο, ούτε η ζωή (δεν πρόκειται για σάτιρα), αλλά η ζωή ως κείμενο». Στο ίδιο κείμενο βλέπω πως έχω βάλει σε κύκλο τον χαρακτηρισμό «διασκεδαστική λογοτεχνία». Υιοθετώ τούτο τον ταιριαστό όρο: πράγματι είναι λογοτεχνία που σου προκαλεί εγκεφαλική ψυχαγωγία αλλά και την αίσθηση πως και ο ίδιος καταδιασκέδασε πλέκοντας όλα αυτά τα λεκτικά αραβουργήματα.

Γραφιστικά: Στην ίδια σελίδα που αναπτύσσεται το μυθιστόρημα, στο κάτω της πλαίσιο μπορεί να αναπτύσσεται μία παράλληλη γραφή, άλλων τόπων και προσώπων, σατανικώς όμως καθρεφτιζόμενη στην άνω της. Επίσης σε πλαϊνές στήλες λημματογραφούνται πρόσωπα και έννοιες, και προτείνονται συνταγές με καλλιγραφημένες γραμματοσειρές (κομμάτι για ανθολογία το Συνταγή για φιλήματα). Σχέδια, πορτραίτα, φωτογραφίες, ρητά, επιγράμματα, ένθετα κείμενα κι οτιδήποτε άλλο τέρπει μία καλλιτεχνική ψυχή βρίσκουν τον χώρο τους στις σελίδες της σημαιοφόρου χειρός.

Γκράφιτι: Η μόνο διαφορά ανάμεσα στο μύθο και στην Ιστορία είναι ότι η δεύτερη επικαλείται αληθοφανή ονόματα, ενώ ο πρώτος αληθοφανείς ιδέες. // Ανέκαθεν το επάγγελμα των θεών ήταν να προστατεύουν ανοήτους. // Η Ιστορία αποδείχτηκε βαμμένη, φιλοχρήματη κουκουλοφόρα.

Θα ήθελα ακόμη να τονίσω τα εξής:
1. Πάντα έψαχνα λογοτεχνικές σελίδες ακόλαστων ερωτικών περιγραφών για προσωπική ανθολόγηση. Εδώ δε δυσκολεύτηκα, βρήκα έτοιμο υλικό στην πρώτη κιόλας σελίδα.
2. Η σκηνή με εικονικές ναυμαχίες σε μία ήρεμη λίμνη, όπου οι αντίπαλοι, παίζοντας, αλληλοεκσφενδόνιζαν με καταπέλτες πορτοκάλια και ζουμερά λεμόνια από μεγάλες βάρκες προφανώς πρέπει άμεσα να γυριστεί από τον Ντούσαν Μακαβέγιεφ προτού την προλάβει ο Εμίρης Κουστουρίτσα – σε αυτόν ας δώσουμε τη σκηνή της εκφοράς που ακολουθείται από πλήθος περιστεριών που τάιζε ο νεκρός. Ενώ η αδιανόητη σύνδεση ενός απομακρυσμένου χωριού με την θάλασσα με δρόμο ανάμεσα στο τίποτα και στο κύμα, συνδέοντας τον αδρανή ελαιώνα με τις ακτές δικαιωματικά δίνεται στους αδελφούς Ταβιάνι.
3. Η Πέμπτη Ήπειρος, όπου «το 83.5 % των μονοθεϊστικών δημοκρατιών κατοικείται από υπερήφανους, πατριδολάγνους και θρησκομανείς δραπέτες της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης» ευτυχώς αποκλείεται να είμαστε εμείς. Ενώ ο λαός σκοτωμένων νικητών μάλλον είμαστε εμείς.
4. Κανείς ιστορικός δεν έγραψε πως στις πολιορκίες κάποιας πόλης ανέβαζαν νεαρές ιερόδουλες στα τείχη να χορεύουν ολόγυμνες για τη μαγική αποτροπή του εχθρού, με ικανοποιητικές, όπως φαίνεται, ένθεν και ένθεν, επιπτώσεις.
5. Αν οι εγκυκλοπαίδειες γράφονταν έτσι, θα γέμιζα το σπίτι μου.

Απόσπασμα: Θα αστειεύεστε.

Συντεταγμένες: Πλήρης τίτλος: Το χέρι του σημαιοφόρου. Χρονοδιάγραμμα με προσθήκη του απαγορευμένου κεφαλαίου 14. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006. Αναφέρεται ως το πρώτο μυθιστόρημα του. Εξώφυλλο μαντέψτε ποιος.

