Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 70. Αθηνά Ψυλλιά

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Απ’ ό,τι φαίνεται, δουλεύω με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι κάτι που παρατηρώ εκ των υστέρων. Τείνω να φτιάξω την προσωπική μου θεωρία της μετάφρασης: χρειάζομαι χρόνο και αιτία για να συνδεθώ με το λεξιλόγιο, τις προθέσεις και τα συναισθήματα του βιβλίου. Χρειάζομαι τουλάχιστον τα 2 πρώτα κεφάλαια. Γι’ αυτό, τώρα πια, προτιμώ να τα μεταφράζω στο τέλος. Ή να τα επιμελούμαι μέχρι τελικής πτώσεως- που είναι πάντα η χειρότερη λύση..

Στην αρχή, ξέρω πως είναι μια καινούρια σχέση με κάποιον που είναι σημαντικός, αλλά τον ξέρω λίγο. Φερόμαστε σαν να γνωριζόμαστε καλά, αλλά εγώ ξέρω πως μου διαφεύγει κάτι σημαντικό και θα χρειαστεί να επανέρχομαι μπρος-πίσω στην σχέση για να συνδεθώ, να καταλάβω και να μεταγράψω τη σχέση αυτή στα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεγαλύτερες ηδονές; από τα βιβλία εκείνα που έχω μαζί τους σχέση απρόσκοπτη και αβίαστη. Αυτά που μου κλείνουν το μάτι και μου μιλούν στ’ αυτί. Αυτά που, καθώς τα διαβάζω, βλέπω τις σελίδες να περνούν από μπροστά μου στα ελληνικά. Και- επειδή το βασικό μου κίνητρο στη δουλειά της μετάφρασης και της ψυχοθεραπείας είναι να συνδεθώ με τους άλλους, μέσα από τη γλώσσα, με τις επιθυμίες, τα κίνητρα και την ελπίδα (να ζήσουμε με τις επιθυμίες μας;)- ενθουσιάζομαι με συγκεκριμένους ήρωες και τους μεταφράζω με μεγάλη χαρά: να, ας πούμε, ο Ραϊμούντο Σίλβα στην Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, του Ζ. Σαραμάγκου, είναι το ίνδαλμά μου.

Μερικές φορές η χαρά έρχεται από τη γλύκα του κειμένου, από την αισθητική του, όπως συνέβη με την Ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, του Ζόρζε Αμάντο. Άλλες φορές, η απόλαυση είναι απλώς η αίσθηση ότι ολοκλήρωσα μια μετάφραση που δεν ντρέπομαι να υπογράψω με το όνομά μου. Μετά από τόσα βιβλία, εξακολουθώ να το θεωρώ άθλο, να το χαίρομαι, να παίρνω μια μέρα ρεπό και- καμιά φορά- να μου κάνω ένα δώρο.

Με δυσκόλεψαν τα λίγα βιβλία για τα οποία δε βρήκα συγκεκριμένο και προσωπικό λόγο για να τα μεταφράσω. Αυτά που δεν αγάπησα τόσο ως αναγνώστρια. Κι εκείνα που τα αγάπησα πολύ αλλά καταδύθηκα στον Άδη για την ανάγνωσή τους: το Περί Τυφλότητος του Ζ. Σαραμάγκου είναι μια τέτοια περίπτωση. Και δεν λέω τίποτα για τα βιβλία που αγάπησα, μετέφρασα με χαρά, αλλά κάτω από δύσκολες υλικές συνθήκες, εν μέσω ξαφνικών μετακομίσεων, λιμών, σεισμών και καταποντισμών (εσωτερικών και εξωτερικών).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τα χρόνια έχω αναπτύξει μια καθησυχαστική ρουτίνα: δουλεύω μόνο πρωί, από τις 9.00 ως τις 13.00 περίπου. Ποτέ νύχτα. Συνήθως δεν θέλω πληροφορίες από τρίτο χέρι πριν διαβάσω το βιβλίο. Πολλές φορές αρκούμαι στη δική μου ανάγνωση και ψάχνω πληροφορίες μόνο για πραγματολογικά στοιχεία. Όταν έρθει η ώρα να προτείνω οπισθόφυλλο, διαβάζω αναλύσεις και κριτικές. Διορθώνω τρεις φορές. Ζητώ (με φειδώ) τη βοήθεια του συγγραφέα. Απευθύνομαι σε γνωστούς και αγνώστους για να βρω τις λέξεις που χρειάζομαι. Τους τάζω ένα αντίτυπο του βιβλίου. Σχεδόν πάντα τηρώ την υπόσχεσή μου.

