Στο αίθριο του Πανδοχείου, 130. Γιώργος Στόγιας

γσ jpgΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως, σας προτείνω όμως να πάμε στις 04:48, όπως ήταν ο τίτλος του τελευταίου έργου της Σάρα Κέιν, μήπως πάρουμε καμιά λογική κουβέντα από τους ήρωές του. Την υπόλοιπη ημέρα, στα μαθήματα, στα ρακάδικα, στα μπαρ, στις ερωτοτροπίες και στις παραισθήσεις, δεν πρόκειται να μας δώσουν ιδιαίτερη σημασία, υπεροπτικοί και αγενείς μέσα στον φοιτητόκοσμό τους. Τέτοιες στιγμές όμως είναι σαν να προσγειώνονται βίαια στην πραγματικότητα (που οι ίδιοι αμφισβητούν ότι υπάρχει). Ανάμεσα στα συντρίμμια μπορεί να βρούμε το μαύρο κουτί που περιέχει τόσο τους χειρισμούς που οδηγούν κάθε νύχτα στο οιονεί μοιραίο ατύχημα, αλλά και πιο πίσω, τον σχεδιασμό της πτήσης.   

earino  front coverΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ο ιδανικός μου τόπος για να γράφω θα ήταν ένα ηχομονωμένο διαφανές γυάλινο δωμάτιο σε ένα πολυσύχναστο καφεστιατόριο όπου κανείς δεν θα μου δίνει σημασία και εγώ θα μπορώ να σηκώνω το κεφάλι από την οθόνη του υπολογιστή μου, να αφήνομαι για λίγο στην παρακολούθηση της δραστηριότητας των άλλων, ένα είδος κοινωνικού θεάτρου δίχως δράμα, και μετά να επιστρέφω στην ιστορία μου…

Το καλοκαίρι του 2010, προσπαθούσα για δυο μήνες στο γραφείο μου να ζωντανέψω την πρώτη πρόβα στην οποία συμμετέχει η Ντίνα, η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος «Εαρινό Εξάμηνο». Χρειάστηκε να βρεθώ μέσα Αυγούστου στο βροχερό Άμστερνταμ, σε ένα προσωπικό συνεχές διάλειμμα από τις εργασίες ενός διεθνούς συνεδρίου Ιστορίας, σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον που έσφυζε από, αδιάφορη προς εμένα, ανακουφιστική φλυαρία, για να καταφέρω, ελεύθερος πια από καθρέφτες και πειρασμούς, να ολοκληρώσω τη σκηνή και να προχωρήσω στο σκοτεινότερο δεύτερο μέρος του βιβλίου μου.

22-1Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Επειδή όσο καιρό είμαστε μαζί τούς δίνω τα πάντα που έχω, συχνά σε βάρος του σώματός μου και των πραγματικών ανθρώπων γύρω μου (εννοώ αυτούς που δεν είναι μόνο στο μυαλό μου αλλά και στο δικό τους), όταν τελειώνει αντικειμενικά η σχέση μας, προσπαθώ να τους ξεχάσω, σαν ποτέ να μην ήταν τίποτα περισσότερο από χαρακτήρες στο χαρτί ή στη σκηνή. Συμπεριφέρομαι δηλαδή σαν εραστής που μετά τον χωρισμό προετοιμάζεται να αποκρούσει κάθε πιθανή υπόμνηση από το παρελθόν, αλλάζω διεύθυνση, τηλέφωνα, ντύσιμο και μέρη που συχνάζω. Δεν μαθαίνω ποτέ αν η αγάπη μου πληγώθηκε από τη στάση μου γιατί και αυτή εξαφανίζεται, σαν να μη ζήσαμε τίποτε ποτέ μαζί, ένα αίσθημα κενού που μου γεννάει απορία σχετικά με τη σκοπιμότητα της δικής μου δημιουργικότητας. Ώσπου, δυο-τρία χρόνια μετά την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, εμφανίζεται ξαφνικά σαν φάντασμα και χωρίς λόγια μου εξηγεί τα πάντα, γιατί έκανα εκείνο το έργο, τι σήμαινε για μένα, πού έκανα λάθος.

Βίτκιεβιτς 1Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο θεατρικό «Η μεταφυσική ενός δικέφαλου μοσχαριού» του Πολωνού συγγραφέα Στάνισλαβ Βίτκιεβιτς υπάρχει ένας ήρωας, ο Πάρβις, που συχνάζει στα μπαρ του Σίδνεϊ και πυροβολεί όποιον τον αποκαλέσει «καλλιτέχνη». Με παρόμοια λογική, που δεν αντέχω όμως να την φτάσω στα άκρα γιατί δεν μισώ τον εαυτό μου στο σημείο που το έκανε εκείνος αλλά και ο δημιουργός του, δεν θέλω να έχω συνήθειες, μέθοδο, ταυτότητα, υποχρέωση, επαγγελματική σχέση με τις ιδέες μου. Θέλω να επιτρέπω στον εαυτό μου τη δυνατότητα να μην ξαναγράψω λέξη εάν δεν έχω σοβαρό λόγο να το κάνω. Ακόμη καλύτερα: ο κανόνας να είναι να μην ξαναγράψω τίποτα, παρά μόνο στην περίπτωση που θα νιώθω την απόλυτη ανάγκη γιατί έχω κάτι να πω και θέλω να το βάλω σε λέξεις… Σε πιο πρακτικό επίπεδο, την κατεύθυνση των επόμενων βημάτων, στο πλαίσιο πάντα του μεγάλου σχεδίου της αφήγησης, την επεξεργάζομαι σε καταστάσεις όπου δεν έχω τον συνήθη έλεγχο του σώματός μου, όπως όταν τρέχω, όταν κάνω μπάνιο, όταν με παίρνει ο ύπνος (ευτυχώς όχι όταν κάνω έρωτα!). Η λεπτομερής δουλειά όμως γίνεται κατά τη διαδικασία της γραφής, όπου πολλές ειλημμένες αποφάσεις αναθεωρούνται.

1732Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Σαν να είμαι βγαλμένος από παροιμία προτιμώ να κοιμάμαι με τις κότες και να ξυπνάω πολύ νωρίς, έχοντας μπροστά μου όλο το πρωινό για δουλειά. Δυστυχώς, λόγω επαγγελματικών, κοινωνικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, σπάνια έχω την πολυτέλεια για πολλές ώρες απρόσκοπτης συγκέντρωσης. Έτσι, κλέβω χρόνο από όπου βρω και μετά προσπαθώ να ενώσω τα αποσπασματικά διαστήματα δημιουργικότητας σαν τα αδρά κομμένα κομμάτια ενός παζλ του οποίου δεν έχω τη συνολική εικόνα (αλλά ξέρω ότι υπάρχει).

Έχω ένα «θεματάκι» με το στοματικό στάδιο που μου βγαίνει σε όλη του την ένταση όταν έχω αγωνία. Παλαιότερα, στις πρόβες κάπνιζα πακέτα ολόκληρα, ενώ τα τελευταία χρόνια που έχω κόψει το τσιγάρο, όποτε στο γράψιμο βρίσκομαι σε αδιέξοδο ανοίγω την πόρτα του ψυγείου για να βρω συναισθηματική συμπαράσταση και ενέργεια. Γνωρίζω βέβαια ότι όλα αυτά είναι ένα αργά καταστροφικό μίγμα από παιδικές ανασφάλειες και κακές τεμπέλικες συνήθειες που ουσιαστικά δεν έχουν καμία σχέσηPortrait_of_Henry_James_1913 με τη δημιουργικότητα. Έχω ξεκινήσει ήδη να ελέγχω αυτή την αδυναμία μου. Δεν έχει νόημα να κάνω κάτι που το έχω επιλέξει μόνος μου, που μπορεί να με ικανοποιήσει, και μετά να νιώθω πιο δυστυχισμένος και γελοίος από ό,τι πριν.

