Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

Ολιβιέ Ρολέν – Πορτ-Σουδάν

Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Α. κάμποσο καιρό μετά γράφει ο αφηγητής πάνω στο τραχύ χαρτί ενός τετραδίου αγορασμένου στο Χαρτούμ, γράφει για να επιβιώσει, καθώς φαντάζεται πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για να γράφουμε. Είχαν γνωριστεί καμιά εικοσιπενταριά χρόνια νωρίτερα, μοιραζόμενοι τις μεγάλες και αόριστες προσδοκίες της αλλαγής του κόσμου και την προσμονή της περιπετειώδους ζωής. Αργότερα εκείνος διάλεξε τη λογοτεχνία κι ο αφηγητής τη θάλασσα, περιφερειακές και αβέβαιες δραστηριότητες που δεν πρόδιδαν εντελώς την ατέλειωτη ονειροπόληση. Έπεσαν μέσα: από τις κακές αυτές επιλογές χωρίς μέλλον, δεν θα συνέρχονταν ποτέ.

Μετά από χρόνια μεταφοράς φορτίων που σάπιζαν στις ακτές της Αφρικής, εξόκειλε εδώ στη στεριά, harbour manager σε ναυαγισμένο λιμάνι, όπου σιχαμερά υβρίδια σκύλου και ύαινας αναζητούν εντόσθια ψαριών κατά μήκος της όχθης, όπου συμμορίες λεηλατούν τα ριγμένα στον πορθμό πλοία. Όλη κι όλη η μετεωρολογία του είναι ο κλίβανος των σύννεφων, οι στρόβιλοι της τριζάτης άμμου από την έρημο της Νουβίας, η πόλη με τις αφυδατωμένες σάρκες σαν της μούμιας. Στο μοναδικό σουδανέζικο λιμάνι που μπορεί να δεχτεί μεγάλα πλοία, τα οποία όμως όλο και σπανιότερα κάνουν σκάλα εδώ, σ’ ένα τόπο με αναθυμιάσεις νεοαποικιοκρατίας, σαν μια τεράστια μαλθακή μηχανή που πασχίζει για την εξόντωση της σκέψης, μετράει τα ναυάγια γύρω του, αυτά τα καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά μνημεία που μοιάζουν να σχηματίζουν μια γραμμή παμπάλαιων οχυρών που προστατεύουν μια νεκρόπολη. Σ’ αυτά τα ερείπια όμως βρίσκει γαλήνη, μόνος ή με συντροφιά με κάποια γυναίκα.

Πάντα αγαπούσα τα ναυάγια, είναι οι ματαιοδοξίες μου. Σύχναζα όσο πιο τακτικά μπορούσα σ’ εκείνα που φύλαγαν φρουρά μπροστά από τις στέγες, τις αποθήκες, τους γερανούς, τους τηλεγραφικούς πυλώνες του Πορτ – Σουδάν… Η παλίρροια, γεμίζοντας κι έπειτα αδειάζοντας αυτά τα κάστρα από λαμαρίνα, δημιουργούσε μια παράξενη και βάρβαρη μουσική, μια σύνθεση ρόγχων, σφυριγμάτων, θορύβων πιτσιλίσματος, που εναλλάσσονταν με υπόκωφους κρότους. Σμέρνες κολυμπούσαν …ξετυλίγοντας σαν μακριά πιτσιλωτά μαστίγια τους γλοιώδεις δακτυλίους τους που σύντομα τους τύλιγαν στην κοιλότητα κάποιας μηχανής…

Η καθαρίστρια του φίλου του Α. έμοιαζε σαν να περίμενε από καιρό την άφιξή του. Κι αρχίζει να του μιλάει για μια γυναίκα με κλίση περισσότερο στον ρεμβασμό παρά στο λόγο, μια γυναίκα «ημιπενθή», μια ensimistada (κλεισμένη στον εαυτό της). Έρμαιο των φόβων που δεν θα μπορούσε να τους προσδιορίσει, αλλά που ίσως είχε μάθει να τους χειρίζεται, ακόμη και να τους καλλιεργεί ως το πιο αναμφισβήτητο κομμάτι του εαυτού της. Τα πράγματά της έμοιαζαν ανά πάσα στιγμή έτοιμα για αναχώρηση ή ήταν τακτοποιημένα σαν να είχε μόλις επιστρέψει από ταξίδι. Λες και ήταν η εγκατάστασή της στο σπίτι του Α. σε μόνιμη αμφισβήτηση, σα να είχε στήσει έναν καταυλισμό όπως ένας νομάδας δίπλα σε πηγή που αμέσως μόλις εξαντληθεί θα την εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Όσο για τον Α., θυμάται η καθαρίστρια, απομονωνόταν συχνά για να γράψει, και τότε έμοιαζε πως σαν να κατοικούσε με φόβο και δέος στην κατοικία ενός νεκρού. Τι τον συνέδεε άραγε με τον Α. και την προ εικοσαετίας Γαλλία;

Τότε δεν υπήρχε «κοινή γνώμη», είχαμε κρίσεις – δηκτικές συχνά, αποτελούσαν όμως έτσι, μου φαίνεται τουλάχιστον, πράξεις που δέσμευαν το πνεύμα, συχνά μάλιστα και το σώμα. Δεν πλέαμε μέσα σ’ αυτόν τον πλειοψηφικό πλακούντα που έβλεπα να τρέφει ένα μαλθακό πλήθος, ένα τεράστιο ζελέ διανοούμενων εμβρύων. Αντλούσαμε δύναμη και περηφάνια ανήκοντας στη μειοψηφία, προχωρώντας πίσω από σημαίες που τις κρατούσαν οι μεγάλοι παρίες. Η μοναξιά δεν ήταν ντροπή Λέξεις όπως τόλμη και θάρρος μας φαίνονταν ωραίες, υιοθετούσαμε, με φόβο, το σύνθημα σύμφωνα με το οποίο δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να επιχειρήσεις, ούτε να πετύχεις για να επιμένεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αποφεύγαμε πάντοτε την γελοιότητα, αλλά τουλάχιστον γλιτώναμε από τον κομφορμισμό.