Χωρίς μουσική δουλεύω πιο αποδοτικά, μερικές φορές όμως έχω ανάγκη ν’ ακούσω κάτι (ενίοτε και να το τραγουδήσω). Γι’ αυτό είναι τα διαλείμματα…Αν πάντως ακούγεται η Myriam Alter, είναι σαφές ότι μεταφράζω. Τα τελευταία 10 χρόνια ακούω πολύ μουσικές από τις πορτογαλόφωνες χώρες. Ονειρεύομαι μια μέρα να τις επισκεφτώ όλες!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν είχα συγκεκριμένες φιλοδοξίες ή επιθυμίες στη μετάφραση. Ή, τέλος πάντων, η δουλειά που είχα να κάνω ήταν τόσο μεγαλεπήβολη που δεν άφηνε περιθώριο για επιπλέον φιλοδοξία. Ξεκίνησα πριν από 16 χρόνια με μεγάλη επιφύλαξη, δοκιμαστικά, περιμένοντας να με σταματήσει η γενική κατακραυγή. Όταν αυτό δε συνέβη, το 2ο χρόνο ονειρεύτηκα να μεταφράσω 10 σημαντικά έργα της σύγχρονης πορτογαλικής λογοτεχνίας. Μετέφρασα Σαραμάγκου, Αντούνες και Καρδόζο Πίρες τα πρώτα 3 χρόνια.

Μια καινούρια επιθυμία που έχει αρχίσει να στερεοποιείται είναι να μεταφράσω 4-5 καταπληκτικά έργα της νέας γενιάς πορτογάλων συγγραφέων. Έχω ξεκινήσει με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο και τον Γκονσάλο Ταβάρες.

Αναμέτρηση για μένα είναι να κινούμαι έξω από τη ζώνη ασφαλείας μου: έχω φανεί διστακτική να μεταφράσω βραζιλιάνους συγγραφείς και έχω αποφύγει να μεταφράσω ό,τι δεν είναι σύγχρονο. Δεν είναι από έλλειψης ενδιαφέροντος: αρχικά φοβόμουν κι ύστερα υπήρχαν πάντα για μετάφραση έργα μέσα στη ζώνη ασφαλείας μου. Νομίζω ότι αρχίζω να βγαίνω απ’ αυτήν τα τελευταία 3 χρόνια.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αν ένα βιβλίο πάρει καλές κριτικές στις οποίες δεν υπάρχει καμία αναφορά στον μεταφραστή, ο μεταφραστής μπορεί να υποθέσει με ασφάλεια ότι έκανε καλή δουλειά. Η αναγνώριση της δουλειάς της μετάφρασης από τα φώτα της κριτικής είναι ένα μόνο σημείο.

(Παρένθεση: Πριν από χρόνια, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε προσκαλέσει σε καφέ (σε γεύμα;) μεταφραστές που συνεργάζονται με τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ξεκίνησε λοιπόν να μας συστήνει μεταξύ μας λέγοντας: «Από ‘δω η Α…που εκτός από πολύ καλή μεταφράστρια από τα γερμανικά είναι και οικονομολόγος, από ‘δω ο Β….που εκτός από εξαίρετος μεταφραστής από τα ισπανικά είναι και δικηγόρος…Εν ολίγοις, από τα 15 άτομα σε κείνο το τραπέζι κανείς μας δεν έβγαζε το ψωμί του από τη μετάφραση. Δεν θα μπορούσαμε και να θέλαμε.)

Υπάρχει αυτή τη στιγμή κινητικότητα με την ίδρυση σωματείου, με συνέδρια λογοτεχνικής μετάφρασης, η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχω συμμετάσχει ενεργά στην προβολή της δουλειάς του μεταφραστή και γι’ αυτό δεν μπορώ να ψέξω κανέναν.

Επιπλέον, τον πρώτο καιρό της μεγάλης αβεβαιότητας, ήταν βολικό να είμαι αθέατη.