Η μόνη ώρα που δεν ακούω μουσική είναι όταν γράφω (στον ύπνο μου συχνά βλέπω ότι ψαχουλεύω βινύλια σε ένα δισκάδικο της φαντασίας μου που έχει όλα αυτά που έψαχνα καιρό, ακόμη και από συγκροτήματα που δεν υπάρχουν). Πριν από πολλά χρόνια ήμουν με μια κοπέλα σε μια πανέμορφη ερημική παραλία. Σχεδόν προσβεβλημένη, με ρώτησε γιατί έπρεπε, ακόμη κι εκεί, να κουβαλώ μουσική (από το φορητό στέρεο ακουγόταν το “Let’s see the sun” των Fleshtones). Η απάντηση που της έδωσα ήταν πως «έχω την ανάγκη μιας συνεχούς αναφοράς σε έναν παράλληλο κόσμο από τον οποίο να παίρνω δύναμη και ιδέες». «Μοιάζει με θρησκεία, έστω κοσμική πίστη», θα μπορούσε να μου είχε αντιτείνει και να κάναμε ωραία κουβέντα, αλλά εκείνη απλά στραβομουτσούνιασε και απομακρύνθηκε.

Albert_Edouard_Sterner_-_Portrait_d'Oscar_WildeΌταν γράφω όμως, φτιάχνω εγώ τον παράλληλο κόσμο και θέλω να συγκεντρώνομαι απόλυτα, είναι η ώρα της σοβαρής δουλειάς. Ουσιαστικά, πάλι ακούω μουσική, αλλά αυτή τη φορά είναι η δική μου.

Δυσκολεύομαι να απαντήσω την ερώτηση σχετικά με το ποιες είναι οι μουσικές μου προτιμήσεις, είναι σαν να μου ζητάτε την αυτοβιογραφία μου. Παίρνοντας την ευκαιρία από το Grotesque των The Fall που ακούω τη στιγμή αυτή που γράφω, θα έλεγα ότι βρίσκομαι γύρω από ένα μόνιμο 1979, εκεί που το πανκ προσπαθεί να σκεφτεί, να αποκτήσει ιστορική συνείδηση και να υπερβεί τα όρια του, επικοινωνώντας με άλλα ρεύματα και αναδημιουργώντας τον εαυτό του.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι στα Παιδαγωγικά και στην Ανάπτυξη αναλυτικών προγραμμάτων και βιοπορίζομαι από την εργασία μου ως εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας και ως εμψυχωτής θεατρικών εργαστηρίων σε σχολεία της Ζώνης Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας. Στο «Εαρινό Εξάμηνο» υπάρχει ένα κεφάλαιο όπου η Ντίνα δέχεται να δουλέψει εθελοντικά ως εμψυχωτής θεατρικού παιχνιδιού στο υπό κατάληψη κτίριο όπου στεγάζεται ένα Κέντρο Υποστήριξης Μεταναστών. Στο πρώτο μάθημα κάνει τουλάχιστον δέκα σοβαρά παιδαγωγικά λάθη και οι συνέπειες δεν θα αργήσουν να φανούν. Εκεί, σίγουρα υπάρχει εμφανή απορρόφηση της επαγγελματικής εμπειρίας μου στη γραφή (η διαφορά είναι ότι εγώ δεν έκανα ποτέ και τα δέκα λάθη στο ίδιο μάθημα!).

31 dina-saur-1-finalΔεν ξέρω πώς θα ήταν η γραφή μου αν έκανα άλλη δουλειά, ή αν είχα εισοδήματα από τον ουρανό και μπορούσα να αφοσιωθώ σε αυτά που θέλω. Σε γενικότερο επίπεδο, θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες συνδέσεις μεταξύ της διδακτικής και της συγγραφικής εμπειρίας, πάντα με τον κίνδυνο της απλούστευσης: Η αργή και κοπιώδης εξέλιξη, σε σημείο να δίνει την εντύπωση ακινησίας, ώσπου ξαφνικά γίνεται ένα άλμα και ο μαθητής έχει αποκτήσει νέες δεξιότητες, το κείμενο ρέει και αποκτά νόημα. Ο αναγνώστης στον οποίο απευθύνομαι μοιάζει στο μυαλό μου με ξύπνιο παιδί, ικανός να ενθουσιαστεί βαθιά και να συμμετέχει ενεργητικά όταν αξίζει το μάθημα που έχω προετοιμάσει, αλλά και ευαίσθητος σε σημείο να απογοητευτεί και να με κοιτάξει διαπεραστικά όταν νιώσει ότι τον κοροϊδεύω και ότι είμαι ένας μεγαλόσχημος απατεώνας.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα μέχρι τότε που μπορούσα να εκπλήξω τον εαυτό μου κάθε στιγμή. Έφτασε όμως η στιγμή που φοβόμουν την αμέσως επόμενη αντίδρασή μου. Τι θα έλεγα, τι θα έκανα, ήταν για εμένα ένα τρομακτικό μυστήριο. Έτσι ευχήθηκα να μην είμαι απρόβλεπτος κι ας χάσω την έμπνευσή μου. Ένα είδος συμφωνίας με το διάβολο, ανάποδη από εκείνη όπου κάποιοι δίνουν την ψυχή τους για την έμπνευση. Από τότε προσπαθώ να επαναδιαπραγματευθώ τους όρους της συμφωνίας, το μυθιστόρημά μου αποτελεί κομμάτι αυτής της προσπάθειας. Αν κάποτε τα καταφέρω, θα γράψω ποίηση ξανά.

mbΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μιχαήλ Μπουλκάκωφ. Διαβάζοντας τη ζωή και το έργο του συχνά κλαίω και άλλοτε γελάω (το εν μέρει αυτοβιογραφικό «Θεατρικό μυθιστόρημα» είναι γεμάτο κωμικά στοιχεία). Το να στέλνει γράμμα στον Στάλιν επαφιόμενος στην καλή του διάθεση, την ικανότητά του για αισθητικές κρίσεις αλλά και τα ανθρώπινά του αισθήματα, έχει κάτι γκροτέσκο που με γεμίζει τρόμο και οίκτο. Ναι, θα ήθελα πολύ να είχα τρεις μήνες να διαβάσω ξανά τα βιβλία και τα πάντα γύρω από αυτόν, με σκοπό να διερευνήσω τους τρόπους, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των είκοσι πρώτων χρόνων μετά τη ρωσική επανάσταση, που η ζωή και το έργο του είναι αλληλένδετα (ή να ανακαλύψω κενά διαστήματα, χάσματα μέσα από τα οποία ο συγγραφέας αποπειράθηκε να διαφύγει προς την ελευθερία).

