Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 92. Άννα Παπασταύρου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Εργάζομαι με ενθουσιασμό, αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί τρόπος εργασίας. Από πολύ πρωί και συχνά μέχρι τις εννιά το βράδυ. Η μετάφραση είναι πραγματικά κοπιαστική, αλλά και ανταποδοτική. Η ικανοποίηση από το τελικό αποτέλεσμα αρκεί για να με ξεκουράσει.

Αν μεταφράζω ένα συγγραφέα για πρώτη φορά, χρειάζομαι χρόνο για να τον γνωρίσω. Αν έχω μεταφράσει κι άλλα έργα του, απλώς αναθερμαίνουμε τη σχέση μας. Πάντως, είτε είναι στη ζωή είτε όχι, νιώθω σαν να βρίσκεται δίπλα μου περιμένοντας να τον αποδώσω όπως θα ήθελε! Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μου λύσει και κάποια απορία!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολο να καταλήξω σε μία. Από τις πιο δύσκολες μεταφράσεις ήταν το «Ιστορία σαν παραμύθι» του Μπαρίκο. Με γλώσσα ποιητική, ύφος ελλειπτικό, παλινδρομήσεις στο τώρα και στο χτες, ιστορικές αναφορές και συνεχή αναδίφηση σε όλη την πορεία του εικοστού αιώνα. Επίσης το «Με τις χειρότερες προθέσεις» του Πιπέρνο. Εξαιρετική γλώσσα, μακροπερίοδος λόγος, λογοτεχνικό ύφος πολύ υψηλών προδιαγραφών!

Πολύ συχνά, η δυσκολία του έργου είναι το βασικό στοιχείο της απόλαυσης. Για παράδειγμα, η μετάφραση έργων του Τέρυ Πράτσετ, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Επιτρέψτε μου μια εξαιρετικά «λαϊκή» φράση: ο άνθρωπος δεν παίζεται! Εκπληκτικό χιούμορ, ατίθασο πνεύμα, απίστευτο παιχνίδι με τις λέξεις.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συστήσω κάτι στους αναγνώστες, καθένας έχει και μια διαφορετική οπτική και προτίμηση! Πιο πολύ θα έλεγα ότι τα αναφέρω απλώς γιατί άρεσαν πολύ σ’ εμένα.

Τα «Μiddlesex» και «Σενάριο Γάμου» του Τζέφρυ Ευγενίδη. Το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Μαρκ Χάντον, από τα λίγα που πρότεινα σε αναγνώστες διαφορετικών προτιμήσεων και ηλικιών και το λάτρεψαν όλοι!

Επίσης η συγκλονιστική σάγκα, «Η τέχνη της χαράς» της Γκολιάρντα Σαπιέντσα. Η «Χωματερή» του Πάολο Τεομπάλντι. (Σίγουρα αυτό το τελευταίο δεν κυκλοφορεί πια. Δυστυχώς η τόσο πλούσια εκδοτική παραγωγή παρασύρει πολλά μικρά διαμαντάκια που χάνονται στο επόμενο εκδοτικό κύμα.)