Τέλος, για να είμαι εντελώς ειλικρινής, έχω διαβάσει μερικές καλές κριτικές για τη δουλειά μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η ερώτηση αυτή με κάνει να σκεφτώ πόσα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν στη δουλειά μου χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω: όλες τις μεταφράσεις μου τις έχει διορθώσει ο ίδιος άνθρωπος: ο Αλέξανδρος Πανούσης. Και δείτε τώρα πόσο τυχερή είμαι: 1. είναι φίλος μου 2. του αρέσουν τα βιβλία που μεταφράζω (τα περισσότερα!) 3. του αρέσει η δουλειά μου 4. μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο στα πορτογαλικά 5. είναι ταλαντούχος, πεπειραμένος και ευρυμαθής 6. με τον καιρό, οι χρόνοι συνεννόησης έχουν κατέβει στα μιλισεκόντ. 7. αισθάνομαι ότι έχω πλάτες- ειδικά το πρώτο βιβλίο δεν θα είχε μεταφραστεί ποτέ χωρίς αυτόν.

Οι δυσκολίες είναι οι ευκολίες αναποδογυρισμένες: με εμπιστεύεται τόσο ώστε ίσως να με αφήνει λίγο ασύδοτη. Τον εμπιστεύομαι τόσο ώστε να τεμπελιάζω και να αυθαδιάζω.

Πώς τα βγάζουν πέρα οι άλλοι μεταφραστές;

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Ραϊμούντο Σίλβα, από την Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας που λέγαμε…(ταιριάζει γάντι μιας και μιλούσαμε για επιμελητές πιο πάνω).

Λοιπόν ο τύπος αυτός είναι ένας πενηντάρης επιμελητής, άρτιος και ταπεινός στη δουλειά του που καλείται να επιμεληθεί μια Ιστορία της Λισαβόνας. Φιλήσυχος, αόρατος αλλά τελειομανής εξεγείρεται με την επαρκή μετριότητα του βιβλίου που έχει στα χέρια του και αποφασίζει να αυθαδιάσει (κι αυτός). Υπάρχει λοιπόν μια σκηνή όπου οι Πορτογάλοι ζητούν τη βοήθεια των περαστικών Σταυροφόρων για να κατακτήσουν την πολιορκούμενη μαυριτανική Λισαβόνα. Ο Ρ. Σ προσθέτει τη λεξούλα «δεν» στην απάντηση των Σταυροφόρων: «Θα σας βοηθήσουμε». Φαντάζεστε τι γίνεται μετά;

Ζει περιμένοντας το τηλεφώνημα του διασυρμού και της απόλυσης από τον εκδοτικό οίκο.

Ο εκδοτικός οίκος θορυβείται αλλά δεν τον απολύει. Τον θέτει όμως υπό την επιτήρηση της καινούριας διευθύντριας των επιμελητών που τον προκαλεί απρόσμενα να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Να γράψει τη δική του έκβαση της Ιστορίας και της ιστορίας τους. Γιατί φυσικά και ξεμυαλίζεται ο Ραϊμούντο Σίλβα.

Ασφαλώς κι έμαθα νέα του. Ευτύχησε πολύ και αργά στον έρωτα, έγραψε μυθιστορήματα και πήρε το νόμπελ λογοτεχνίας μετά τα 70 του.

Όσο για μένα, άρχισα να ψάχνω ένα δρόμο στις αφηγηματικές ψυχοθεραπείες.

Οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;

Μέχρι τα 22 περίπου διάβαζα φανατικά ρώσους κλασικούς. Υπέμεινα 4 χρόνια ρωσικών για να καταφέρω να διαβάσω με λεξικό τις Λευκές Νύχτες. Τα ρωσικά είναι μαγεία αλλά με εξόντωσαν. Μετά υπέκυψα στα πορτογαλικά που τα έμαθα άκοπα, επί τόπου και απείρως πιο απολαυστικά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο. Διαβάζω κυρίως ηλεκτρονικά περιοδικά και αγοράζω όταν ενδιαφέρομαι για κάποιο αφιέρωμα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι μεταφράστρια. Είμαι ψυχολόγος: ψυχοθεραπεύτρια. Δυο δουλειές και ψάχνω ένα πεδίο συγκερασμού τους.

Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η δουλειά είναι πολλή -τα λεφτά είναι λίγα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θέλω να γράψω για τη νέα γενιά των πορτογάλων συγγραφέων. Προφανώς έχω πολλά να πω για τον Ζοζέ Σαραμάγκου ακόμη. Γι’ αυτούς τουλάχιστον νομίζω ότι κάτι ξέρω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο του Γκονσάλο Ταβάρες, Ένα Ταξίδι στην Ινδία (Uma Viagem á Índia, ένα σύγχρονο έπος στα χνάρια των Λουσιάδων του Καμόες. Στο κομοδίνο μου υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που διαβάζω για 4η ή 20η φορά πριν κοιμηθώ. Αυτό τον καιρό είναι «Η Ψυχής της Γυναίκας» του Άλντο Καροτενούτο. Όχι λογοτεχνία, δηλαδή.

Παρέδωσα τη μετάφραση της Ιερουσαλήμ του Γκονσάλο Ταβάρες. Δεν έχω ξεκινήσει άλλη μετάφραση εν τω μεταξύ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σκέφτηκα την ερώτηση: «Πού βρήκατε την ιδέα και το θράσος να μεταφράσετε». Η απάντηση όμως είναι «Στην άγνοια κινδύνου και στα παιδικά μου κίνητρα». Ας το αφήσουμε καλύτερα, τι λέτε;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώθηκα μετά τα πρώτα 2 βιβλία που μετέφρασα. Η διευκόλυνση είναι τεράστια αλλά ο πειρασμός της τριγωνοποίησης μεγάλος. Τριγωνοποίηση: εννοώ ότι για να βγω από τη δυσκολία στη σχέση μου με το κείμενο προστρέχω σε τρίτους για πληροφορίες και διευκολύνσεις – και μερικές φορές η σχέση θέλει να μείνεις αποκλειστικά με τον άλλον και να δουλέψεις…

Μέσω facebook ήρθα σε επαφή με έναν από τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Δεν παρακολουθώ συστηματικά τίποτα. Διαβάζω ό,τι με ενδιαφέρει κατά καιρούς. Ενημερώνομαι αποκλειστικά ηλεκτρονικά. Είμαι κυκλοθυμική στη χρήση του διαδικτύου.

Η δυνατότητα καθημερινής αλληλογραφίας είναι η εφαρμογή που απολαμβάνω περισσότερο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ώρες ώρες μου φαίνεται απίστευτο, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα κι ας ζω μέσα στον πειρασμό. Κυρίως γιατί γράφω υπερβολικά ελλειπτικά και γιατί η φαντασία μου είναι γεμάτη δισταγμούς.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Μετά από τόσο κόπο για να διαχειριστώ την εφήμερη; Για να τη ζήσω με ποιους;

Τη μεταφραστική μου ιδιότητα θα μπορούσα να την αποχωριστώ με πολύ μικρότερο αντίτιμο. Την αναγνωστική μου θα την παζάρευα περισσότερο. Ωστόσο, ναι θα μπορούσα να ζήσω ευτυχής χωρίς βιβλία.

Μη μου πάρετε όμως την αλληλογραφία.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 51. Θωμάς Σκάσσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ομολογώ την αμαρτία μου: δεν είμαι από αυτούς που θαυμάζουν κάποια πολύ μεγάλα ονόματα. Έπληξα αφάνταστα διαβάζοντας κάποτε τον Ηλίθιο, το Κόκκινο και το μαύρο, τον Δόκτορα Φάουστους και ορισμένα άλλα. Μπορεί ως άνθρωπος που προσπαθεί κι ο ίδιος να γράψει, να θαύμασα τους συγγραφείς τους και να ζήλεψα το μέγεθος του εγχειρήματος και τον τρόπο με τον οποίο το είχαν φέρει σε πέρας, αλλά ως αναγνώστης κοιτούσα κάθε τόσο να δω πόσες σελίδες απομένουν, γιατί φυσικά δεν επιτρέπεται να αφήσεις στη μέση –προς Θεού!– έναν Ντοστογιέφσκι, έναν Σταντάλ, έναν Μαν. Έχω κάνει όμως κι άλλη αμαρτία: τρεις φορές ξεκίνησα την ανάγνωση του Οδυσσέα (την πρώτη μάλιστα στα αγγλικά, ο αφελής), δύο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο και τα άφησα πριν φτάσω καλά καλά στη μέση. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Τον Τζόυς και τον Προυστ τους φυλάω ως κόρη οφθαλμού για τα γεράματα. Ξέρω ότι θα είναι καλή συντροφιά στις μακρόσυρτες ώρες της απραξίας· μια επιστροφή στη ζωή, όταν όλη η ζωή θα βρίσκεται πια πίσω. Και κάτι ακόμα: τέτοια μυθιστορήματα θέλουν χρόνο και ωριμότητα για να τα απολαύσεις· απαιτείται διαρκής αφοσίωση και όχι βιαστικές επισκέψεις για να σε διαποτίσει ο χρόνος τους.