Τι γράφετε τώρα; 

Δυο συλλογές με σύντομες ιστορίες, τη μία θα μπορούν να τη διαβάσουν και παιδιά.

artwork_images_425114561_801386_ronaldbrooks-kitajΠερί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Να μια ερώτηση που πάντα με δυσκολεύει, σαν να με ρωτούν ποιον από τους γονείς αγαπώ περισσότερο, κι αυτό επί εκατό. Για να μην δώσω «άσπρη κόλλα», Σαίξπηρ, Θερβάντες, Χένρι Τζέημς, Τόμας Χάρντι, Όσκαρ Ουάιλντ, Χέρμαν Μπροχ, Φίλιπ Ροθ. Άμα έρθει κανένας από αυτούς που άφησα έξω και δεν με αφήνει να ησυχάσω με τα παράπονά του, θα σας τον στείλω να του κάνετε ειδικό αφιέρωμα στο Πανδοχείο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πάλι ενδεικτικά, «Η ζωή του Τρίσταμ Σάντι» , «Μόμπι Ντικ», «Άννα Καρένινα», «Ευλογία της γης», «Ο Τυχερός Τζιμ», «Μόνος στο Βερολίνο», «Ο κυνηγός», «Γαλλική Σουίτα».

Αγαπημένα σας διηγήματα.

6a00e54fcf73858834017ee9c8e2ce970d-800wiΑυτή τη φορά θα είμαι απόλυτος: τα διηγήματα του Σίνγκερ Ισαάκ Μπάσεβις και του Δημήτρη Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Για πολλά χρόνια δεν διάβαζα σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Φαίνεται ότι ζώντας κι εγώ τον μύθο της «ισχυρής Ελλάδας», νόμιζα ότι βρισκόμουν υπεράνω υλικών όρων, ένας «αναγνώστης του κόσμου» χωρίς δικό του τόπο (όχι γιατί τον έχει υπερβεί ουσιαστικά, αλλά γιατί απλά δεν θέλει να τον κοιτάει). Μετά την προσγείωση, νιώθω μεγαλύτερη επιθυμία να διαβάσω κείμενα που έχουν γεννηθεί μέσα σε αυτή τη διαδοχή των εποχών, συγγραφείς με τους οποίους μοιράζομαι αναγκαστικά, κάποιες έστω, κοινές εμπειρίες. Ακόμη κι αν η θεματολογία των βιβλίων δεν έχει καμία σχέση με την επικαιρότητα, μου φτάνει ότι η δημιουργία τους έγινε σε τόπο και χρόνο κοντινό προς την παρούσα κατάσταση. Από όσα διάβασα φέτος από νεοεμφανιζόμενους συγγραφείς, μεγαλύτερη εντύπωση μού έκαναν οι «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά, και έγραψα για αυτές.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Nicholas Urfe, ο πρωταγωνιστής στον «Μάγο» του Τζων Φώουλς. Αγαπημένος βέβαια για τη θέση του μέσα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Ζηλευτός είναι μόνο κάποιος που η ζωή του και των αγαπημένων του κυλάει δίχως τρομαχτικές ατThe Magus - John Fowlesυχίες. Από εκεί και πέρα, κανείς δεν ξέρει τι συμβαίνει ακριβώς στον εσωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου (ακόμη κι ενός λογοτεχνικού ήρωα) για να μπορεί να πει ότι τον ζηλεύει και θα ήθελε να αλλάξουνε θέσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το The Books’ Journal. Πάντα αντιλαμβανόμουνα κάθε προσέγγιση που συνηγορεί υπέρ της απόλυτης αυτονομίας της αισθητικής από την πολιτική, ως συντηρητική. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε κυριαρχία του ενός «κόσμου» πάνω στον άλλον, αλλά σε αλληλεπίδραση, σε εμπλουτισμό και εμβάθυνση της προσέγγισης μέσα από την επικοινωνία. Έτσι, μου αρέσει να διαβάζω ένα περιοδικό που φιλοξενεί απόψεις και κριτικά σημειώματα για μια ποικιλία θεμάτων που με ενδιαφέρουν, με επίκεντρο πάντα τη «μανία» για τα καλά βιβλία και τον πολιτισμένο διάλογο.

Hermann%20BrochΤι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τρία βιβλία που διάβασα τους τελευταίους μήνες και που πιστεύω ότι θα θυμάμαι για πάντα ήταν το « Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» του Τόνι Τζαντ (αν κάποιος με ρωτούσε για το «ένα» βιβλίο που θα του πρότεινα να διαβάσει, θα ήταν αυτό), το «Ο Πότης» του Χανς Φάλαντα και  το «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Θεωρώ την κριτική εξίσου σημαντική με το ίδιο το έργο, όπως και γενικότερα στην τέχνη. Θέλω να συμμετέχω σε συζητήσεις σχετικά με την υποκειμενική πρόσληψη ενός βιβλίου, αλλά και τους κοινωνικούς όρους που επηρεάζουν την παραγωγή και τους τρόπους πρόσληψης από τους διάφορους αναγνώστες. Δεν είμαι φίλος του μυστικισμού σε οποιαδήποτε μορφή. Διαβάζω έναν κριτικό, ανεξάρτητα από το αν γράφει σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο, αρκεί να νιώθω ότι έχει κάτι να μου πει (και ότι έχει όντως διαβάσει ο ίδιος τα βιβλία για τα οποία γράφει!).

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Στα δεκαοχτώ μου, μεgabriel-garcia-marquez-cien-anos-de-soledadτά τις Πανελλαδικές, κι αφού είχαν βγει τα αποτελέσματα με τα οποία περνούσα στο Ρέθυμνο, πήγα με φίλους από την Καλλιθέα διακοπές στην Πάρο. Κλασική αντροπαρέα για μπαρότσαρκες και καμάκι. Τα πρωινά στη θάλασσα ήταν υποφερτά αλλά τις νύχτες σκυλοβαριόμουν να περιμένω σειρά στο κάθε μαγαζί για να βλέπω τουρίστριες να χορεύουν το Sunday Bloody Sunday. Το τρίτο βράδυ τη σκαπούλαρα, βρήκα ένα θερινό σινεμά και είδα το «Αριστερό μου πόδι». Το τέταρτο πρωί αποχαιρέτησα την έκπληκτη παρέα μου και πήρα το πλοίο να επιστρέψω στον Πειραιά. Στο κατάστρωμα, να με χτυπάει ο ήλιος, ο αέρας και η κάπνα από το φουγάρο, θυμάμαι να διαβάζω το «Εκατό χρόνια μοναξιά», συνοδεύοντάς το με ένα λίτρο κόκκινο κρασί, ένα καρβέλι ψωμί και τυρί κρέμα σε τριγωνάκια. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος. Η νέα μου ζωή ξεκινούσε, άφηνα πίσω τον κόσμο της οικογένειας και του σχολείου. Και μετά ξύπνησα σε άσχημη κατάσταση, και έπιασα ξανά το βιβλίο, σαν να ήταν το μόνο σταθερό σημείο εν μέσω αβέβαιης πελαγοδρόμησης.

Περί αδιακρισίας

Με ποιο τρόπο εμπλέκεστε με το θέατρο και ποιο το έργο της θεατρικής ομάδας De Gustimus;

Βικτορ 1Από πολύ μικρός σκεφτόμουν συχνά ότι όλα αυτά που βλέπω γύρω μου δεν μπορούσε να είναι ακριβώς αλήθεια. Μου φαίνονταν «πολύ κακό για το τίποτα», μια σπατάλη πόρων και δραστηριότητας χωρίς κατεύθυνση, ή, ακόμη χειρότερα, σε λάθος κατεύθυνση. Επίσης, μερικές φορές είχα την εντύπωση ότι αυτή η φανφάρα στηνόταν ειδικά για μένα, άμα τη αφίξει μου. Με έπιανε τότε μια διπλή μανία: Από τη μια, να αποκαλύψω την απάτη συλλαμβάνοντας τους υπευθύνους της να διαπράττουν ένα σφάλμα λογικής ακολουθίας. Από την άλλη, καθώς αντιλαμβανόμουν το αναπόδραστο της ψευδαίσθησης, να επέμβω στη σκηνοθεσία με σκοπό να βελτιώσω αισθητικά το αποτέλεσμα. Ήδη από την εποχή της εφηβείας μου είχα καταλάβει ότι όλα αυτά συνδέονταν με το τραύμα του διαζυγίου των γονιών μου (που συνέβη όταν ήμουν ενός έτους) και την κατάστασή μου ως μοναχοπαίδι. Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω πως, εάν δεν άλλαζα νοητικές συνήθειες, σύντομα θα φλέρταρα με την τρέλα, επίγνωση που κατέστη επικίνδυνα επίκαιρη κατά τα πρώτα δύο έτη της φοιτητικής μου ζωής.