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει (πραγματικά) πολλά βιβλία! Ας μην κουράσω τους αναγνώστες σας, λοιπόν. Θυμάμαι σπουδαία βιβλία που μετέφρασα πολύ παλιά, και σίγουρα δεν κυκλοφορούν πια, όπως το «Μια ζωή άνω κάτω» του Ουόλι Λαμπ. Κλασικά μυθιστορήματα, όπως του πολυαγαπημένου μου Μαρκ Τουέιν («Τομ Σόγερ» και «Χακ Φιν»). Ήταν μια αποκάλυψη για μένα να αποκρυπτογραφώ τη γλώσσα ενός συγγραφέα που είχε μαγέψει τα παιδικά μου απογεύματα και συνοδέψει τις καλοκαιρινές μου διακοπές. «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του Χέμινγουεϊ. Βιβλία για πιο απαιτητικούς αναγνώστες: «Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος» και «Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας» του Έκο, «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη» του Ντάνιελ Γκόουλμαν. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσω τα συναισθήματα που μου προκαλεί η μετάφραση των βιβλίων. Αυτό που με απασχολεί πάντα είναι το κατά πόσο στο τέλος θα έχω το θάρρος –και το δικαίωμα– να πω: «Αν αυτός ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, έτσι θα το έγραφε».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Από πολύ νωρίς το πρωί, όπως προείπα, και σπάνια με μουσική κατά τη μετάφραση. Στην ανάγνωση δεν με ενοχλεί, ειδικά αν είναι ορχηστρική μουσική (τζαζ, σουίνγκ π.χ.). Λόγω …αρχαιότητας, μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Fabrizio de Andre’, Λοΐζο, λόγω γονιών τα ακούσματά μου ήταν κλασική μουσική (προκλασικοί, Μπετόβεν) και αισθάνομαι πολύ τυχερή για όλα αυτά. Ακούω με την ίδια ευχαρίστηση Ornella Vanoni, Santana, και τζαζ από τον Armstrong ή τον Πλέσσα, αλλά… δε θα έβγαινα ζωντανή από καμία «μεγάλη πίστα»!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Σβέβο, Καλβίνο, Γκάντα, Ροθ, Φόκνερ… Ποιον να πρωτοσκεφτώ! Και ποιητές επίσης. Κητς, Μπερνς…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σκέφτομαι κάτι χειρότερο. Να μπαίνει ο συγγραφέας στο περιθώριο, λόγω μιας κακής μετάφρασης! Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής μένει στο σκοτάδι. Αν αναλογιστούμε βέβαια, άλλες εποχές, που ο μεταφραστής δεν αναφερόταν ούτε στα «ψιλά» της έκδοσης, σίγουρα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά από τότε. Ως και βραβεία έχουν θεσπιστεί για χάρη μας. Θυμάμαι την πρώτη φορά σε μια έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως (πάνε δέκα δώδεκα χρόνια) που είδα επισκέπτη να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο για να δει ποιος το είχε μεταφράσει.

Είναι λογικό να στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα, χωρίς αυτόν η μετάφραση δε θα είχε λόγο ύπαρξης, ωστόσο πιστεύω βαθιά ότι ο μεταφραστής είναι εξαιρετικά σημαντικός για την τύχη του συγγραφέα, γιατί κι αυτός δε θα έβγαινε ποτέ από τα σύνορα της χώρας του χωρίς το μεταφραστή. Δυστυχώς σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στη μετάφραση. Αλλά και πολλοί εκδοτικοί οίκοι δεν προβάλλουν τους μεταφραστές. Έστω και μόνο η αναγραφή του ονόματος του μεταφραστή στο εξώφυλλο ή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, και οπωσδήποτε στα ενημερωτικά δελτία των εκδοτικών οίκων που κυκλοφορούν ευρύτατα στο διαδίκτυο, θα ήταν μια καλή αρχή.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τους συναδέλφους επιμελητές και διορθωτές. Εγώ μάλιστα δεν θα έκανα διαχωρισμό μεταξύ τους. Για να είναι ένας διορθωτής καλός, πρέπει να είναι και επιμελητής καλός. Από την άλλη, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, πάντα χρειάζεται μια δεύτερη ματιά, πάντα κάτι μπορεί να έχει ξεφύγει, κάπου μπορεί να έχει παρασυρθεί ο μεταφραστής, έστω και ελάχιστα. Εξάλλου ο διορθωτής/ επιμελητής είναι στη ουσία ο πρώτος μας αναγνώστης και του οφείλουμε σεβασμό!