Υψικάμινη λογοτεχνία.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=13760

Μηνάς Βιντιάδης – Ο δράκος κόκορας

Κοιμόμαστε και βλέπω εφιάλτες με βιβλία που πετάνε σαν αερόστατα, θέλω να τα διαβάσω, θέλω να πετάξω, μα δεν τα φτάνω.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Αιγύπτου (1957, Πορτ Σάιντ), θρέμμα Κάσου, βίωμα Αθήνας. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα Τι είπα στην Κλαούντια (1996), Οι τρεις Μαρίες (1999) και Το δεξί Πόδι του Θεού (2003), τον θεατρικό μονόλογο Τάρτα ροδάκινο και διηγήματα σε διάφορες συλλογές. Στο προσωπικό του μπλόγκ (vintiadis.blogspot.com) συστήνεται ως συγγραφέας μυθοπλασιών και άλλων απωθημένων, προσθέτοντας : τα απωθημένα κυκλοφορούν (δυστυχώς) όπου κι εγώ. Δημοσιογράφος.

Προσωπικό ημερολόγιο:
Δηλώνω πιστός αναγνώστης διηγημάτων, όμως το είδος είναι από μόνο του δύσκολο και απαιτητικό: δεν αρκεί να εκφράσεις με λέξεις το επιλεγμένο γεγονός/εικόνα/σκέψη αλλά και να το κάνεις με τα λιγότερα δυνατά στον λιγότερο δυνατό χωροχρόνο. Κυρίως επειδή πρέπει να συμπυκνώσεις την ιστορία σου τονίζοντας τα καίρια στοιχεία και να βάλεις τον αναγνώστη ταχύτατα μες την ατμόσφαιρα που θέλεις. Αν αργήσεις, έχουν περάσει οι σελίδες κι έχει βρεθεί αμήχανος στο επόμενο. Έχω σταμπάρει τον Μ.Β. από παλαιότερα κομμάτια του και καταφέρνει ακριβώς αυτό: σε βάζει μέσα στις ιστορίες του – ενίοτε σου βουτάει το κεφάλι μέσα στο νερό τους. Τον θυμάμαι κυρίως από το Γούρι (που κυκλοφορεί ήδη και σε γερμανική συλλογή) και το Η Σβετλάνα και η Σταματία που ευτυχώς αναδημοσιεύεται εδώ.
Ήρωες: Οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί (και αξίζει!) να γίνει ο πρωταγωνιστής ενός απολαυστικού διηγήματος. Εδώ την τυχερή ομήγυρη αποτελούν ένας φετιχιστής ιατροδικαστής, ένας βοσκός που ερωτεύεται ένα μεταλλικό χελιδόνι, ένας ευαίσθητος πιτσιρικάς που ενηλικιώνεται βίαια, η κοπέλα του φούρνου, ένα πρόστυχο ζεύγος γερόντων, μια Ρωσίδα από τα Τρίκαλα, μια μαρμάρινη μούσα, ένας Άγιος Βασίλης αεροδρομίου, δύο απελπισμένοι μοιχευόμενοι, ένας μοναχικός εργένης που συμπαθεί με την πρώτη ματιά τις πρωταγωνίστριες ερωτικών ταινιών χωρίς να τις θέλει για το κρεβάτι του αλλά δίπλα του, να μείνουν μαζί του στο χωριό, να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά. Και πρώτος μεταξύ ίσων, ο Αρίσταρχος Φουντουκίδης! Όχι ο γνωστός δικέφαλος αλλά ο προϊστάμενος νησιωτικού αεροδρομίου και οι προσωπικές του ενασχολήσεις.