Μάμετ 1Για να επιστρέψω στην ερώτησή σας, το θέατρο (και ειδικότερα η σκηνοθεσία, γιατί μέχρι τότε είχα παίξει μερικές φορές ως ηθοποιός) έγινε για μένα μια άσκηση ελευθερίας και συγχρόνως μια καθημερινή ανάγκη, όπως αυτή του βαριά αρρώστου που χρειάζεται το φάρμακό του για να βγάλει τη μέρα. Ήταν επιτέλους η δική μου ευκαιρία να ελέγξω εγώ τους όρους του θεάματος, ως μικρός θεός να δημιουργήσω πραγματικότητα από το μυαλό μου και τη φαντασία μου, και να την προσφέρω στους άλλους. Την ίδια στιγμή, η αποστασιοποίηση από αυτή την πρωτεϊκή φαντασίωση δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη: η ίδια η ύπαρξη των συνεργατών με τις δικές τους επιθυμίες, προθέσεις και δημιουργικότητα προσέδιδε στη διαδικασία των προβών και στο τελικό αποτέλεσμα έναν συλλογικό χαρακτήρα, ανώτερο σε ποιότητα από ό,τι θα είχα επιτύχει ποτέ μόνος μου. Οι πρακτικές λεπτομέρειες, από την κατασκευή και το κουβάλημα των σκηνικών μέχρι τους υπολογισμούς των οικονομικών, λειτουργούσαν ως «αντιμαγεία», επέτειναν την αίσθηση της ομορφιάς μιας τέχνης που περνάει τελικά από τα χέρια μου. Το αποκορύφωμα όμως ήταν πάντα οι παραστάσεις, και ειδικότερα οι καλές, εκείνες δηλαδή στις οποίες ένιωθα τη μεγαλύτερη επικοινωνία μεταξύ κειμένου, σκηνοθετικού οράματος, ηθοποιών στη σκηνή και κοινού. Μια τέτοιου είδους έκθεση και δημιουργικότητα με αποσπούσε από την ατομική μου ιστορία και με ενέγραφε σε μία άλλη, που σχετιζόταν με τις παραστάσεις που είχα δει στα θέατρα της Αθήνας, και γενικότερα με τα μυθιστορήματα που διάβαζα, τις ταινίες που παρακολουθούσα, τη μουσική που άκουγα.

witkiewiczΟι De Gustimus ήταν μια κολεκτίβα που αντί για ροκ μουσική έκανε θέατρο, μια συνεχής μάζωξη τεράτων της φύσης που, αντί να τρομοκρατούν τον εαυτό τους και τους άλλους, ανέβηκαν στη σκηνή. Ένα τσίρκο με ισχυρές προσωπικότητες στη θέση των άγριων ζώων, να περιφέρονται έξω από τα κλουβιά και να επιδεικνύουν τα θανατηφόρα χαρίσματά τους στους καταγοητευμένους θεατές που κρατούσαν την ανάσα τους υπό το φόβο ενός ατυχήματος. Με βάση το Ρέθυμνο, οι De Gustimus έδωσαν παραστάσεις στην Κρήτη και στην Αθήνα, σε ένα χρονικό διάστημα πέντε ετών, με συνολική συμμετοχή περίπου διακοσίων ανθρώπων, από την αρχική εκρηκτική ζωτικότητα έως την τελική γιγάντωση των αδιεξόδων. Από το «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία» του Ρ.Βιτράκ (1993), η δύναμη της νιότης που επιτίθεται προκαταβολικά στον εαυτό της για να μη γεράσει ποτέ, το «Όνειρο καλοκαιρινής νυχτός» του Σέξπιρ (1994), οι γελοίες και υπέροχες ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στον ρομαντικό έρωτα και τις σχέσεις της μιας νύχτας, το «Η δολοφονία του Μαρά» του Πέτερ Βάις (1994), τα όρια της επαναστατικής ουτοπίας και της καταστολής της, το «Το στοίχημα» του Αντώνη Καναβούρα (1995), πιθανώς η πρώτη παράσταση bar theatre στην Ελλάδα, το «Η λέσχη της απάτης»  του Ντέιβιντ Μάμετ (1997), η διερεύνηση ενός κόσμου όπου τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται και όλοι είναι ύποπτοι προδοσίας, έως το «Η μεταφυσική ενός δικέφαλου μοσχαριού» του Στάνισλαβ Βιτκίεβιτς (1998), ο αποτυχημένος εξορκισμός των φαντασμάτων του παρελθόντος και των χαμένων προσδοκιών της ευτυχίας.

Thomas-Hardy-460_1006389cΜε ποιο τρόπο ασκείστε στην κριτική μουσικής και κινηματογράφου;

Είχα πάντα μανία να μοιράζομαι τις αισθητικές εντυπώσεις μου με τους φίλους μου, να ακούσουν σε ένα δίσκο αυτά τα θαυμαστά που άκουγα εγώ, ή να αποφύγουν μια ταινία για να μην υποβληθούν στο «μαρτύριο» που πέρασα, σε σημείο που να τους πρήζω. Αυτό κάνω ακόμα, τώρα πια για όποιον ενδιαφέρεται, στον «τοίχο» μου στο φέισμπουκ, στο μπλογκ Φελέκι, στην Εφημερίδα των Συντακτών, και, πρόσφατα, στο mic.gr.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

david lynchΟ σκηνοθέτης του κινηματογράφου που με γοητεύει, μέσα από τις αλλεπάλληλες μορφικές αναζητήσεις του αλλά και την επιμονή τού ουσιαστικά ίδιου από την αρχή αισθητικού οράματος, είναι ο Ντέιβιντ Λιντς. Σχετικά με το θέατρο, έγραψα πριν ένα χρόνο ένα κείμενο στο οποίο μιλούσα για την αξεπέραστη έμπνευση που νιώθω ότι μου έχει δωρίσει το έργο του Λευτέρη Βογιατζή.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν;

Πολύ θετικές. Στο διαδίκτυο ανακάλυψα εργαλεία επικοινωνίας με τρομερές δυνατότητες, διπλά χρήσιμες για ανθρώπους που ζουν, όπως εγώ, εκτός μητροπόλεων. Ακούγεται σαν από λυσάρι εκθεσάδικου αλλά έχει βάση: σημασία έχει ο τρόπος χρήσης, ο οποίος περισσότερο αντανακλά τις ιδιότητες του χρήστη παρά του μέσου. Έτσι, αν θέλει κάποιος να αιχμαλωτιστεί από τη ροή αποσπασματικών πληροφοριών να πέσει μέσα σε μια χοάνη σπαταλημένου χρόνου, αναλισκόμενος σε σκιαμαχίες παραφουσκωμένων εγώ, μπορεί θαυμάσια να το κάνει. Προσωπικά, μέσα από το διαδικτυώνεσθαι και το ιστολογείν, γνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους (με τους περισσότερους από τους οποίους η γνωριμία μας έχει συνεχιστεί και εκτός διαδικτύου), διαθέτω πλουραλιστικές πηγές ενημέρωσης και κριτικής για θέματα που ενδιαφέρουν, και, τέλος, είχα έναν εναλλακτικό τρόπο δημοσίευσης και επεξεργασίας και προβολής του μυθιστορήματός μου πριν τη χάρτινη έκδοση.