Γενικά έχω σταθεί πολύ τυχερή στον τομέα της επιμέλειας των μεταφράσεών μου. Συνεργάζομαι πολύ συχνά με την Αρετή Μπουκάλα. Ιδανική συνεργασία. Την ακούω και με ακούει, μου προτείνει και κουβεντιάζουμε, μελετάμε το κείμενο και φτάνουμε μαζί μέχρι και τις ηλιοτυπίες! Το πιο σπουδαίο: δεν λειτουργούμε ποτέ ανταγωνιστικά. Ο στόχος και των δυο μας είναι το καλό αποτέλεσμα. Γιατί είτε ο επιμελητής πάσχει από το «σύνδρομο του κόκκινου μολυβιού» είτε ο μεταφραστής από το «σύνδρομο του αλάθητου», είτε συμβαίνουν και τα δύο, ο πραγματικός χαμένος είναι το βιβλίο και ο αναγνώστης.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλά βιβλία, πολλοί ήρωες… Τον πρώτο καιρό επηρεαζόμουν πολύ και οι ήρωες των βιβλίων κυριολεκτικά με στοίχειωναν. Δε θα ξεχάσω την πολύπλευρη Καλλιόπη από το Middlesex! Έμαθα με τον καιρό να αποστασιοποιούμαι και να προσπαθώ να λειτουργώ σαν το… γιατρό, που φροντίζει επιμελώς τον ασθενή του, ωσότου γίνει εντελώς καλά, και στη συνέχεια τον ξεπροβοδίζει και ασχολείται με τον επόμενο.

Τυχαίνει βέβαια να μάθω τα νέα, όχι των ηρώων, μάλλον των μεταφράσεών μου, χάρη σε φίλους που με εφοδιάζουν με πληροφορίες και αποκόμματα (e-mails τώρα πια!)

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, Πιραντέλλο, Τουέιν, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Τσίρκας, Πράτσετ, Πιπέρνο, Ευγενίδης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σόγερ και Χακ Φιν του Τουέιν, Η δίκη  και Η μεταμόρφωση του Κάφκα, Η φόνισσα του Παπαδιαμάντη, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λ. Κάρολ, Middlesex του Τζέφρυ Ευγενίδη, Η τέχνη της χαράς της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Στρίγκλες του Πράτσετ, Με τις χειρότερες προθέσεις του Πιπέρνο. Είναι πολλά τα αγαπημένα μου, ίσως όμως το ότι αυτά μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό να σημαίνει κάτι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Διηγήματα του Πιραντέλλο.

Οι Ιστορίες Γυναικών του Μιχάλη Γκανά.

Καλό αίμα, κακό αίμα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου.

Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε (ανθολογία διηγημάτων επιλεγμένων από τον Τζέφρυ Ευγενίδη).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μιλώντας για ζώντες: Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Μακριδάκης, Ισίδωρος Ζουργός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Οδυσσέας.

Ο Τζόζεφ Κ. από τη Δίκη του Κάφκα.

Ο Χακ Φιν.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ». Για τη συνέπειά της, για τις επιλογές της, για την ιστορία της.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια αποκλειστικά από τη μετάφραση. Με εξοντωτικούς ρυθμούς. Συχνά ακούμε από συναδέλφους ή και από εκδότες ότι όποιος επιμένει να ζει αποκλειστικά από τη μετάφραση είναι ή τρελός ή μαζοχιστής. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι τίποτε από τα δύο. Και με θλίβει όταν το ακούω από συναδέλφους.

Για κάποια χρόνια, παρέδιδα μαθήματα μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ. Οι διδακτικές ώρες ήταν ελάχιστες, ωστόσο θα το θυμάμαι με πολλή αγάπη. Από εκεί βγήκαν κάποια παιδιά που πιστεύω πως θα μας κάνουν περήφανους με τις μεταφράσεις τους.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Προσπαθώντας να συνδέσω την ερώτηση με τις μεταφραστικές μου προτιμήσεις και εμμονές (και για να …πρωτοτυπήσω), θα έλεγα ότι ευχαρίστως θα έκανα τη μονογραφία του Τέρυ Πράτσετ. Δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζω, μέσα από τα βιβλία του, όσα έχω μεταφράσει, αλλά και όχι μόνο. Ο συγγραφέας αυτός συνδυάζει μια εξαιρετική πένα με μια εντυπωσιακή ευφυΐα και μια εξίσου εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Έχει αστείρευτη φαντασία, θανατηφόρο χιούμορ και κατορθώνει να σατιρίζει καυστικότατα τα πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μέσα από τους πιο απίθανους συμβολισμούς. Εκτός της συγγραφικής του δεξιοτεχνίας, με εντυπωσίασε και η στάση του απέναντι στην ασθένεια που τόσο άδικα και τόσο άκαιρα τον χτύπησε. Πριν ακόμα κλείσει τα εξήντα του χρόνια, διαγνώστηκε ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ. Όχι μόνο δεν έκρυψε την πάθησή του, αλλά και βγήκε στο διαδίκτυο για να ενημερώσει τα εκατομμύρια των φανατικών αναγνωστών του ότι θα παλέψει όσο μπορεί την αρρώστια του και θα αποσυρθεί όταν πια δε θα μπορεί να γράψει γι’ αυτούς. Θεωρώ αυτή του τη στάση έντιμη και εξαιρετικά γενναία.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δύο, όσο μου επιτρέπει ο χρόνος κυρίως. Σκηνοθέτες που με συγκινούν ιδιαίτερα: F. Fellini, M. Antonioni, G. Tornatore, Ferzan Özpetek, Majid Majidi, Fatih Akin, Woody Allen, αδελφοί Coen.

Ταινία; Ταινίες (ελάχιστες από τις πάρα πολλές): Πολίτης Κέιν (Orson Welles), La strada (Fellini), Σινεμά Παράδεισος (Tornatore), Η βροχή (M.Majidi), Le fate ignoranti (F. Özpetek), Στην άκρη του ουρανού (F. Akin), American Beauty (S. Mendes), Η θάλασσα μέσα μου (Alejandro Amenábar).

Θεατρική σκηνή; Μάλλον ολόκληρη θεατρική παράσταση (ερμηνεία): η Μεντή ως Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και η Γιασεμή Κηλαηδόνη στο Μαράν Αθά. Αλησμόνητες και οι δύο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο; 

Έχει λεχθεί πως οι Έλληνες δεν διαβάζουν, γιατί γράφουν. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτό. Για να μην αποτελέσω λοιπόν κι εγώ εξαίρεση, αποφάσισα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη συγγραφή, πριν από έντεκα χρόνια συγκεκριμένα. Έτσι έγραψα ένα μυθιστόρημα (ένα σατιρικό θρίλερ) με αφορμή τα παθήματα των συμπολιτών μας στο Χρηματιστήριο και με πραγματικό στόχο να μιλήσω για τη μετάλλαξη που υφίστανται οι άνθρωποι κάτω από ειδικές συνθήκες. Πώς ο τίμιος γίνεται άτιμος, πώς ο πιστός γίνεται άπιστος. Ο τίτλος του «Τέλος κακό, όλα καλά». Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Δε θα τα κατάφερνα να το γράψω ως σοβαρό (παραείναι σοβαρό το θέμα από μόνο του), έτσι μου βγήκε σάτιρα. Έκτοτε ο σκληρός βιοπορισμός δε μου άφησε χρόνο να ολοκληρώσω τις πέντε ή έξι ιδέες που έχω στα σκαριά, μισοτελειωμένες, και οι οποίες περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω σύνταξη για να ασχοληθώ μαζί τους. Δεδομένων δε των συνθηκών (δύσκολο να πάρω ποτέ σύνταξη), μάλλον θα παραμείνουν μισές!

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και μεταφράζω τον αγαπημένο μου Πιπέρνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δε θα ήταν πάνω από δύο αράδες. Ζαλίζομαι τραγικά στα μέσα μεταφοράς, το πολύ να διαβάσω το χάρτη, αν είναι ανάγκη, για να μη χαθούμε στο δρόμο.

Α, ναι, πολύ παλιά διάβαζα στο πλοίο, αλλά οι μετακινήσεις μου με αυτό το μέσο είναι πλέον σπάνιες, παρά την αμοργιανή μου καταγωγή!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ξεκίνησα επιφυλακτικά με το διαδίκτυο κι έγινα φίλη του. Με βοηθάει αφάνταστα στη δουλειά μου. Το χρησιμοποιώ για ενημέρωση και άντληση στοιχείων (με κάθε επιφύλαξη, βέβαια) και σαν επικοινωνία (μόνο με e-mail). Προς το παρόν δεν έχω υποκύψει στη γοητεία του facebook και των συναφών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλει πολύ ελεύθερο χρόνο αυτή η ιστορία. Μπήκα στο linkedin (μάλλον κατά λάθος), για επαγγελματικούς λόγους, αλλά δεν έχω ιδέα τι θα κάνω μ’ αυτό!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ήθελα να με ρωτήσετε για την καταγωγή μου, για να σας πω πως κατάγομαι από την Αμοργό και πως είναι το ωραιότερο νησί της Μεσογείου. Και αν δεν έχετε πάει, να μην το καθυστερήσετε.

Ήθελα επίσης να με ρωτήσετε ποια είναι τα χόμπι μου, για να σας πω ότι ασχολούμαι με τη ζωγραφική και με εικαστικές παρεμβάσεις γενικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε θα δεχόμουν τη συναλλαγή με οποιοδήποτε αντίτιμο. Το λιγότερο που θα με απασχολούσε θα ήταν να χάσω τη μεταφραστική μου ιδιότητα. Δε θα μπορούσα με τίποτα να συνεχίζω να ζω (και μάλιστα νέα, ακόμα χειρότερο) βλέποντας γύρω μου τους αγαπημένους μου να γερνούν και να χάνονται. Να μη χάσω τους αγαπημένους μου. Αυτό μάλιστα. Αυτό μπορεί να μου το εξασφαλίσει κάποιος;

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 90. Γιώργος Λίλλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα Ίχνη στο χιόνι ακολουθούν την ζωή ενός αγοριού από την στιγμή που οι γονείς του δολοφονούνται στην διάρκεια του εμφυλίου. Εξήντα χρόνια αργότερα ένας φοιτητής που κάνει το διδακτορικό του για τις επιπτώσεις που είχε ο πόλεμος στα παιδιά, θα ωθήσει τον ηλικιωμένο πια πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος να θυμηθεί εκείνα τα γεγονότα. Ταξιδεύουν μαζί στα ίδια μέρη και του αφηγείται όσα συνέβησαν τότε. Είναι ένα ταξίδι απολογισμού, τι χάθηκε και τι κερδήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ο εμφύλιος δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου, έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα αυτό. Παρακολουθώ πως φθείρονται τα ιδανικά μέσα στο χρόνο. Τον ίδιο τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σώσει την ψυχή του.

Θα μας κάνετε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο, Το Δέρμα της νύχτας, εκδόθηκε από την Οδός Πανός το 1999. Εκείνα τα ποιήματα, μαζί με την δεύτερη ποιητική συλλογή, Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων, από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα, έχουν μόνο συναισθηματική αξία, μιας και φαίνεται ξεκάθαρα η ανωριμότητα της γραφής μου. Αργότερα έμαθα πως η ποίηση δεν είναι παρά μια επίπονη εργασία και πρέπει να την αντιμετωπίσεις με τον ανάλογο σεβασμό. Το 2003 εκδόθηκε το Σκοτάδι μετέωρος, από το Μελάνι όπου άρχισα να κατακτώ την φωνή μου.

Το 2008 από τον Κέδρο, Τα όρια του λαβύρινθου, ένα έργο που ακόμα στέκει, καθώς προστρέχω σ’ αυτό, πράγμα που δεν μπορώ να πω για τα προηγούμενα έργα μου. Με τα Όρια του λαβύρινθου τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Υπήρξαν εξ αρχής οι προθέσεις για το που ήθελα να κινηθώ γλωσσικά. Επιθυμούσα να ξεφύγω από την ήδη κατακτημένη φωνή του προηγούμενου βιβλίου, και θέλοντας να δοκιμαστώ σ’ ένα καινούριο είδος γραφής, έστρεψα την προσοχή μου σ’ έναν επίπεδο λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία. Στο ενδιάμεσο μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές που εκδόθηκαν από τον Γαβριηλίδη και τον Γερμανό ποιητή Ντουρς Γκρίμπαϊν, στον Κέδρο. Κι ένα παραμύθι, Τα δυο αγαπημένα ιπποκαμπάκια, γραμμένο για την νεογέννητη τότε κόρη μου.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Θα συνεχίσω να γράφω πεζογραφία. Ερωτευμένος όμως είμαι με την ποίηση. Ήδη έχω έτοιμη μια συλλογή, που θα εκδοθεί κάποια στιγμή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο και να σας φανεί παράξενο, όταν έγραφα το μυθιστόρημα το έβλεπα σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου. Η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στο τρόπο που γράφω. Και η παρατήρηση. Με την ποίηση η διαδικασία είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα, αλλά νομίζω πως καταγράφω σκέψεις που προκαλούν τα συναισθήματά μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Στην συγγραφή του μυθιστορήματος ακολούθησα ωράριο. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το μεσημέρι. Γράφω απευθείας στον υπολογιστή και πάντα με μουσική υπόκρουση. Αν και μου αρέσει γενικά η ροκ, όταν γράφω ακούω σάουντρακ συνήθως. Τα ποιήματα από την άλλη, τα γράφω όταν έχω διάθεση, δεν βασίζομαι σε ωράρια, πάντα όμως με μουσική υπόκρουση. Μετά φυσικά τα επεξεργάζομαι, μια διαδικασία που παίρνει χρόνια. Για παράδειγμα τα Όρια του λαβύρινθου τα δούλευα έξι χρόνια. Το Φαγιούμ, ένα εκτενές ποίημα της συλλογής, χρειάστηκε να το γράψω πολλές φορές. Έχω στο συρτάρι, 22 διαφορετικές εκδοχές του ποιήματος. Αλλά και το μυθιστόρημα το δούλεψα πολύ. Αρχικά είχα γράψει 500 σελίδες, αλλά όταν άρχισα να το δουλεύω πέταξα κάθε τι περιττό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια. Μια σειρά ποιημάτων τα έγραψα στην Σάμο, όταν ήμουν εκεί διακοπές, αλλά αυτό έγινε κατά τύχη, απλά συνέβη γιατί εμπνεύστηκα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Μπρους Τσάτουϊν. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή. Ζηλεύω τα ταξίδια του στην Παταγονία και την Αυστραλία.

Ασχολείστε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως κριτικό, αλλά ως αναγνώστη. Είναι σημειώσεις που κάνω για βιβλία που με άγγιξαν, που ένιωσα μια συγγένεια, που με ώθησαν να τα μελετήσω. Είναι αλήθεια πως τώρα τελευταία δεν γράφω κριτικά σημειώματα όσο θα ήθελα, παρ΄ όλα αυτά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες εκδόσεις.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Κορυφαίος. Έρμαν Έσσε. Η μεγάλη μου αγάπη. Με επηρέασε τόσο που εξαιτίας των βιβλίων του άρχισα να γράφω. Αντόνιο Ταμπούκι. Για την απλότητα και την μαγεία του. Άλμπερ Καμύ. Για την φιλοσοφική του διάσταση. Ντοστογιέφσκι, για την τραγικότητά του. Από ποιητές, ο Μοντάλε, ο Έλιοτ, ο Άσμπερυ. Κι από Έλληνες, ο Γονατάς, ο Ρίτσος, ο Ελύτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για ποιον χτυπά η καμπάνα, του Χεμινγουέι, η Αμοργός του Γκάτσου, το Χρονικό του μοναστηριού του Σαραμάγκου, ο γλάρος Ιωνάθαν του Μπαχ, η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, η Θάλασσα του Μπάνβιλ, η Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, το Πέρασμα του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, το Λεξικό των Χαζάρων, του Πάβιτς, το Πράσινο σπίτι του Λιόσα, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Δημήτρη Χατζή και του Ίταλο Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από τους ποιητές ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ο Σωτήρης Σελαβής, και η Γεωργία Τρούλη. Από τους πεζογράφους ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Χρήστος Αστερίου, ο Μιχάλης Μοδινός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Δον Κιχώτης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παλιότερα η Ποίηση του Χάρη Βλαβιανού που έκδιδε η Νεφέλη. Έμαθα πολλούς ποιητές που αγνοούσα. Και το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη για την υψηλή του αισθητική.

Περί μετάφρασης

Μιλήστε μας για τα βιβλία που μεταφράσατε. Πώς τα ζήσατε, πώς θα τα συστήνατε στον αναγνώστη;

Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής. Μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές γιατί μου αρέσει πολύ η κουλτούρα τους. Όσο για τον Ντουρς Γκρίνμπαϊν, το βιβλίο, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, είναι ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ και ήθελα οπωσδήποτε να το διαβάσω και στην μητρική μου γλώσσα.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής επεμβαίνει στο κείμενο με την διαίσθησή του. Βέβαια οφείλει να αγαπήσει το κείμενο, γιατί αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε η μετάφραση του θα είναι ψυχρή. Συνεργάστηκα με τον Γκρίνμπαϊν, γίναμε φίλοι μέσω αυτής της συνεργασίας και αυτό με βοήθησε να κατανοήσω γιατί γράφει όπως γράφει και ποιες είναι οι προθέσεις του.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν χρειάζεται ο μεταφραστής να πάρει την θέση του συγγραφέα. Νομίζω ότι το ξέρει από την αρχή πως η εργασία του είναι μια αφανής υπόθεση. Και αυτό δεν είναι κακό. Η αφάνεια κρύβει ανιδιοτέλεια, αγάπη για το έργο και τον συγγραφέα.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Υπήρξα τυχερός πάνω σ’ αυτό. Η επιμελήτριά μου, η Ελένη Μπούρα με καθοδήγησε ουσιαστικά να δω τις ατέλειες του βιβλίου και να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Ο επιμελητής παίζει καίριο ρόλο στην ολοκλήρωση ενός έργου. Την Ελένη την εμπιστεύομαι απόλυτα. Βέβαια, πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς κριτική, να είσαι διατεθειμένος να ακούσεις συμβουλή. Οι επιμελητές είναι οι αφανείς ήρωες των βιβλίων.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει διάφορες δουλειές μέχρι τώρα. Στο Αγρίνιο ασχολήθηκα με την γεωργία. Στην Γερμανία, δούλεψα στην αρχή σε κρεοπωλείο, μετά σε οικοδομές, και τα τελευταία χρόνια είμαι αρτοποιός. Όπως καταλαβαίνεται έχω μια τάση προς τις χειρωνακτικές εργασίες και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, αν και δεν ταιριάζει με την γενική εικόνα ενός συγγραφέα όπως θέλουν να τον πλασάρουν τα μίντια. Είμαι αυτοδίδακτος γραφιάς.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω συγχρόνως τις Ιστορίες του Χαλ του Γιώργου Μητά, τον Κοχλία της Ναταλίας Κατσού, και το Χιόνι του Παμούκ, αλλά δεν γράφω τίποτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν παρακολουθώ. Αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Με έχει εμπνεύσει η ταινία Into the Wild του Σον Πεν. Με επηρέασε βαθιά η ιστορία αυτού του νεαρού που αποφάσισε να εγκαταλείψει καριέρα για να πάει να ζήσει στην Αλάσκα. Και ο Δρόμος, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Οι Ώρες, συγκλονιστική ταινία του Στίβεν Ντάλντρι και τα 21 γραμμάρια του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Στο Facebook γνώρισα πολλούς ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα και στην συνέχεια γίναμε φίλοι. Όσο για τα blog, είναι πράγματι οάσεις πολιτισμού, γι΄ αυτό τα παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αμέσως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μήπως εγώ σας απογοήτευσα; Γιατί εσείς με τίποτα.

Εικονιζόμενοι συνομιλητές του φιλοξενούμενου: Cormac McCarthy, Bruce Chatwin, Herman Hesse, Εugenio Montale, Albert Camus.