Έχω όμως κι εγώ τις όχι και τόσο «παλιές» μεγάλες αγάπες μου: τον Μπόρχες, τη Γουλφ, τη Γιουρσενάρ, τον Φουέντες, τον Φώκνερ, τον Κορτάσαρ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μπέκετ, τον Κάφκα, τον Ναμπόκοφ…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όρεξη να έχει κανείς να διαβάζει: Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ (Κάρλος Φουέντες), Η ιστορία ενός αιχμαλώτου (Στρατής Δούκας), Το κιβώτιο (Άρης Αλεξάνδρου), Οι ακυβέρνητες πολιτείες (Στρατής Τσίρκας), Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (Γιώργος Σεφέρης), Μάρτιν ο φαταούλας (Γουίλιαμ Γκόλντινγκ), Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο, (Θανάσης Βαλτινός), Η Ακακία (Κλοντ Σιμόν), Τα απομνημονεύματα του Αδριανού (Μαργκερίτ Γιουρσενάρ), Από το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον (Γιαννης Πάνου), Το τρίτο στεφάνι (Κώστας Ταχτσής), Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ (Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ), Ισμαήλ Φερίκ πασάς (Ρέα Γαλανάκη), Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα (Άλκη Ζέη), Underground ή ένας ήρωας του καιρού μας (Βλάντιμιρ Μακάνιν), Ο μετρ και η Μαργαρίτα (Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), Η τύφλωση (Ελίας Κανέτι), Η Μικρά Αγγλία (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο φύλακας στη σίκαλη (Τζ. Ντ. Σάλιντζερ), Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ (Χόρχε Σεμπρούν), Ο Ξένος (Αλμπέρ Καμύ)…

Μα πάνω απ’ όλα, το «ευαγγέλιό» μου είναι το Κουτσό του αθάνατου Χούλιο Κορτάσαρ στην εξαιρετική μετάφραση του Κώστα Κουντούρη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Μπόρχες. Οι Δουβλινέζοι του Τζόυς, Οι φωνές του Μαρακές του Κανέτι, Οι τρεις γυναίκες του Μούζιλ, ο Μπιντές του Μάριου Χάκκα, τα κομψοτεχνήματα του Ηλία Παπαδητρακόπουλου και του Ε. Χ. Γονατά και φυσικά, ο μέγιστος Βυζιηνός.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Μισέλ Φάις και ο Χρήστος Χρυσόπουλος για τη δύναμη του λόγου, το χειρισμό της γλώσσας, τον πλούτο του λεξιλογίου τους και τη συνολική θεματολογία και διατύπωση των έργων τους, που αποφεύγουν επίμονα να κολακέψουν το ευρύ κοινό και τις αδυναμίες του και δεν κυνηγούν τη σφραγίδα «ευπώλητο».

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πριν από μερικά χρόνια, κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν να αφήνουν βιβλία σε δημόσιους χώρους, για να τα παίρνει και να τα διαβάζει δωρεάν όποιος ήθελε. Με συγκίνηση λοιπόν είδα σε σχετικό ρεπορτάζ του «Ταχυδρόμου», μια φωτογραφία με το Βαλσαμωμένο Γάτο μου στην αγκαλιά ενός αγάλματος κοντά στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Η συνάντηση ενός μαρμάρινου αγάλματος κι ενός βαλσαμωμένου γάτου θα συγκινούσε άλλωστε κάθε σουρεαλιστή. Μόνο που μελαγχόλησα όταν σκέφτηκα τη βροχή. Τα βιβλία είναι σαν τις γάτες, φοβούνται το νερό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής;