ΛΒΑν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όπως σας έγραψα σε προηγούμενη ερώτηση, την έδωσα για πολύ «λιγότερα», για αυτό που αναφέρει το “I’m so tired” των Beatles: “I’d give you everything I’ve got for a little peace of mind”.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Πλησιάζουμε τις 3.500 λέξεις, δεν νομίζω ότι έχει νόημα να βασανίσω τον ευγενικό αναγνώστη που έφτασε μέχρι εδώ, συνεχίζοντας τις αυτοαναφορικές μου παρλάτες. Έχει πολύ πιο ενδιαφέροντα κείμενα να διαβάσει περιδιαβαίνοντας τους χώρους του φιλόξενου Πανδοχείου σας, ενός χώρου στον οποίο ένιωσα την ασφάλεια, την άνεση και τη διάθεση να μιλήσω επί μακρόν, και σας ευχαριστώ για αυτό.

Στις εικόνες: William Shakespeare, Henry James, Oscar Wilde, Mikhail Bulgakov, Philip Roth, Isaac Bashevic Singer, Hermann Broch, Thomas Hardy, Stanislaw Witkiewicz, David Lynch, Λευτέρης Βογιατζής. Τα σχέδια είναι από το Εαρινό Εξάμηνο και οι θεατρικές φωτογραφίες από τις αναφερόμενες παραστάσεις Η μεταφυσικού του δικέφαλου μοσχαριού [Στανισλάβ Βίτκιεβιτς], Βικτόρ ή τα Παιδιά στην Εξουσία [Ροζέ Βιτράκ] και Η Λέσχη της Απάτης [Ντέιβιντ Μάμετ].

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 128. Αλέξανδρος Κυπριώτης

Akypriotis_INDIKTOSΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θέτετε το ερώτημα. Το Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι περιέχει ιστορίες ανθρώπων και αρχίζει με τη φράση: «Άρχισε να ψάχνει πάλι τις τσέπες του για να βεβαιωθεί ότι είχε ακόμα τα κλειδιά του». Ο άνθρωπος της πρώτης ιστορίας ψάχνει απεγνωσμένα τα κλειδιά του, γιατί η πιθανότητα να μην μπορεί να μπει στο σπίτι του όταν θα φτάσει αργά τη νύχτα παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στο μυαλό του. Και σίγουρα έχει τους λόγους του. Όπως και όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου στη δική τους ιστορία έχουν πολύ σοβαρούς λόγους να κάνουν ό,τι κάνουν, το οποίο μπορεί να είναι ασυνήθιστο ή ακραίο, αλλά δεν παύει να είναι ένα κομμάτι της δικής τους ζωής. Που μπορεί να είναι η ζωή κάποιου δίπλα μας, μία καθοριστική πτυχή της ζωής του, που την αγνοούμε ή τη φανταζόμαστε κάπως διαφορετική.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

b75020Γράφω στον υπολογιστή του γραφείου μου ή σπανιότερα σε ένα laptop στο μπαλκόνι. Οι ιδέες έρχονται όπου και όποτε θέλουν εκείνες. Συνήθως κάτι τις πυροδοτεί, μια εικόνα που βλέπω, μια λέξη ή φράση που ακούω, μια κίνηση, μια ανάμνηση που μπορεί να την έχει προκαλέσει οτιδήποτε. Τις πιο πολλές φορές τις θυμάμαι αυτές τις ιδέες. Αν φοβάμαι ότι θα ξεχάσω κάτι, το καταγράφω σε ένα μαγνητοφωνάκι ή στο κινητό μου με υπενθύμιση. Αν είμαι στον υπολογιστή μου, δημιουργώ αμέσως κάποιο νέο έγγραφο. Τελευταία έχω ανακαλύψει και ένα πρόγραμμα με σημειώσεις. Πάντως, στυλό ή μολύβι πολύ δύσκολα βρίσκω στο γραφείο μου. Αν και θεωρητικά μου αρέσει η ιδέα να κουβαλάω πάντα ένα σημειωματάριο, δεν την εφαρμόζω. Βέβαια, από την αρχική σύλληψη μέχρι τη γραφή μπορεί να μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και φυσικά πολλές ιδέες παραμένουν απλώς ιδέες, που μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνουν κείμενο ή να μείνουν ιδέες για πάντα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φροb81172ντίζω να έχω πάντα καπνό ή τσιγάρα, δεν περιμένω να μου τελειώσουν πρώτα, για να πάρω άλλο πακέτο. Φτιάχνω καφέ. Κάποιες φορές προτιμώ αλκοόλ, αν έχω. Κονιάκ, βότκα ή κρασί, με αυτή τη σειρά προτίμησης. Αλλά τις περισσότερες φορές τελειώνω με καφέ. Συνήθως αρχίζω ακούγοντας δυνατά μουσική, κάποιο κομμάτι που θα το ακούσω δυο τρεις φορές συνεχόμενα μέχρι ν’ αρχίσω. Μόλις αρχίσω να γράφω κλείνω τη μουσική ή βάζω το ραδιόφωνο να παίζει σιγανά. Ακούω διάφορα, soundtrack από ταινίες του Κισλόφσκι και του David Lynch, Nick Cave, P.J. Harvey, New Order, David Bowie, Radiohead, R.E.M., Dead Can Dance, Bjork, Flunk, Dream City Film Club, Prodigy, Mendelssohn, Moby, Παυλίδη, Massive Attack, Μαριέττα Φαφούτη, Faithless, Minor Project, Άβατον, Σαββίνα Γιαννάτου, Κάλλας και όπερα, Portishead, Bauhaus, Marilyn Manson, Ramstein, Μπέλλου, Μαρίζα Κωχ, ρεμπέτικα, ηπειρώτικα, διάφορα. Όταν πάντως γράφω προτιμώ να μην ακούω ελληνικό στίχο.

b134547Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ελάχιστα, σε σπίτια φίλων σε περίοδο διακοπών.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μάλλον τον Τόμας Μανν, με έμφαση στον τελευταίο έρωτα της ζωής του και στο ρόλο που έπαιζε αυτός ο έρωτας στην ολοκλήρωση της συγγραφικής του προσωπικότητας. Τριγυρίζει αρκετά χρόνια αυτή η ιδέα στο μυαλό μου, την έχω καταγράψει αλλά δεν την έχω επεξεργαστεί. Ωστόσο, η ερώτησή σας μου τη θυμίζει πάλι. Ποιος ξέρει!