Γοητεία:
Με τον εξομολογητικό τόνο στο φουλ και την προσφιλή μας εναλλαγή μεταξύ σκληρότητας και τρυφερότητας ο Μ.Β. σκιτσάρει επιτυχώς προσωπικές στιγμές (που θα μπορούσαν ν’ ανήκουν στον καθένα), λεπτομέρειες της καθημερινότητας, μικρά και μεγάλα συμβάντα των ζωών μας. Ισορροπεί ανάμεσα σε σκέψεις και παρορμήσεις και, κυρίως, μεταξύ ελαφρότητας και βάρους. Κάποιες φορές γράφει με την σκέψη μικρού παιδιού, και καταλαβαίνετε τι κόντρες ευαισθησίας και σκληρότητας μπορεί να προκαλέσει αυτό. Εντοπίζει το καθημερινό, το παίρνει με χειρουργική λαβίδα, σε παίρνει από το χέρι και αρχίζει την διήγηση. Όπως οι φωτογράφοι έχει τα δικά του φίλτρα: το λυρικό, το κωμικοτραγικό, το παράδοξο. Εκτός από τις καθημερινές ιστορίες υπάρχουν και οι στιγμές που βγαίνεις από αυτό που πρέπει να είσαι, τότε δηλαδή που οι ψυχές αρχίζουν να πριονίζουν τα πήλινα πόδια των ενοχών και να καίνε τις χάρτινες τύψεις για ό, τι έχεις κάνει κι ό, τι ετοιμάζεσαι να κάνεις… Σε αντίθεση όμως με άπειρα διηγήματα που απλώς φωτογραφίζουν στιγμές και στιγμιοτυπούν καταστάσεις, οι ιστορίες του Βιντιάδη έχουν απρόοπτη εξέλιξη και αναπάντεχο τέλος. Συχνά σε κάνει να τρέχεις την ανάγνωση για να δεις την αντεστραμμένη εξέλιξη, που τις περισσότερες φορές δύσκολα μαντεύεται. Το διπλά απρόσμενο τέλος του Ξέρεις από φόβο; είναι χαρακτηριστικό. Τα παρελθοντικά τραύματα του παρελθόντος δεν θάβονται αλλά καίγονται με οινόπνευμα. Και μια εκδρομή Φαρμακευτικού Συλλόγου στην Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει εξελιχθεί σε λιβιδική πλημμύρα (κομμάτι για ανθολογία ο συντονισμός της ερωτικής συνεύρεσης με τον αναβόσβημα του φάρου). Κορυφαία διηγήματα τα Πλασιέ με ασθενική μνήμη και Η τελευταία έκθεση με θέμα το Θεό. Και επιτέλους, επιτέλους ένα κείμενο για εκείνους που λατρεύουν τα δάχτυλα των γυναικείων ποδιών!
Γραφιστικά: Εδώ στο μόλο που τους κρυφοκοιτάζω… Εφόσον ο Μ.Β. διηγείται εξομολογούμενος, κάποτε επιθυμεί να μιλήσει και με τον αναγνώστη του. Θα διακόψει τον Δράκο κόκορα για να μας πει ότι ξέρει τι μπορεί να σκεφτόμαστε, ενώ λίγο πιο κάτω θα μας αποκαλύψει την διαφωνία συγγραφέα και αφηγητή της ιστορίας. Στο διακειμενικό του παιχνίδι μπαίνουν απρόσκλητοι ο ποιητής Γιάννης Υφαντής και οι Rolling Stones. Απλή γλώσσα, κουβεντιαστή γραφή, δημοσιογραφική γραφίδα.
Απόσπασμα: Λίγα μέτρα από μένα παραμονεύει μια αφορμή για να μελαγχολήσω. Μια εικόνα συνηθισμένη, πολλές φορές, σε βραχυκυκλώνει, μοιάζει σαν ένα κακομούτσουνο σήμερα να χωνεύει το αγαπημένο σου χθες. Άνθρωποι άγνωστοι, ξένοι, μορφές και σχήματα ασύνδετα, αδιάφορα, αιωρούνται σαν ξένα σωματίδια στο δικό σου πεδίο, σαν απρόσκλητοι κομπάρσοι τρυπώνουν στη σκηνή του δικού σου θεάτρου, της μνήμης σου, ρε γαμώτο, και αρχίζουν τους αυτοσχεδιασμούς, υπαγορεύοντάς σου αναμνήσεις. Εσύ ξέρεις πως μιλάνε μια δική τους γλώσσα, ότι αισθάνονται άλλα πράγματα, μα ένα αόρατο χέρι σε καθηλώνει για να δεις στα πρόσωπά τους εσένα κι αυτά που δε ζεις πια, πολλές φορές αυτά που έχασες οριστικά… Από τους εκατό περίπου υποψήφιους επιβάτες που συνωστίζονται στην αίθουσα αναμονής «νούμερο πέντε», αυτοί οι δύο άρπαξαν με το έτσι θέλω τους ρόλους των πρωταγωνιστών, έγιναν οι ιερείς της αταίριαστης με το χώρο και το χρόνο ηδονής, σε μια μικρή κοινωνία μισοκοιμισμένων πιστών. (σ. 145, 147)
Συντεταγμένες: 18 διηγήματα, τα 12 αναδημοσιεύσεις από λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά (Το Δέντρο, Η Λέξη, Εξώπολις), εφημερίδες, συλλογές διηγημάτων κλπ. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, 148. σελ.
Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=13768