Γράφω στο σπίτι, σε κάποιο σπίτι, ποτέ σε ανοιχτό χώρο ή σε μέρη απ’ όπου είμαι περαστικός. Πρέπει να υπάρχει ησυχία, όσο το δυνατόν λιγότεροι περισπασμοί (κυρίως ηχητικοί), λιγότερα τηλεφωνήματα, λιγότερες υποχρεώσεις, λιγότερο άγχος καθημερινής ενασχόλησης με τα τετριμμένα, αλλά αναγκαία. Το γράψιμο είναι μεγάλη πολυτέλεια· γι’ αυτό και οι πραγματικά μεγάλοι συγγραφείς ήταν απίστευτα εγωιστές: έπρεπε να εξασφαλίσουν πάση θυσία τους όρους αυτής της πολυτέλειας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν παγιδεύω· παγιδεύομαι. Κάποιες σκέψεις έρχονται και ξανάρχονται ώσπου μου γίνονται έμμονη ιδέα. Τότε μόνο αξίζει να γράψει κανείς· όταν έχει πράγματι κάτι να πει, δηλαδή όταν τον καίει κάτι. Γενικώς, μαζεύω στοιχεία, κυρίως αποσπάσματα, φράσεις, εντυπώσεις από αναγνώσματα (βιβλία, εφημερίδες κι άλλα έντυπα), τα καταγράφω σε τετράδια και ξέρω ότι κάποτε θα τα χρησιμοποιήσω ως μαγιά ή τσιμέντο και τούβλα για το χτίσιμο ενός βιβλίου. Και το χτίσιμο αυτό, όταν δεν γίνεται στη σιωπή, συνοδεύεται από κλασική μουσική, μια μουσική που διαστέλλει το χρόνο και δεν τον περιορίζει, μια μουσική που δεν έχει λόγια. Βρίσκω ότι τα λόγια, ακόμα κι αν είναι σε ξένη γλώσσα, απασχολούν ένα κομμάτι του μυαλού, το οποίο εμένα προφανώς δεν μου περισσεύει.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά.  

Από τα πρωτόλεια διηγήματα της συλλογής Συλλέκτης Αποκομμάτων (1986) ξεχωρίζω το ομώνυμο τελευταίο διήγημα, που αναφέρεται στην κλοπή ενός βιολιού Στραντιβάριους από ένα λάτρη της μουσικής. Τα υπόλοιπα ήταν νεανικές απόπειρες ανεύρεσης ύφους και προσανατολισμού και ως τέτοια δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Ο Βαλσαμωμένος Γάτος (1988) είναι μια νουβέλα για τον αποχαιρετισμό ή τη δυσκολία αποχαιρετισμού (της ζωής, των πραγμάτων που αγάπησε κανείς, και τελικά ενός προσφιλούς συγγενικού προσώπου). Όλα αυτά προκύπτουν από την αφήγηση δύο γυναικών: μιας γηραιάς κυρίας και μιας φοιτήτριας που της κρατάει κάποιες ώρες την εβδομάδα συντροφιά. Οι κουβέντες και οι σκέψεις των δύο ηρωίδων εναλλάσσονται στα 24 κεφάλαια του βιβλίου, μέχρι την τραγική κορύφωση του τέλους, όπου φαίνεται πως ακόμα κι ό,τι έχει «βαλσαμώσει» κανείς, δεν μένει για πάντα – η ζωή συνεχίζει αμείλικτη, αδιάφορη, ανεπηρέαστη το δρόμο της (κι ευτυχώς!).

Το Ελληνικό Σταυρόλεξο (2000) είναι ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην περίοδο ανάμεσα στις δύο δικτατορίες: του Μεταξά και του Παπαδόπουλου. Ένας δημοσιογράφος ψάχνει στο αρχείο της εφημερίδας στοιχεία για τις ταραγμένες αυτές δεκαετίες που έζησε ο πατέρας του. Το ζήτημα εδώ είναι πώς αντιλαμβάνονται σημαντικά γεγονότα της Ιστορίας όσοι όχι μόνο δεν συμμετείχαν σε αυτά, αλλά δεν τα άκουσαν κι από πρώτο χέρι, οπότε έμαθαν ό,τι έμαθαν μέσα από βιβλία και εφημερίδες. Εκείνο που εντυπωσιάζει τον ήρωα δημοσιογράφο (και αναγνώστη των ιστορικών τεκμηρίων) είναι ο τρόπος που λέγονταν τότε τα πράγματα και τελικά η μετατόπιση του νοήματος των λέξεων μέσα στο χρόνο. Παράδειγμα: στη δεκαετία του ’40 και του ’50 η λέξη «εκτελεστικό» σήμαινε αυτόματα «απόσπασμα», ενώ μετά το ’80 σημαίνει «γραφείο του ΠΑΣΟΚ».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Τελευταίο βιβλίο που έγραψα είναι το μυθιστόρημα Το ρολόι της σκιάς (2004), που αναφέρεται στην περίοδο από τη Γαλλική μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή 1789-1821, αλλά και λίγο πριν και λίγο μετά. Εδώ ένας συμβολαιογράφος ερασιτέχνης «ιστορικός», φτιάχνει το χρονικό μιας οικογένειας με αφορμή κάποια οικογενειακά κειμήλια που του εμπιστεύεται ένας στενός φίλος του. Κεντρικοί ήρωες είναι ένας ευπατρίδης των Κυθήρων, που ως πρόξενος των μεγάλων δυνάμεων της εποχής άλλαζε στρατόπεδα (Άγγλοι – Γάλλοι), μένοντας όμως πιστός στις ιδέες του Διαφωτισμού και το όραμα μιας ελεύθερης Ελλάδας, κι ένας Κορσικανός αξιωματικός του γαλλικού ναυτικού, ο οποίος μετά την ήττα του Ναπολέοντα εγκαθίσταται οικογενειακά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και μετά την ανεξαρτησία της ιδρύει την πρώτη Σχολή εκμάθησης της ναυτικής τέχνης. Το μυθιστόρημα αυτό ήθελε να είναι μια αντίδραση στην ελληνορθόδοξη λατρεία των «ανατολίτικων» ιδεωδών, που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια σε μεγάλη μερίδα της διανόησης. Με δυο λόγια: ο Αριστοτέλης και ο Χάμπερμας, ο Τσιτσάνης και ο Μπαχ, ο Παπαδιαμάντης και ο Προυστ, ο Χαλεπάς και ο Ροντέν ή ο Παρθένης και ο Βαν Γκογκ μπορούν μαζί σε κάνουν απείρως πλουσιότερο απ’ ό,τι αν απορρίπτεις τους μισούς, χωρίζοντάς τους σε δυτικούς και ανατολικούς.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πολλά χρόνια έκανα τον δικηγόρο. Κάποια στιγμή διαπίστωσα την απόσταση που χωρίζει το «κάνω» από το «είμαι» δικηγόρος κι έτσι στράφηκα στη μετάφραση λογοτεχνικών έργων από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Η αλλαγή αυτή ήταν επιζήμια οικονομικά, αλλά σωτήρια ψυχολογικά. Άλλωστε, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, που λέει και το τραγούδι.

Ασχοληθήκατε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργαζόσασταν με συγκεκριμένο τρόπο; Σας έκλεβε συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο.;

Επί δύο χρόνια έγραφα παρουσιάσεις, όχι κριτικές (δεν έχω την απαιτούμενη σκευή) ξένων μυθιστορημάτων στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας. Η παρακολούθηση των πρόσφατων εκδόσεων, η επιλογή βιβλίου, η ανάγνωσή του και το γράψιμο της εκτενούς παρουσίασης απαιτούσαν δυσανάλογα πολύ χρόνο σε σχέση με την πενιχρή αμοιβή που μπορεί να καταβάλει μια εφημερίδα για τέτοιου είδους κείμενα. Έτσι, όταν βιοπορίζεται κανείς από το λόγο, αναγκάζεται να κάνει τις επιλογές του και με αυτό το κριτήριο. Από την άλλη, ο συγγραφικός χρόνος είναι ένα ιδιαίτερα ασταθές μέγεθος, άλλοτε αφόρητα πιεστικό και απαιτητικό κι άλλοτε ανύπαρκτο ή μάλλον εν υπνώσει. Σίγουρα, όσο περισσότερο διαβάζει ένας συγγραφέας τους σπουδαίους ομοτέχνους του, τόσο περισσότερα κερδίζει. Απλώς δεν ξέρει ποτέ πώς και πότε αυτό το κέρδος θα μετουσιωθεί σε έργο.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η μετάφραση είναι μεγάλο σχολείο, που σου δίνει πολύτιμα μαθήματα λόγου, ιδίως όταν ο συγγραφέας του πρωτοτύπου είναι όντως σπουδαία πένα. Εξάλλου, ο μεταφραστής είναι, όπως λένε, ο καλύτερος αναγνώστης ενός βιβλίου, άρα παίρνει και περισσότερα.

Ποιο ήταν το βιβλίο που σας παίδεψε περισσότερο από μεταφραστική άποψη και ποιο απολαύσατε περισσότερο;

Ένα και το αυτό: η Ακακία του νομπελίστα Κλοντ Σιμόν. Ένα συγκλονιστικό εν πολλοίς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπου το βίωμα μεταφέρεται μέσω ενός ιδιόμορφου μακροπερίοδου λόγου, δίνοντας στον αναγνώστη μια πραγματικά νέα εμπειρία χρονικής (και γλωσσικής) ροής. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους απαιτητικούς αναγνώστες, όπως και το Τραμ του ίδιου συγγραφέα από τον ίδιο μεταφραστή, αλλά και το Δρόμο της Φλάνδρας σε μετάφραση Πατρ. Βελλιανίτη και Π. Παπαδόπουλου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα έλεγα ότι η δική μου γενιά, οι γεννημένοι στη δεκαετία του ’50, αλλά και μετά, σημαδεύτηκε από το Δέντρο και τη Λέξη. Θαυμάζω την επιμονή και την υπομονή των φίλων (Μαυρουδής-Γουδέλης και Φωστιέρης-Νιάρχος) που τα εκδίδουν. Έχουν προσφέρει βήμα σε πολλούς νέους και δεν έχουν αφήσει να ξεχαστούν πολλοί «παλιοί». Εδώ και δεκαετίες ανακατεύουν γόνιμα τα νερά της λογοτεχνίας, που έχουν την τάση να λιμνάζουν, προσφέρουν υψηλής ποιότητας πολιτιστικό προϊόν και –το σημαντικότερο– δημιουργούν καινούργιους αναγνώστες. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τον Αλκιβιάδη. (Έχω γράψει ήδη ένα διήγημα με τίτλο Η ευθύγραμμη πτήση του ορτυκιού, που δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 30.8.2008 – το αναφέρω γιατί μπορεί όποιος θέλει να το βρει στο Ίντερνετ). Αν διαβάσει κανείς αυτά που έχουν γραφτεί για τη ζωή του, θα ανακαλύψει πολλά χαρακτηριστικά του σύγχρονου Έλληνα και μαζί μια απόδειξη της συνέχειας της φυλής, για την οποία ερίζουν πολλοί: υπερφίαλος, εγωπαθής, ασταθής, μεγαλομανής, πανούργος, ικανότατος, είρωνας, δημαγωγός, καλοπερασάκιας, αποφασιστικός, ριψοκίνδυνος…

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Αν αληθεύει αυτό που λένε, ότι δηλαδή όλοι οι Έλληνες γράφουν ποίηση, τότε φαίνεται πως δεν είμαι αρκετά Έλληνας.

Αν με ρωτούσατε πού αποδίδω την συγγραφική σιωπή σας (όσον αφορά κάποιο μυθιστόρημα) θα έλεγα στην αναμονή ενός λόγου που περιμένει την πλήρη απόσταξή του για να γραφτεί, σε συνέπεια και με την ποιότητα των προηγούμενων (βιβλίων). Πόσο μέσα ή έξω έπεσα;

Εντελώς μέσα! Υπάρχει βέβαια και ο παράγοντας του βιοπορισμού, ο οποίος τα τελευταία χρόνια δεν μου επιτρέπει την πολυτέλεια που λέγαμε παραπάνω.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς μόνο ό,τι μεταφράζω. Ύστερα από δέκα-δώδεκα ώρες καθημερινής ενασχόλησης (και τα Σαββατοκύριακα) με τη μετάφραση, το μόνο που μπορώ να κάνω μετά είναι να αποβλακώνομαι μπροστά στην τηλεόραση, αυτόν τον αμείλικτο εχθρό της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτό τον καιρό τίποτα. Όσο ζω όμως, ελπίζω. 

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Λένε πως η ζωή ξεπερνάει τη λογοτεχνία. Ποια είναι η γνώμη σας;

Ε, απαντήστε την!

Για να γράψεις πρέπει να έχεις ζήσει. Όταν γράφεις πρέπει να μη ζεις. Γράφοντας όμως ζεις μια δεύτερη ζωή.

Αυτά και σας ευχαριστώ για το χώρο που μου διαθέσατε.