Στο σπίτι του Α. βλέπει παντού τριγύρω τα σβησμένα τσιγάρα, ελάχιστα καπνισμένα, λεπτές φολίδες στάχτης, καρτέλες από φάρμακα, με τις άδειες πλαστικές κυψέλες τους, μπουκάλια παραταγμένα σε πυκνές γραμμές και φύλλα χαρτιού ζαρωμένα, σχεδιάσματα επιστολών που απηύθυνε σ’ εκείνη, εξορκίζοντάς την να συλλογιστεί καλύτερα το ανεπανόρθωτο που ετοιμαζόταν να διαπράξει, κι ένα ανεπίδοτο γράμμα του προς την παλιά τους φιλία, που τον έφερε ως εδώ. Ποτέ δεν αντικαθιστούσε τους λαμπτήρες όταν καίγονταν κι έτσι από βδομάδα σε βδομάδα το σκοτάδι κατακτούσε καινούργια εδάφη μες στο σπίτι.

Στο κρεβάτι απ’ το οποίο είχε λιποτακτήσει εκείνη, ο Α., όσο καιρό έζησε – και ήταν περίπου έξι μήνες – δεν άλλαξε ποτέ σεντόνια. Κανείς δεν ήξερε αν έπρεπε να αποδοθεί ετούτη η αμέλεια σε κάποιου είδους παράξενο φετιχισμό που θέλησε να συγκρατήσει και να αγαπήσει πέρα απ’ την απουσία, πάνω σ’ αυτό που είχε γίνει το καταγέλαστο μνημείο του νεκρού του έρωτα, το αποτύπωμα ενός σώματος που για καιρό είχε λατρέψει ή απλώς στην ξαφνική αδιαφορία του για το καθετί…

Στο νοσοκομείο όπου έφτασε ο Α., ρημαγμένος από την ανάμειξη αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών χαπιών, ο αφηγητής γνωρίζει την νεαρή του νοσοκόμα, την Ούρια. Πρέπει να την βεβαιώσει πως δεν θα σοκαριστεί από τίποτα, πως γνωρίζει ότι «ο πόνος δεν είναι επίσημο δείπνο, ούτε ελεγειακή ποίηση, πως είναι αίμα και ιδρώτας και σκατά». Εκείνη που φρόντιζε τον Α. λέει τώρα στον αφηγητή πως «κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του από τη γέννησή του, τοποθετημένες φύρδην μίγδην σαν ανακατεμένα τραπουλόχαρτα, τις αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν είτε το χαμό του είτε την ευτυχία του». Πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια διπλή κλίση: σε κάποιους όμως είναι τόσο αμυδρή, ώστε τα νερά, απ’ όποια πλευρά κι αν κυλούν, ακολουθούν έναν γαλήνιο ρου, ενώ σε άλλους η παραμικρή βροχή γεννάει χείμαρρους που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Πριν έρθουν να τον μπουκώσουν με υπνωτικά, ο Α. πάσχιζε να ξαναβρεί την παλιά του οικειότητα με τις λέξεις. Όμως, έλεγε στην Ούρια, αυτές τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί είναι κι οι ίδιες μια σωματική υπόθεση. Είχε συνηθίσει από την εφηβεία να ζει μαζί τους, να πολεμάει μαζί τους, να τις υποτάσσει και να υποτάσσεται, να τις νιώθει με όλο τον μηχανισμό του σώματός του. Όμως αυτές δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα καλέσματά του, δεν έσπευδαν στη μάχη, δεν απαντούσαν πια στην πρόκληση. Τον άφηναν αποκλεισμένο από το σημείο απ’ όπου άλλοτε περνούσε το ρεύμα του λόγου.  Αλλά έχει κι ο αφηγητής τη δική του τραγική ιστορία με μια γυναίκα, με «μια προδοσία που δεν αφήνει τίποτα ακέραιο, ακόμα και το παρελθόν του οποίου αντιστρέφει και δηλητηριάζει εντελώς τη σημασία».

Όσο για τη λογοτεχνία…Είχα κάποιες φορές την εντύπωση ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μεγάλα κούφια αγάλματα και ότι στο εσωτερικό τους βούιζε ένας μανιασμένος θόρυβος, κατακερματισμένος απ’ τον άτακτο πολλαπλασιασμός των αντηχήσεων: και η γραφή ήταν μια προσπάθεια να ενορχηστρωθεί αυτή η καθαρή βουή του χάους…Η γραφή θα πρέπει να ήταν η σύνθεση μιας μουσικής ανάμεσα στο πανδαιμόνιο και την αιώνια σιωπή.

Αν αυτό είναι λογοτεχνία, τότε ο Ολιβιέ Ρολέν πράγματι την συγγράφει. Είναι ο μόνος μέχρι συγγραφέας που έχει προσκληθεί τρεις φορές στο ταπεινό μας πανδοχείο (με την Μερόη και τα Τοπία Καταγωγής, ενώ έπεται και μια τέταρτη, για την Χάρτινη Τίγρη, βιβλία που μάς τα γνώρισε η Άγρα). Αν γινόμουν ποτέ συγγραφέας, θα ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν. / Εκδ. Άγρα, 2001, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Olivier Rolin, Port-Soudan, 1994)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr