Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.

Στα συγκεκριμένα βιβλία θα έλεγα πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και στον συγγραφέα είναι μάλλον σχέση ανάμεσα σε μένα και στους χαρακτήρες του. Συνήθως στοιχηματίζω με τον ίδιο μου τον εαυτό ότι ο τάδε και ο δείνα χαρακτήρας θα κάνει το ένα ή το άλλο πράγμα, θα φερθεί όπως περιμένω και συμβαίνει να έχω αρκετές φορές δίκιο. Τις περισσότερες φορές αυτό δημιουργεί μια έξαψη που πάει πολύ μακρύτερα από το έργο της μετάφρασης, πλησιάζει μάλλον το έργο μιας οιονεί συγγραφής, κάτι που με οδηγεί αναπόφευκτα στην κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια ανάποδη πορεία που πάει από τους χαρακτήρες, τις πράξεις τους, στη συγγραφή, στον συγγραφέα και τέλος στη μετάφραση. Είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα, απλώς συμβαίνει. Έτσι λειτουργώ και σε μερικά καλογυρισμένα θρίλερ μυστηρίου, όπου —λόγω εμπειρίας από τις χιλιάδες ταινίες που έχω δει— προλαβαίνω να καταλάβω που το πάει ο σκηνοθέτης. Μια κίνηση εδώ, μια αλλαγή έκφρασης εκεί, μία λέξη παραπέρα… και η παρακολούθηση γίνεται διασκέδαση και πνευματική σπαζοκεφαλιά.

Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με δοκίμια, φιλοσοφικά ή άλλα, όπου ρίχνομαι με τα μούτρα στην κατά λέξη μετάφραση, αρχικά, για να την “εξελληνίσω” μετά. Πιστεύω ότι ειδικά στα δοκίμια ισχύει πάντα ότι πρέπει να μεταφράζει με την ψυχρή γραφίδα της ακρίβειας στα χέρια του πάθους, για να παραφράσω τον Ράσελ.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι  του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη γνώμη μου μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.

Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Λογοτεχνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.

Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δουλεύω αρκετές ώρες την ημέρα, από δέκα έως δώδεκα ώρες, περίπου, ακούω μουσική, κυρίως κλασική, αλλά και τζαζ-μπλουζ ή παλιό μπλουζ, Ντίλαν (αν και εκεί υποχρεώνομαι να ξανακούσω την ποίησή του, οπότε χάνομαι μερικές φορές στους στίχους του, αντί να χαθώ στη μετάφραση), Τομ Γουέιτς, Βαν Μόρισον.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Όταν μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δες την επόμενη απάντηση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ισμαήλ, αφηγητής στο Μόμπι Ντικ σε μετάφραση Χριστοδούλου. Αμ εκείνος ο Ρασκόλνικοφ, είναι να τον ξεχνάς; Ούτε τον Βιργίλιο στην υπέροχη μετάφραση του Κεντρωτή στο Βιργιλίου θάνατος. Οπωσδήποτε τον Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη σίκαλη. Κι ακόμη με στοιχειώνουν ο Κέρουακ με τον Κάσιντι. Τώρα τελευταία πέθανε και ο Λούης του Μουρσελά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας βιβλία — δυστυχώς ή ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…