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

b62399Αν εξαιρέσω κάποιες πρώιμες μετεφηβικές απόπειρες, έχω γράψει μόνο ένα ποίημα, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου. Ήταν κάτι που το επέβαλαν κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, θα έλεγα. Γενικότερα, έχω την αίσθηση ότι με την ποίηση εύκολα χάνει κανείς το μέτρο ή την όποια κριτική ματιά μπορεί να διαθέτει σε ό,τι γράφει. Κι αν κρίνω κι από τη μετάφραση της ποίησης που πάσχει από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές αυθαιρεσίες, θα έλεγα ότι εν ονόματι της ποίησης μπορούν να γίνονται τερατουργήματα. Ωστόσο, η συμπύκνωση του μεστού ποιητικού λόγου είναι ζηλευτή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Γκαίτε, Τόμας Μανν, Πιραντέλλο, Ίψεν, Τσέχωφ, Κάφκα, Τζέννυ Έρπενμπεκ, Τερέζια Μόρα, ο Μάριο Βιρτς, συγγραφέας και ποιητής που πέθανε πρόσφατα. Ο Καβάφης, η Κατερίνα Γώγου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b105055«Η φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, «Η μάνα» του Γκόργκι, το «Άννα, τώρα κοιμήσου» του Κώστα Παπαγεωργίου, «Η μονή των ασωμάτων» του Ξενοφώντα Κομνηνού, το «Αλλαγμένα κεφάλια», ο «Τόνιο Κραίγκερ» και ο «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μανν, «Η επιστολή προς τον πατέρα» του Κάφκα, «Η αγριόπαπια» του Ίψεν, «Ο Ρόζενγκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ, «Ο ματωμένος γάμος» και «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» του Λόρκα, Το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» και «Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ» του Πιραντέλλο, οι «Εκλεκτικές συγγένειες» και «Τα πάθη του νεραού Βέρθερου» του Γκαίτε, «Ο σκοπός του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε» και τα «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε, «Το αστείο» και το «Η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, το «Όλες τις μέρες» της Τερέζια Μόρα, «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Καραπάνου,  «Ο λύκος της στέπας» και ο «Ντέμιαν» του Έσσε, οι «Ιστορίες των βράχων» του Μαρκάκη, «Ο γύρος του θανάτου» του Θωμά Κοροβίνη, «Η ανάκριση» του Ηλία Μαγκλίνη, η «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» και το «Παιχνίδι με τις λέξεις» της Έρπενμπεκ.

b96186Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η «Σιβηρία» και η «Άτροπος μπελαντόνα» της Έρπενμπεκ, το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, το «Μια κάποια ευτυχία» και το «Λουϊζάκι» του Τόμας Μανν, «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού,  «Η μεταμόρφωση», «Η κρίση», «Το κτίσμα», «Η Ιωσηφίνα και ο λαός των ποντικών» και το «Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης» του Κάφκα, η «Τριλογία» του Ανδρέα Κεντζού, «Η λοταρία» της Σίρλεϋ Τζάκσον, «Η επίδραση του φωτός στα ψάρια» της Κριστίνα Πέρι Ρόσσι, «Η μυρωδιά του μαύρου» της Λείας Βιτάλη, «Ο Μουνής» της Κιτσοπούλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου και ο Ανδρέας Κεντζός με πολλά ποιήματά του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ιωσήφ του Τόμας Μανν.

b62381Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο», μάλλον για την ισορροπία του και επειδή αντέχει.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από κάποια χρόνια σε ένα τρόλλεϋ διάβαζα ένα βιβλίο από την ιστορία του Ηρόδοτου και συγκεκριμένα ένα σημείο όπου αναφέρεται η συνήθεια να μην παραδίδεται στους διώκτες του κάποιος που έχει καταφύγει σε ένα άλλο έθνος για προστασία, δεν θυμάμαι καθόλου τις λεπτομέρειες, αλλά μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η αρχαία συνήθεια, γιατί συμπτωματικά ήταν η επόμενη ημέρα από την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε αυτή η σύμπτωση μπορεί και να μη θυμόμουν καν αυτή την αρχαία συνήθεια.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταb90262φράζω πάντα στον υπολογιστή, συνήθως ακούγοντας μουσική ή ραδιόφωνο, όχι δυνατά. Με την οθόνη του υπολογιστή χωρισμένη στα δύο, για να έχω συγχρόνως ανοιχτό το γερμανικό και το ελληνικό κείμενο. Το βιβλίο που μεταφράζω το σκανάρω σιγά σιγά. Με ανοιγμένα διάφορα λεξικά δεξιά κι αριστερά.  Βάζοντας και βγάζοντας τα γυαλιά μου. Στρίβοντας τσιγάρα και καπνίζοντας. Πίνοντας πολλούς καφέδες. Όταν μεταφράζω, μεταφράζω πάντα βάσει κάποιου προγράμματος, με συγκεκριμένο αριθμό σελίδων την ημέρα. Συνήθως τις καθημερινές μεταφράζω και το Σαββατοκύριακο διορθώνω ό,τι έχω μεταφράσει όλη την εβδομάδα. Συχνά δεν τηρώ το πρώτο πρόγραμμα που φτιάχνω, οπότε το αλλάζω, φτιάχνω ένα καινούργιο πρόγραμμα, το οποίο επίσης συχνά αλλάζω. Μετά ακολουθεί το πρόγραμμα της αντιπαραβολής και μετά τα προγράμματα των διορθώσεων. Τώρα για τη σχέση μεταφραστή και συγγραφέα, νομίζω ότι όταν ο μεταφραστής μεταφράζει έναν συγγραφέα που έχει επιλέξει ο ίδιος τον θαυμάζει, τον σέβεται, τον ζηλεύει, νιώθει ενοχές αν καταλάβει ότι παρασύρεται κάποια στιγμή και δεν είναι πιστός, οπότε προσπαθεί να επανορθώσει, συνήθως νιώθει ότι τον ξέρει πολύ καλά, αλλά πολύ συχνά εκπλήσσεται και με κάτι άλλο, και τον θαυμάζει ακόμα πιο πολύ και πάει λέγοντας. Αν μεταφράζει έναν συγγραφέα που του έχει ανατεθεί, προσπαθεί να ανακαλύψει κάποιους λόγους για να πείσει πρώτα απ’ όλους τον εαυτό του ότι θα μπορούσε να τον είχε επιλέξει ο ίδιος. Αν δεν τα καταφέρει, προσπαθεί απλώς να κάνει τη δουλειά του όπως έχει συνηθίσει να την κάνει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

b99899Περισσότερο απ’ όλες με δυσκόλεψαν τα πολλά αποσπάσματα του Κάφκα στη βιογραφία του Nicholas Murray, γιατί ήταν γραμμένα στα Αγγλικά και εγώ έπρεπε να ψάχνω, να τα βρίσκω στο πρωτότυπο, να τα μεταφράζω και να τα στέλνω στον Ξενοφώντα Κομνηνό που μετέφραζε τον λόγο του Murray, για να τα ενσωματώνει στο κείμενο που είχε μεταφράσει εκείνος και να μου στέλνει στη συνέχεια όλο το κείμενο. Και μετά κάναμε πολύωρες συναντήσεις για να διορθώσουμε το κείμενο, συνήθως κεφάλαιο κεφάλαιο. Τις μεγαλύτερες ηδονές μού τις πρόσφερε η μετάφραση της συλλογής «Συγκεχυμένα ανέρχονται τα λησμονημένα», που περιέχει 13 διηγήματα του Τόμας Μανν, μεταξύ των οποίων τον «Τριστάνο», τον «Μικρό κύριο Φρήντεμανν», τον πολύ σκοτεινό «Τομπίας Μίντερνίκελ», το «Λουϊζάκι» και το «Μια κάποια ευτυχία», όλα διαλεγμένα ένα ένα, με πολλή προσοχή και αγάπη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Για τον b86467Τόμας Μανν και τον Κάφκα, τι να πω; Αν όμως κάποιος δεν γνωρίζει την Έρπενμπεκ, θα του έλεγα να τη γνωρίσει οπωσδήποτε. Θεωρώ ότι είναι μία σύγχρονη επιβεβαίωση αυτού που έχει πει ο Κάφκα, ότι «… ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Και σίγουρα θα πρότεινα τη βιογραφία του Κάφκα σε όσους έχουν γοητευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους από τον Κάφκα και σε όσους δεν είχαν ακόμη την τύχη αυτή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ο Γκαίτε, ο Νίτσε, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Μούζιλ, ο Χάινριχ Μανν, ο Ρίλκε, ο Μπύχνερ, ο Αλεξάντερ Κλούγκε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b62448Ίσως δικαίως τίθεται στο περιθώριο ο μεταφραστής. Άλλο πράγμα είναι η κριτική ενός βιβλίου και άλλο η κριτική μετάφρασης. Κάποιοι το γνωρίζουν αυτό και αναφέρουν απλώς το όνομα του μεταφραστή. Και καλά κάνουν. Κάποιοι άλλοι ασκούν κριτική στο μεταφραστή βασιζόμενοι σε δικά τους προσωπικά κριτήρια που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την ουσία της μετάφρασης ή με το «έργο του μεταφραστή» όπως το έχει ορίσει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για παράδειγμα. Θεωρώ ότι σωστή κριτική μετάφρασης μπορεί να ασκήσει κανείς μόνο αφού συγκρίνει τη μετάφραση με το πρωτότυπο. Εδώ πολλές φορές απλώς συγκρίνεται μία μετάφραση με μία προηγούμενη μετάφραση, χωρίς καμία αναφορά στο πρωτότυπο. Με την ίδια λογική επαινούνται μεταφράσεις χωρίς καμία επιστημονική και ουσιαστική σύγκριση με το πρωτότυπο. Πάντως, ο θεσμός των μεταφραστικών βραβείων δίνει εξέχουσα θέση στον ρόλο του μεταφραστή. Ένας μεταφραστής μπορεί να βραβευτεί όπως μπορεί να βραβευτεί και ένας συγγραφέας. Το πλατύ αναγνωστικό κοινό όμως σωστά το ενδιαφέρει πρωτίστως ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας είναι αυτός που λέει κάτι, ο μεταφραστής, αν είναι καλός, το μεταφέρει στη γλώσσα του όπως οφείλει να το μεταφέρει. Η καλή μετάφραση είναι πάντα το ζητούμενο, αλλά θα έλεγα ότι το ζητούμενο kafkaXαυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να θεωρούμε απαραίτητη την αναφορά σε κάτι αυτονόητο. Αντίθετα θα ήταν πολύ ωφέλιμο για εκπαιδευτικούς λόγους να γίνεται αναφορά σε κακές μεταφράσεις, με την προϋπόθεση ότι η κριτική θα γίνεται με επιστημονικό τρόπο. Και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται αναφορά και στους επιμελητές ή υπεύθυνους σειρών αλλά και στους εκδότες για τις επιλογές τους. Ο εκδότης είναι ο πρώτος κριτής μίας μετάφρασης. Αποφασίζοντας να την εκδώσει παραδέχεται ότι η μετάφραση είναι καλή. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο μεταφραστής θα έχει τελικά τη θέση που του αρμόζει μόνο αν σταματήσουμε κάποια στιγμή να διαβάζουμε εμπεριστατωμένες κρίσεις για κακές μεταφράσεις. Ο μεταφραστής θα έχει τη θέση που του αρμόζει όταν θα γίνει αφανής.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

teresia moraΕίναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια που δεν επιτρέπει να είναι διακριτή. Και στην περίπτωσή τους, μόνο ένας κακός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να φανεί. Ένας καλός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να σώσει την τελική εικόνα ενός μεταφραστή ή συγγραφέα. Αυτό όμως μόνο εκείνος που σώθηκε μπορεί να το διακρίνει, όχι ο τελικός αναγνώστης. Όταν ο επιμελητής ή ο διορθωτής ξέρει τη δουλειά του, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη συνεργασία. Η δουλειά του μεταφραστή ή του συγγραφέα θέτει από μόνη της κάποια όρια, επιτρέπει τον α΄ ή β΄  βαθμό διορθωτικών επεμβάσεων. Αυτό το διακρίνει κάποιος που ξέρει τη δουλειά του με την πρώτη ανάγνωση. Έτσι, η ιδανικότερη μορφή συνεργασίας θα ήταν η συνεργασία που στηρίζεται στον αλληλοσεβασμό, ο οποίος όμως προϋποθέτει τον αυτοσεβασμό, και ο οποίος με τη σειρά του δεν είναι πάντα ευθέως ανάλογος με την αυτοπεποίθηση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Νομίζω ότι με τον έναν ή άλλον τρόπο όλοι με ακολουθούν, θέλω δεν θέλω. Ή τους ακολουθώ εγώ. Δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνεις ποιος ακολουθεί ποιον. Ούτε βέβαια να πεις ποιος έχει πιο συχνά νέα, ποιος αλλάζει περισσότερο με την πάροδο των χρόνων.

goethe_Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει γερμανική φιλολογία. Το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψα ήταν κατά κάποιο τρόπο μία συνέχεια της διπλωματικής εργασίας μου, στην οποία είχα ασχοληθεί με «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε και τον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μανν. Ουσιαστικά όμως θα έλεγα ότι ο «Βέρθερος» ήταν το άλλοθι, για να δημιουργήσω τη δική μου «Λόττε», η οποία ως πρόσωπο, όπως και τα άλλα πρόσωπα του έργου, ουσιαστικά κάπου προϋπήρχε. Από την άλλη, η ομώνυμη ιστορία στο βιβλίο «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» είναι η ιστορία ενός μεταφραστή γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Πρόσφατα μου είπε μια δεκαοχτάχρονη κόρη φίλης «Η Γώγου λέει “ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι”», και είχε προφανώς δίκιο. Δεν γίνεται να ξεχάσεις αυτόν τον στίχο. Μία άλλη ιστορία, το «Η αγάπη κερδίζεται», είναι χτισμένη πάνω σε δυο στίχους του Χριστιανόπουλου και στο μυαλό μου έχει μουσική υπόκρουση ένα κομμάτι της P. J. Harvey, στην «Ευτυχία» υπάρχει μια αναφορά σε μια ταινία, τη «Σταγόνα στον ωκεανό» της Ελένης Αλεξανδράκη, ενώ ο ήχος που «σκίζει το στομάχι» της γυναίκας στην τελευταία ιστορία του βιβλίου είναι ο ήχος του τηλεοπτικού σποτ του Amber Alert. Δεν είναι μόνο οι σπουδές, θα έλεγα. Ό,τι έχω διαβάσει, έχω δει, έχω ζήσει σίγουρα έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα, άρα και αυτά που γράφω. Άλλες επιρροές είναι εμφανείς άλλες όχι. Άλλες σίγουρα παραμένουν ασυνείδητες.

Thomas MannΣτις σπουδές μου υπήρχαν πολλά μαθήματα επιλογής. Το τι επέλεγε ο κάθε φοιτητής καθόριζε κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμα σπουδών του, αν και τα προσφερόμενα μαθήματα ήταν πάντα συγκεκριμένα. Το τι εισέπραττε όμως τελικά ο κάθε ένας από τους φοιτητές  που παρακολουθούσαν το ίδιο μάθημα είχε να κάνει με τον κάθε ένα φοιτητή ξεχωριστά. Το ότι στο πλαίσιο των σπουδών μου είχα επιλέξει ψυχογλωσσολογία και μαθήματα ψυχολογίας σίγουρα έχει παίξει κάποιο ρόλο γενικότερα. Η ενασχόλησή μου επίσης με την τραγική κωμωδία στο πλαίσιο των σπουδών μου έχει επηρεάσει τη θεατρική μου γραφή. Παρ’ όλα αυτά και αυτό το μάθημα αφ’ ενός ήταν μάθημα επιλογής και αφ’ ετέρου δεν ήταν το μοναδικό μάθημα με αντικείμενο θεατρικά έργα που παρακολούθησα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου.

Πώς βιοπορίζεστε;

ΔύσκοAnton_Chekhov_1889λα όπως και πολλοί άλλοι. Και προ κρίσης και τώρα. Πάντως εκτός από ελεύθερος επαγγελματίας ως μεταφραστής και συγγραφέας, είμαι και ιδιωτικός υπάλληλος. Πράγμα που σημαίνει τουλάχιστον 8ωρη καθημερινή μισθωτή εργασία. Άλλο κεφάλαιο αυτό!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βρίσκω συγκλονιστικές τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, το «Σπιρτόκουτο», την «Ψυχή στο στόμα», τον «Μαχαιροβγάλτη». Όταν είδα το «Σπιρτόκουτο», σκεφτόμουν «τι ταινία να κάνεις μετά απ’ αυτό;» Κι όμως έκανε την «Ψυχή στο στόμα». Και μετά η ίδια σκέψη. Κι όμως έκανε τον «Μαχαιροβγάλτη». Μου άρεσε επίσης πολύ ο «Δεκαπενταύγουστος» και πιο πολύ ο «Όμηρος» του Γιάνναρη, η «Χώρα προέλευσης» του Τζουμέρκα, «Το γάλα» του Σιούγα. Συγκλονιστική με άλλο τρόπο ήταν επίσης πριν από χρόνια η «Αγέλαστος πέτρα» του Κουτσαφτή αλλά και το «Ρεμπέτικο» του Φέρρη, «Ο δράκος» του Κούνδουρου. Μου άρεσαν πολύ κάποιες ταινίες του David Lynch, η «Χαμένη Λεωφόρος», το «Mulholland Drive» και το «Inland Empire», πολλές απ’ τις ταινίες του Hanecke, το «Μαζί ποτέ» και «Η άκρη του ουρανού» του Φατίχ Ακίν, πριν από αρκετά χρόνια μία πολύ ωραία ταινία, το «Πριν από τη βροχή» με πολλή ωραία μουσική από τους Anastasia, το «Old boy», το «Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και άνοιξη», ταινίες που ποτέ δεν πρόκειται να θυμηθώ το όνομα των σκηνοθετών τους, «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του κι ο εραστής της» του Πήτερ Γκρήναγουέι, οι ταινίες του Κισλόφσκι, κάποιες ταινίες του Βέντερς, του Κουστουρίτσα, αλλά και παλιές ταινίες του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, το «Και το πλοίο φεύγει» και η «Πρόβα ορχήστρας» του Φελίνι, το «Χάος» των Ταβιάνι, η «Στέλλα» του Κακογιάννη. luigi-pirandelloΠαλιότερα παρακολουθούσα περισσότερο θέατρο. Θυμάμαι τη «Μήδεια κλειστού χώρου», τη «Φάρσα Caldeway» του Μπότο Στράους, την «Camera degli sposi» του Βέλτσου και την «Ηλέκτρα» όλα σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού. Μάλιστα, μετά την παράσταση του «Camera degli sposi» έγραψα έναν θεατρικό μονόλογο. Την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» σε σκηνοθεσία Βολανάκη. Θυμάμαι πολύ καλά το «Με δύναμη από την Κηφισιά», το «Λαχταρώ» της Σάρας Κέιν και την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Θυμάμαι επίσης αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες του Χουβαρδά και του Αρβανιτάκη στο «Θέατρο του Νότου» και μία πολύ ωραία σκηνοθεσία της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη από τον Χατζάκη. Πρόσφατα συμμετείχα σε ένα workshop δραματουργίας στο «Βυρσοδεψείο», το οποίο αποδείχτηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το «’55» του Θωμά Κοροβίνη, που είναι συγκλονιστικό, προσπαθώ να ολοκληρώσω ένα θεατρικό έργο, αλλά θέλει πολλή δουλειά ακόμη, έχω στα σκαριά μία συλλογή παραμυθιών, που θέλει ακόμη περισσότερη δουλειά, γράφω κάποια διηγήματα, και πρόκειται να αρχίσω να διορθώνω τη μετάφραση ενός βιβλίου της Έρπενμπεκ, που θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ψυχές και χώματα».

Mario-WirzΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, θα έλεγα. Ενδιαφέρουσες αλλά αρκετές φορές και απογοητευτικές. Όμως υπάρχει και πολλή φλυαρία, συχνά. Έχω επίσης την αίσθηση ότι το διαδίκτυο μπορεί να σε παγιδέψει, να σε μπερδέψει. Υπάρχει ο κίνδυνος να νομίζεις ότι κάνεις κάτι, κοινοποιώντας απλώς μία ανακοίνωση, μία είδηση. Η λογική του «τι ωραίο και συγκινητικό που είναι που εμένα με συγκινούν ακόμη τέτοια πράγματα», κάπως έτσι έχει ορίσει πολλά χρόνια πριν ο Κούντερα το κιτς. Αυτό σε συνδυασμό με τους στίχους της Γώγου «Άσκησα την όραση για μακριά / Κι έχασα τα κοντινά μου» μπορεί να γίνει καταστροφικό σήμερα. Συναντάς συχνά ένα περίσσευμα ευαισθησίας για κάτι πολύ μακρινό και μία απάθεια για ό,τι συμβαίνει στη διπλανή πόρτα. Επικρατεί και πολύ μεγάλη ιδεολογική σύγχυση. Βέβαια, οι δυνατότητες πληροφόρησης που προσφέρει το διαδίκτυο είναι τεράστιες. Αλλά και σε αυτόν τον τομέα της πληροφόρησης ακόμη, νομίζω ότι η ταχύτητα του διαδικτύου τείνει να καταργήσει τη διασταύρωση πηγών, την όποια αντικειμενικότητα. Διανύουμε την εποχή του «copy – paste – like – share». Και το διαδίκτυο ένα εργαλείο είναι, θέλει προσοχή στη χρήση του.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

ΓΩΓΟΥΦοβάμαι ότι η αιώνια νιότη θα είναι πολύ μοναχική και θα έχει πολύ πόνο, πολλούς οριστικούς αποχαιρετισμούς. Αν πάλι με αυτή την ερώτησή σας ουσιαστικά με ρωτάτε αν θα μπορούσα, με κάποιο δελεαστικό αντάλλαγμα, να ζήσω χωρίς να γράφω, να μεταφράζω ή να διαβάζω, νομίζω ότι ο καθένας μας κάνει πάντα ό,τι μπορεί. Αν κάποια στιγμή δεν μπορώ κάτι από αυτά, θα μπορώ κάτι άλλο, θα κάνω ό,τι μπορώ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι, δεν νομίζω.

Στις εικόνες: Frantz Kafka, Terézia Mora, Johann Wolfgang von Goethe, Thomas Mann, Anton Chekhov, Luigi Pirandello, Mario Wirz, Κατερίνα Γώγου.